Έγχρωμος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Έγχρωμος είναι ένας εθνοτικός περιγραφικός χαρακτηρισμός, που χρησιμοποιείται ιστορικά στις Ηνωμένες Πολιτείες (κατά κύριο λόγο κατά την εποχή του Τζιμ Κρόου) και στο Ηνωμένο Βασίλειο, με τις πρώην αποικίες του. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο όρος αναφέρεται γενικά στα μη «λευκά» άτομα.[1] Ο όρος τώρα έχει ουσιαστικά το ίδιο νόημα στο Ηνωμένο Βασίλειο, με το «έγχρωμος» να ισοδυναμεί με τους «ανθρώπους χρώματος».[2]

Ιστορικά, για παράδειγμα, στην Δυτικές Ινδίες, ο όρος «έγχρωμος» αρχικά είχε πιο περίπλοκη ταξική και πολιτική σημασία και χρησιμοποιήθηκε ειδικά για να υποδηλώσει ένα άτομο με μερική ή ολική Μαύρη αφρικανική καταγωγή, αλλά επίσης και της ίδιας τάξης με λευκό ή κάποιαν με συγκεκριμένα παρόμοια προνόμια. Ένα τέτοιο πρόσωπο μπορεί να ήταν ελεύθερο ή να εργαζόταν σε συνεργασία με το σύστημα της δουλείας. Οι έγχρωμοι σχημάτιζαν ξεχωριστή κοινωνική τάξη, διαφορετική από την πλειοψηφία του υποταγμένου πληθυσμού.

Στον αμερικανικό νότο, η χρήση της ονομασίας «έγχρωμος» σταδιακά περιορίστηκε στον όρο «νέγρος».[3] Μετά το Κίνημα πολιτικών δικαιωμάτων, ο «έγχρωμος» και ο «νέγρος» αντικαταστάθηκαν από το «μαύρος» και, στις Ηνωμένες Πολιτείες με το «Αφροαμερικανός» ως υποχώρηση κατά του διχαστικού χρωματισμού στις διάφορες κοινότητες.[4] Σύμφωνα με το λεξικό Merriam-Webster, η λέξη έγχρωμος χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά τον 14ο αιώνα, αλλά με διαφορετικό νόημα από τη φυλή ή την εθνικότητα.[5]

Στη βρετανική χρήση, ο όρος αναφέρεται σε «πρόσωπο που είναι ολικώς ή μερικώς μη λευκής καταγωγής» και η χρήση του μπορεί να θεωρηθεί ως απαρχαιωμένη ή προσβλητική[6] [7] και προτιμώνται άλλοι όροι, ιδιαίτερα όταν αναφέρεται σε μία εθνότητα.

Στη Νότια Αφρική, ο όρος έγχρωμοι χρησιμοποιείται για να περιγράψει ανθρώπους με μικτή καταγωγή.[8] Έτσι, η Νότια Αφρική έχει κατατάξει ευρέως τους ανθρώπους σε τέσσερις φυλές, δηλαδή Μαύρους, Λευκούς, Έγχρωμους και Ινδούς.[9]

Σε άλλες αγγλόφωνες χώρες, ο όρος έχει ποικίλες έννοιες. Στη Νότια Αφρική, τη Ναμίμπια, τη Μποτσουάνα, τη Ζάμπια και τη Ζιμπάμπουε, ο όρος έγχρωμοι (συχνά με κεφαλαία) αναφέρεται τόσο σε μια συγκεκριμένη εθνοτική ομάδα σύνθετης μικτής προέλευσης, η οποία δεν θεωρείται ούτε μαύρη ούτε άσπρη και σε άλλα πλαίσια (συνήθως πεζά) της μικτής φυλής.

Ηνωμένες Πολιτείες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1851, ένα άρθρο στη The New York Times αναφέρθηκε στον «έγχρωμο πληθυσμό».[10] Το 1863, το Τμήμα Πολέμου ίδρυσε την Υπηρεσία των Έγχρωμων Στρατευμάτων.

Οι πρώτες 12 Απογραφές των Ηνωμένων Πολιτειών απαρίθμησε τους «έγχρωμους» ανθρώπους, οι οποίοι ανήλθαν σε εννέα εκατομμύρια το 1900. Οι απογραφές του 1910-1960 απαριθμούν τους «νέγρους». Το NPR ανέφερε ότι: «η χρήση της φράσης «έγχρωμοι» άνθρωποι κορυφώθηκε σε βιβλία που δημοσιεύθηκαν το 1970.».[11] «Δεν είναι ντροπή να είμαστε έγχρωμοι», δήλωσε ο μαύρος διασκεδαστής Μπέρτ Ουίλιαμς στις αρχές του αιώνα, «αλλά είναι απαίσια ενοχλητικό».[12]

«Οι έγχρωμοι άνθρωποι ζούσαν σε τρεις γειτονιές που ήταν ξεκάθαρα οριοθετημένες, όπως με σχοινιά ή τουρνικέ», έγραψε ο καθηγητής του Χάρβαρντ, Χένρι Λουίς Γκέιτς Τζ., όπου μεγάλωσε στη διαχωρισμένη Δυτική Βιρτζίνια στη δεκαετία του 1960. «Καλώς ήρθατε στην Έγχρωμη Ζώνη, θα μπορούσε να γράφει ένα μεγάλο τεντωμένο πανό... Φυσικά, ο έγχρωμοςς κόσμος δεν ήταν τόσο μια γειτονιά όσο μία κατάσταση ύπαρξης».[13] «Για το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής μου ηλικίας, δεν μπορούσαμε να φάμε σε εστιατόρια ή να κοιμηθούμε σε ξενοδοχεία, δεν μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε συγκεκριμένα μπάνια ή να δοκιμάσουμε ρούχα στα καταστήματα», θυμάται ο Γκέιτς. Η μητέρα του ανταπέδωσε μη αγοράζοντας ρούχα που δεν της επέτρεπαν να δοκιμάσει. Ο ίδιος θυμήθηκε να ακούει έναν λευκό να αποκαλεί εσκεμμένα τον πατέρα του με λάθος όνομα: «Ξέρει το όνομά μου, αγόρι (μου)», είπε ο πατέρας μου μετά από μια μακρά παύση, «Αποκαλεί όλους τους έγχρωμους ανθρώπους Τζορτζ». Όταν η ξαδέρφη του Γκέιτς έγινε η πρώτη μαύρη μαζορέτα στο τοπικό λύκειο, δεν της επιτρεπόταν να καθίσει μαζί με την ομάδα και να πίνει αναψυκτικό από γυάλινο ποτήρι, αλλά έπρεπε να σταθεί στο πάγκο πίνοντας από ένα χάρτινο ποτήρι. Ο καθηγητής Γκέιτς έγραψε επίσης για τις εμπειρίες του στο βιβλίο του 1995, Colored People: A Memoir (Έγχρωμοι Άνθρωποι: Ένα Απομνημόνευμα).[14]

Στον 21ο αιώνα, το «έγχρωμος» θεωρείται γενικά ως προσβλητικός όρος, λόγω του γεγονότος ότι οι πινακίδες κάτω από τον Τζιμ Κρόου απεικόνιζαν τον όρο «έγχρωμος».[6] [15] Ο όρος ζει στο όνομα της Εθνικής Ένωσης για την Πρόοδο των Έγχρωμων Ανθρώπων, που γενικά ονομάζεται NAACP. Το 2008, η διευθυντής επικοινωνιών της, Κάρλα Σιμς (Carla Sims), δήλωσε ότι: «ο όρος «έγχρωμος» δεν είναι υποτιμητικός, η NAACP επέλεξε τη λέξη «έγχρωμος» επειδή ήταν η πιο θετική περιγραφή που χρησιμοποιούταν συνήθως (το 1909, όταν ιδρύθηκε η ένωση). Είναι ξεπερασμένο και απαρχαιωμένο, αλλά όχι προσβλητικό».[16]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Statistical Abstract of the United States. Department of the Treasury, United States. 1934. σελ. 554. 
  2. Νίκολας Ντίκιν, Μπράϊαν Κοέν και Τζούλια ΜακΝιλ (1970). Colour, citizenship and British society: based on the Institute of Race Relations report. Panther Books. σελ. 57. Ανακτήθηκε στις 15 Ιανουαρίου 2017. 
  3. Τρίγκερ, Μπρους Γκ. (1978). Northeast. Smithsonian Institution. σελ. 290. Ανακτήθηκε στις 15 Ιανουαρίου 2017. 
  4. «Afro-American». Merriam-webster . com. Ανακτήθηκε στις 6 Φεβρουαρίου 2019. Definition of Afro-American: african American (First Known Use of Afro-American 1831, in the meaning defined above) 
  5. «Colored | Definition of Colored by Merriam-Webster». Merriam-webster.com. Ανακτήθηκε στις 28 Απριλίου 2016. 
  6. 6,0 6,1 «Is the word 'coloured' offensive?». Magazine (BBC News). 9 Νοεμβρίου 2006. http://news.bbc.co.uk/2/hi/uk_news/magazine/6132672.stm. Ανακτήθηκε στις 18 Αυγούστου 2012. «In times when commentators say the term is widely perceived as offensive, a Labour MP lost no time in condemning it "patronising and derogatory"» 
  7. «Definition of coloured in English». Oxford Dictionaries. Ανακτήθηκε στις 18 Αυγούστου 2012. In Britain it was the accepted term until the 1960s, when it was superseded (as in the US) by black. The term coloured lost favour among black people during this period and is now widely regarded as offensive except in historical contexts 
  8. «coloured». Oxford Dictionaries. Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Ανακτήθηκε στις 14 Απριλίου 2014. 
  9. Πόσελ, Ντέμπορα (2001). «What’s in a name? Racial categorisations under apartheid and their afterlife». Transformation. ISSN 0258-7696. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2006-11-08. https://web.archive.org/web/20061108101109/http://www.transformation.und.ac.za/issue%2047/47%20posel1.pdf. 
  10. New York Times. 18 Σεπτεμβρίου 1851, σελ. 3. 
  11. Μαλέσκι, Κι. «The Journey From 'Colored' To 'Minorities' To 'People Of Color' Facebook Twitter Google+ Email». NPR. Ανακτήθηκε στις 5 Φεβρουαρίου 2017. 
  12. Νέιλι, Χέρμπερτ Λ. Black Pride: The Philosophy and Opinions of Black Nationalism: A Six-Volume History of Black Culture in Two Parts AuthorHouse, 2005; (ISBN 1418416657), page 237 (Google Books)
  13. Γκέιτς Τζ., Χένρι Λούις, Growing Up Colored, American Heritage Magazine, Summer 2012, Volume 62, Issue 2
  14. Γκέιτς Τζ., Χένρι Λούις, Colored People: A Memoir, (Vintage, 1995), (ISBN 067973919X).
  15. «Derogatory Racial Terms to Avoid in Public». racerelations.about.com. About.com. Ανακτήθηκε στις 14 Φεβρουαρίου 2015. Some people may think it's okay to simply shorten that phrase ["people of color"] to "colored," but they're mistaken. Like "Oriental," "colored" harkens back to an era of exclusion, a time when Jim Crow was in full force, and blacks used water fountains marked "colored" and sat in the "colored" sections of busses, beaches and restaurants. In essence, the term stirs up painful memories. 
  16. «Lohan calls Obama 'colored', NAACP says no big deal». Mercury News. 12 Νοεμβρίου 2008. 
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Colored της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).