Άφωτη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η πρωτεύουσα της Καρπάθου του νομού Δωδεκανήσου, γνωστή ως Πηγάδια μέχρι το 1953 –οπότε μετονομάστηκε σε Κάρπαθο– βρίσκεται στα ανατολικά παράλια της επιμήκους νήσου, στο νότιο τμήμα του ομώνυμου κόλπου. Στις δυτικές παρυφές του οικισμού, στη θέση Άφωτη, αποκαλύφθηκε τρίκλιτη βασιλική, την οποία ο ανασκαφέας, Ηλίας Κόλλιας, χρονολόγησε με σχετική βεβαιότητα στα μέσα του 6ου αι. Το τοπωνύμιο της περιοχής (Άφωτη) αποτελεί πιθανότατα συντομευμένη μορφή του αρχικού, συνδεδεμένου με την ύπαρξη ναού αφιερωμένου στην Αγία Φωτεινή, ο οποίος θα μπορούσε να ταυτιστεί με τα ανασκαφέντα κατάλοιπα. Η βασιλική έπαψε να λειτουργεί για άγνωστους λόγους περί τα μέσα του 7ου αι. Στη θέση αυτή δημιουργήθηκε εργαστήριο αγγειοπλαστικής. Προστέθηκαν κτίσματα για την προετοιμασία πηλού, την αποθήκευση τροφίμων και την παρασκευή γευμάτων, επισκευάστηκε μέρος της βασιλικής ώστε να εξακολουθήσει να χρησιμοποιείται για λατρευτικούς σκοπούς, κατασκευάστηκαν τάφοι για τα μέλη της κοινότητας των αγγειοπλαστών. Σε απροσδιόριστη περίοδο ο χώρος εγκαταλείφθηκε και με την πάροδο του χρόνου μετατράπηκε σε ερειπιώνα. Τον τυχαίο εντοπισμό του (1972) και την ανασκαφική του διερεύνηση (1972-1975) ακολούθησε μερική αναστήλωση (1975) και μετατροπή του σε επισκέψιμο αρχαιολογικό χώρο. Τη χρηματοδότηση των εργασιών κατά την τρίτη και τέταρτη περίοδο (1974, 1975) ανέλαβε η Εταιρεία.

Γεωγραφικά και ιστορικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρωτεύουσα της Καρπάθου του νομού Δωδεκανήσου, γνωστή ως Πηγάδια μέχρι το 1953 –οπότε μετονομάστηκε σε Κάρπαθο– βρίσκεται στα ανατολικά παράλια της επιμήκους νήσου, στο νότιο τμήμα του ομώνυμου κόλπου. Η θέση, όπου τοποθετείται μία από τις αρχαίες πόλεις της νήσου, το Ποτίδαιον ή Ποσείδιον, εγκαταλείφθηκε κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας και μόλις στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αι. ιδρύθηκε σε αυτήν η υφισταμένη σήμερα πόλη. Στις δυτικές παρυφές της, στη θέση Άφωτη της παραλίας Βρόντη, στην αρχή της οδού που οδηγεί στο Απέρι στα ΒΔ. της πρωτεύουσας, αποκαλύφθηκε τρίκλιτη βασιλική το 1972. Μετά το πέρας της ανασκαφής και τη μελέτη του μνημείου, ο ανασκαφέας χρονολόγησε με σχετική βεβαιότητα την ανέγερσή της στα μέσα του 6ου αι. Το τοπωνύμιο της περιοχής (Άφωτη) αποτελεί πιθανότατα συντομευμένη μορφή του αρχικού, οφειλομένου στην ύπαρξη ναού αφιερωμένου στην Αγία Φωτεινή, ο οποίος θα μπορούσε να ταυτιστεί με τα ανασκαφέντα κατάλοιπα. Η βασιλική έπαψε να λειτουργεί για άγνωστους λόγους περί τα μέσα του 7ου αι. Στη θέση αυτή δημιουργήθηκε εργαστήριο αγγειοπλαστικής. Προστέθηκαν κτίσματα για την προετοιμασία πηλού, την αποθήκευση τροφίμων και την παρασκευή γευμάτων, επισκευάστηκε μέρος της βασιλικής ώστε να εξακολουθήσει να χρησιμοποιείται για λατρευτικούς σκοπούς, κατασκευάστηκαν τάφοι για τα μέλη της κοινότητας των αγγειοπλαστών. Σε απροσδιόριστη περίοδο ο χώρος εγκαταλείφθηκε και με την πάροδο του χρόνου μετατράπηκε σε ερειπιώνα. Τον τυχαίο εντοπισμό του (1972) και την ανασκαφική του διερεύνηση (1972-1975) ακολούθησε μερική αναστήλωση (1975) και μετατροπή του σε επισκέψιμο αρχαιολογικό χώρο.

Ανασκαφικές εργασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τη συμπτωματική ανακάλυψη το 1972 αρχιτεκτονικών μελών από εκσκαπτικό μηχάνημα στην παραλία του κόλπου των Πηγαδιών ακολούθησε ανασκαφή στο χώρο από την τοπική Εφορεία Αρχαιοτήτων υπό τη διεύθυνση του Επιμελητή (μετέπειτα Εφόρου) Αρχαιοτήτων Ηλία Ε. Κόλλια και μερική αναστήλωση του μνημείου, εργασίες οι οποίες διήρκεσαν ως το 1975. Τη χρηματοδότησή τους κατά την τρίτη και τέταρτη περίοδο (1974, 1975) ανέλαβε η Αρχαιολογική Εταιρεία. Κατά το διάστημα αυτό διερευνήθηκαν τα πλάγια κλίτη και ο νάρθηκας της βασιλικής και τα προσκτίσματα στα Β. και τα Ν. αυτής.

Μέσω των ανασκαφών ήλθε στην επιφάνεια ξυλόστεγη βασιλική και ένα σύνολο προσκτισμάτων στα Β. και τα Ν. αυτής. Η ύπαρξη πιθανώς τεσσάρων αρχαιότερων οικοδομικών φάσεων πιστοποιήθηκε από τη μερική αποκάλυψη εννέα επάλληλων στρωμάτων κάτω από το τελικό δάπεδο του ναού. Η βασιλική είναι τρίκλιτη με νάρθηκα στα Δ., ευρεία αξονική αψίδα στα Α. (ημικυκλική εσωτερικώς και ημιεξαγωνική με ημικυλινδρική την ανατολική της πλευρά εξωτερικώς, με βάση ενισχυμένη με τοιχίο) και μικρότερη ημικυκλική αψίδα στο ανατολικό άκρο του βορείου κλίτους. Τα κλίτη διακρίνονταν μεταξύ τους μέσω κιονοστοιχιών επί υπερυψωμένου κατά 0,25μ. στυλοβάτη, αποτελούμενων από 4 μαρμάρινους αρράβδωτους κίονες με ιωνικά κιονόκρανα και συμφυές επίθημα. Στην ανατολική απόληξη του νοτίου κλίτους αποκαλύφθηκε θύρωμα, το οποίο σε μεταγενέστερη φάση αποφράχθηκε. Στην αντίστοιχη του βορείου κατασκευάστηκε η αναφερθείσα αβαθής κόγχη της Πρόθεσης, στο εσωτερικό και εκατέρωθεν της οποίας ήλθαν στην επιφάνεια σπόνδυλοι πώρινων κιόνων, χρησιμοποιηθέντες εκ νέου πιθανώς ως Τράπεζε. Στο εσωτερικό της κόγχης του Ιερού ανεσκάφησαν οι τέσσερις σωζόμενοι από τους πέντε αρχικώς αναβαθμούς του συνθρόνου και μέρος της βάσης του επισκοπικού θρόνου, κατασκευασμένα στο σύνολό τους από επιχρισμένο πωρόλιθο, σε μικρή απόσταση προς τα Δ. η βάση της Τραπέζης και κάτω από αυτή μαρμάρινο κωνικό εγκαίνιο με κοίλη υποδοχή στην άνω επιφάνεια για την τοποθέτηση των λειψάνων. Τόσο οι μαρμάρινοι κιονίσκοι του κιβωρίου της Τραπέζης όσο και η κάτω πλάκα της ίδιας της Τραπέζης και τα περισσότερα μέλη του πειόσχημου φράγματος του πρεσβυτερίου (βάση, πεσσίσκοι, θωράκια) ήλθαν επίσης στην επιφάνεια, σε μεγάλο ποσοστό προερχόμενα από αρχαιότερα κτίσματα και επαναχρησιμοποιηθέντα σε οψιμότερες κατασκευές. Εξ αυτού συνάγεται ότι κατά την ύστερη φάση λειτουργίας της, η βασιλική δεν διέθετε πλέον φράγμα πρεσβυτερίου. Το δάπεδο του κεντρικού κλίτους κάλυπταν πήλινες πλάκες, εκείνο των πλαγίων πατημένο χώμα, σε στάθμη χαμηλότερη κατά 1,00-1,10μ. Στο νότιο κλίτος εντοπίστηκαν δύο λακκοειδείς τάφοι, στη ΒΑ. και στη ΝΔ. γωνία, με επτά ταφές ο πρώτος, κενός περιεχομένου ο δεύτερος. Η κατασκευή του ΒΑ. τάφου συνδέεται με την κατάργηση της ανατολικής θύρας του κλίτους. Αμέσως στα Δ. του ΒΑ. τάφου αποκαλύφθηκε ορθογώνιο όρυγμα, πιθανώς αποθέτης, ο οποίος περιείχε μόνο οικοδομικά κατάλοιπα. Το κεντρικό κλίτος διέθετε θρανία για το εκκλησίασμα, στο δυτικό του πέρας, εκατέρωθεν της βασιλείου πύλης. Στο βόρειο κλίτος, σε απόσταση 3,70μ. προς Δ. της κόγχης, ανεσκάφη κτιστή βαθμιδωτή κατασκευή με άξονα Β.-Ν., η οποία κατά τον ανασκαφέα συνιστά κατάλοιπο του άμβωνα. Η θύρα εισόδου στο νάρθηκα βρίσκεται στη νότια στενή πλευρά του, ενώ την ανατολική διατρυπούν τρεις θύρες, ανά μία προς κάθε κλίτος. Καθ’ όλο το μήκος της δυτικής πλευράς ήλθαν στην επιφάνεια τέσσερις παράλληλοι τοίχοι· κατά τον ανασκαφέα ο δυτικός είναι ο εξωτερικός του κτίσματος, ενώ οι τρεις ανατολικότεροι συνιστούν τη βάση ενός συνθρόνου προοριζομένου για το εκκλησίασμα. Σε μεταγενέστερη περίοδο τμήμα του Ιερού της κατεστραμμένης βασιλικής κατέλαβε μονόχωρος, πιθανώς καμαροσκεπής ναΐσκος (4,77 Χ 2,40μ.) με αβαθή κόγχη στα Α.

Τόσο στα Β. όσο και στα Ν. του ναού αποκαλύφθηκε αυλή (διμερής στα Β.) περικλείουσα προσκτίσματα, τα οποία στη βόρεια πλευρά επεκτείνονται και πέραν του περιβόλου. Εν επαφή με το βόρειο κλίτος και καθ’ όλο σχεδόν το μήκος του αναπτύσσεται τριμερές ορθογώνιο κτίσμα, (περ. 12,50 Χ 4μ.) με ημικυκλική κόγχη στην ανατολική του πλευρά, προσιτό από τα Β. και τα Ν. (από το ναό). Στο κτίσμα διαπιστώθηκαν δύο (αχρονολόγητες) οικοδομικές φάσεις, με περιορισμό του αρχικού μήκους του (14μ.) κατά τη δεύτερη. Στο ανατολικό διαμέρισμα, το οποίο κατά τον Η. Κόλλια χρησιμοποιείτο ως Διακονικό του ναού, εντοπίστηκαν θρανία κατά μήκος των μακρών πλευρών και η βάση Τραπέζης από επάλληλους πώρινους σπονδύλους στο εσωτερικό της κόγχης. Μόνο το δάπεδο του μεσαίου χώρου διέθετε κάλυψη –από τμήματα λίθινων και πλίνθινων πλακών–, στα εκατέρωθεν διαμερίσματα παρέμεινε το φυσικό έδαφος ορατό. Δύο ακόμη προσκτίσματα, μικρότερων διαστάσεων, αποκαλύφθηκαν στα Β. του ανατολικού διαμερίσματος. Πιθανότατα χρησίμευαν ως αποθήκες τροφίμων, καθώς στο δάπεδο τόσο του ορθογώνιου, κτισμένου εν επαφή με το Διακονικό, όσο και του συνεχόμενου προς Β. ημικυκλικού χώρου διατηρήθηκε ο πυθμένας εμπεπηγμένων σε αυτό αγγείων, τα οποία περιείχαν απανθρακωμένες οργανικές ουσίες. Ο νοτιότερος χώρος διέθετε επιπλέον εστία. Στα Β. της αυλής και των εν λόγω προσκτισμάτων ήλθαν στην επιφάνεια τρεις συνεχόμενοι χώροι, με μορφή ακανόνιστου ορθογωνίου και δάπεδο από τεμάχια κεραμίδων και βότσαλα θαλάσσης, οι οποίοι σε συνδυασμό με το παρακείμενο φρέαρ και μικρή ορθογώνια κινστέρνα ερμηνεύθηκαν από τον ανασκαφέα ως εργαστήριο παρασκευής πηλού. Ένας ακόμη ορθογώνιος χώρος, τυφλός, άγνωστης χρήσης, ανεσκάφη αμέσως στα ΝΔ. των τριών προαναφερθέντων. Η χρήση του μεγάλου (21 Χ 11,70μ.) χώρου στα Ν. της βασιλικής και του μικρού δωματίου στα ΒΔ. αυτού παραμένει άγνωστη. Στο εσωτερικό του τελευταίου αποκαλύφθηκε λακκοειδής τάφος περιέχων τέσσερις σκελετούς από τρεις διαφορετικές περιόδους. Η αυλή ήταν προσιτή μέσω θύρας στη ΒΔ. της γωνία, στα Ν. της μοναδικής εξωτερικής θύρας του νάρθηκα.

Μετά το πέρας της ανασκαφής αναστηλώθηκαν:

  • Από τη νότια κιονοστοιχία ο α’ εξ Α. κίονας και η δυτική παραστάδα
  • Από τη βόρεια κιονοστοιχία ο α’ και ο β’ εξ Α. κίονας και η δυτική παραστάδα
  • Από το τέμπλο τα ευρεθέντα τμήματα των θωρακίων, οι πεσσίσκοι και οι κιονίσκοι της κεντρικής πύλης του Ιερού και οι γωνιαίοι πεσσίσκοι. Για την εργασία αυτή συγκεντρώθηκαν, ταυτίστηκαν και συγκολλήθηκαν τα θραύσματα διάσπαρτων μελών που βρέθηκαν σε επανάχρηση.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ι. Η. Βολανάκης, Τα παλαιοχριστιανικά μνημεία της νήσου Καρπάθου, ΔΧ Ιστ’, 1998, 222-223
  • Η.Ε. Κόλλιας, Η παλαιοχριστιανική βασιλική της «Άφωτης» Πηγαδίων Καρπάθου, ΑΕ 1973, 143-160
  • Η.Ε. Κόλλιας, Η παλαιοχριστιανική βασιλική της Άφωτης στα Πηγάδια Καρπάθου, Καρπαθιακά Β’, 2006, 113-124
  • Η.Ε. Κόλλιας, Ανασκαφή εις «Άφωτην» Καρπάθου, ΠΑΕ 1974, 201-206, παρένθ. πίν. F’, πίν. 141-149
  • Η. Κόλλιας, Ανασκαφή παλαιοχριστιανικής βασιλικής Άφωτης Καρπάθου, ΠΑΕ 1975, 249-253, παρένθ. πίν. Η’, πίν. 222-227
  • Α.Κ. Ορλάνδος, Κάρπαθος. Άφωτη, Έργον 1974, 99-105
  • Α.Κ. Ορλάνδος, Κάρπαθος. Άφωτη, Έργον 1975, 159-163
  • Α.Κ. Ορλάνδος, Αναστήλωσις και συντήρησις μνημείων, Έργον 1975, 206-207

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]