Άρση βαρών

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Άρση βαρών

Η άρση βαρών είναι αγωνιστικό ατομικό άθλημα που συμπεριλαμβάνεται και στους Ολυμπιακούς Αγώνες και διεξάγεται σύμφωνα με κανόνες που έχει θεσπίσει η Διεθνής Ομοσπονδία Άρσης Βαρών (IWF). Στόχος του αθλητή είναι να σηκώσει ένα διαλτήρα (κοινώς μπάρα), μήκους περίπου 2 μέτρων, όπου στις άκρες του φέρει προσαρμοσμένα προσθαφαιρετά δισκοειδή βάρη. Το αγώνισμα διακρίνεται σε πολλές κατηγορίες ανάλογα με το βάρος του αθλητή. Οι αθλητές του αγωνίσματος αυτού ονομάζονται αρσιβαρίστες.

Η ηλικία ενασχόλησης με την άρση βαρών για παιδιά και εφήβους ξεκινά από την ηλικία των 12-13 ετών1, ενώ σε μικρότερη ηλικία τα παιδιά εξασκούνται κυρίως στην εκμάθηση της τεχνικής με τη χρήση ξύλινης μπάρας (χωρίς βάρη) και σε παιγνιώδεις δραστηριότητες. Οι αθλητές που επιθυμούν να ασχοληθούν με την άρση βαρών θα πρέπει προηγουμένως να υποβληθούν σε ιατρικές εξετάσεις καρδιάς, σπονδυλικής στήλης και κοιλιακών μυών που θα πρέπει να βρεθούν σε πολύ καλή, (άριστη), κατάσταση.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχαιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από αρχαιοτάτων χρόνων η άρση βαρών συμβόλιζε το σπορ της δύναμης και της σωματικής ομορφιάς. Στο Πελόπιο του νομού Ηλείας βρέθηκε μια βαριά πέτρα 143,5 κιλών με λαβή να πιάνεται από το ένα χέρι. Στην πέτρα αυτή γράφεται το εξής: «Ο αθλητής Βυήβων με ανύψωσε με το ένα χέρι επάνω από το κεφάλι του». Οι αρχαιολόγοι πιστεύουν, ότι αυτή η πέτρα χρονολογείται από τον 6ο αιώνα π.Χ. Στη Σαντορίνη βρέθηκε μια άλλη ογκώδης πέτρα βάρους 480 κιλών που επάνω της είχε χαραγμένη την πληροφορία ότι ο αθλητής Εύμαστας, γιος του Κριτόβουλου, τη σήκωσε από το έδαφος. Αυτό το αγώνισμα όμως, το σήκωμα δηλαδή βαριών αντικειμένων δεν είχε καθιερωθεί στους μεγάλους πανελλήνιους αγώνες, παρά μόνο γίνονταν περιθωριακά. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε μουσείο στη Γερμανία υπάρχει ένα κύπελλο που είναι όμοιο με αυτό που έδιναν οι αρχαίοι Έλληνες και πάνω του είναι ζωγραφισμένη η προσπάθεια ενός αθλητή που σήκωσε το μεγαλύτερο βάρος και στέφθηκε νικητής.

Σύγχρονη εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη σύγχρονη εποχή το άθλημα της άρσης βαρών εμφανίζεται στις αρχές του 19ου αιώνα. Πρώτος ο Γάλλος Ντεμονέ το 1896 κωδικοποίησε τους κανόνες του αθλήματος δημιουργώντας τον «Όμιλο Άρσεως Βαρών της Γαλλίας» που το 1913 εξελίχθηκε σε Ομοσπονδία. Στους Α΄ Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896 που διεξάχθηκαν στην Αθήνα πρωτοεμφανίστηκε το άθλημα χωρίς επιμέρους κατηγορίες με διαφορετικούς όμως κανόνες από τους σημερινούς, όπως η άρση βάρους με το ένα χέρι ή με τα δύο χέρια.

Κατηγορίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κανονισμοί του αθλήματος της άρσης βαρών τροποποιήθηκαν διαδοχικά το 1914, το 1924, το 1928 και νεότερα. Μέχρι τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μεξικού (1968) υπήρχαν αναγνωρισμένες 7 κατηγορίες του αθλήματος αυτού, οι οποίες και ήταν:

  1. Κατηγορία "Πετεινού", στην οποία λάμβαναν μέρος αθλητές βάρους μέχρι 56 κιλών.
  2. Κατηγορία "Πτερού", όπου λάμβαναν μέρος αθλητές βάρους από 56 κ. μέχρι 60 κιλά.
  3. Κατηγορία "Ελαφρών Βαρών", όπου συμμετέχουν αθλητές από 60 κ. μέχρι 67,5 κιλά.
  4. Κατηγορία "Μέσων Βαρών", για αθλητές βάρους από 67,5 κ. μέχρι 75 κιλά.
  5. Κατηγορία "Ημιβαρέων Βαρών", για αθλητές από 75 κ. μέχρι 82,5 κιλά.
  6. Κατηγορία "Ελαφρών βαρέων Βαρών", για αθλητές από 82,5 κ. μέχρι 90 κιλά, και
  7. Κατηγορία "Βαρέων Βαρών", όπου συμμετείχαν αθλητές βάρους μεγαλύτερο των 90 κιλών.

Στην Ολυμπιάδα του Μεξικού αποφασίστηκε τότε η προσθήκη δύο ακόμη κατηγοριών, μία μικρότερη και μία μεγαλύτερη των προηγουμένων, οι οποίες ήταν:

  1. Κατηγορία "Μύγας", για αθλητές βάρους μέχρι 52 κιλών και
  2. Κατηγορία "Υπερβαρέων Βαρών", για αθλητές βάρους μεγαλύτερου των 110 κιλών.

Από την Ολυμπιάδα του Σύδνεϋ συμμετέχουν και οι γυναίκες, ενώ οι κατηγορίες έχουν πλέον αλλάξει και είναι 8 για τους άνδρες και 7 για τις γυναίκες[1]:

Άνδρες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Κατηγορία αθλητών σωματικού βάρους μικρότερου των 56,00 κιλών.
  • Κατηγορία αθλητών σωματικού βάρους από 56,01 κιλών μέχρι 62,00 κιλών.
  • Κατηγορία αθλητών σωματικού βάρους από 62,01 κιλών μέχρι 69,00 κιλών.
  • Κατηγορία αθλητών σωματικού βάρους από 69,01 κιλών μέχρι 77,00 κιλών.
  • Κατηγορία αθλητών σωματικού βάρους από 77,01 κιλών μέχρι 85,00 κιλών.
  • Κατηγορία αθλητών σωματικού βάρους από 85,01 κιλών μέχρι 94,00κιλών.
  • Κατηγορία αθλητών σωματικού βάρους από 94,01 κιλών μέχρι 105,00 κιλών.
  • Κατηγορία αθλητών σωματικού βάρους μεγαλύτερου των 105,01 κιλών.

Γυναίκες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Κατηγορία αθλητριών σωματικού βάρους μικρότερου των 48,00 κιλών.
  • Κατηγορία αθλητριών σωματικού βάρους από 48,01 κιλών μέχρι 53,00 κιλών.
  • Κατηγορία αθλητριών σωματικού βάρους από 53,01 κιλών μέχρι 58,00 κιλών.
  • Κατηγορία αθλητριών σωματικού βάρους από 58,01 κιλών μέχρι 63,00 κιλών.
  • Κατηγορία αθλητριών σωματικού βάρους από 63,01 κιλών μέχρι 69,00 κιλών.
  • Κατηγορία αθλητριών σωματικού βάρους από 69,01 κιλών μέχρι 75,00 κιλών.
  • Κατηγορία αθλητριών σωματικού βάρους μεγαλύτερου των 75,01 κιλών.

Σύγχρονη Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη σύγχρονη Ελλάδα η άρση βαρών εμφανίστηκε στους πρώτους Ολυμπιακούς αγώνες της Αθήνας το 1896. Ο Αλέξανδρος Νικολόπουλος πήρε την τρίτη θέση (με ένα χέρι στο ζετέ) και σήκωσε 57,5 κιλά. Στους ίδιους αγώνες ο Σωτήρης Βέρσης κέρδισε επίσης την τρίτη θέση και σήκωσε 110 κιλά και με τα δύο χέρια. Την εποχή εκείνη οι αγώνες της άρσης βαρών γίνονταν με ένα και με δύο χέρια. Στις Η.Π.Α. κατά τη διάρκεια της τρίτης Ολυμπιάδας του Αγίου Λουδοβίκου το 1904, ο Περικλής Κακούσης σήκωσε 111,67 κιλά και με τα δύο χέρια και κατέλαβε την πρώτη θέση. Αργότερα στη Μεσολυμπιάδα της Αθήνας, το 1906, ο Δημήτρης Τόφαλος ανύψωσε 142,5 κιλά (142,8 κ.), με τα δύο χέρια, ήρθε πρώτος και έγινε εθνικός ήρωας, εκ του γεγονότος ότι η επίδοση αυτή ήταν παγκόσμιο ρεκόρ που διατήρησε μέχρι το 1914.

Την εποχή εκείνη (1896-1906) τμήματα άρσης βαρών υπήρχαν μόνο στην εταιρία Πατρών, στον Πανελλήνιο Γυμναστικό Σύλλογο και στον Εθνικό Γυμναστικό Σύλλογο. Άλλοι Έλληνες αθλητές που διακρίθηκαν την εποχή εκείνη ήταν οι Χριστόπουλος, Φωκάς, Γεωργιάδης, Βαρανάκης και αργότερα οι Βερεξής και Δρούκας. Μετά το 1910 η κίνηση γύρω απ΄ αυτό το αγώνισμα σχεδόν νεκρώθηκε στην Ελλάδα, αφού δεν υπήρξε κανένα ενδιαφέρον

Η άρση βαρών εμφανίστηκε και πάλι το 1948-1949, όπου μία νέα κίνηση ξεκίνησε από τον Εθνικό Γυμναστικό Σύλλογο όταν ο γνωστός φίλαθλος και εργάτης της πάλης και της άρσης βαρών Ζακ Καριωτάκης ζήτησε από την Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων, Ε.Ο.Α., να φέρει στην Ελλάδα τα πρώτα σύγχρονα όργανα του αθλήματος. Τότε δημιουργήθηκε και το πρώτο καταστατικό του αθλήματος και σιγά - σιγά άρχισαν να οργανώνονται αγώνες επίδειξης. Τότε οι παλμοί της άρσης βαρών ήταν πέντε: απόσπαση με ένα χέρι (αρασέ), εκτίναξη με ένα χέρι (ζετέ), δυναμικό πρες με δύο χέρια, απόσπαση με δύο χέρια και εκτίναξη με δύο χέρια. Έτσι η άρση βαρών συγχωνεύτηκε με την πάλη μέχρι το 1972. Επίσης την ίδια χρονιά έγινε ριζική αλλαγή όσον αφορά τους παγκόσμιους κανονισμούς και οι άρσεις περιορίστηκαν σε τρεις κινήσεις: στο πρες ντεβελοπέ, στο αρασέ και επολέ ζετέ. Στους τοπικούς αγώνες οι άρσεις εξακολουθούσαν να είναι πέντε.

Το 1951-1952 ο πρώτος που δίδαξε την τεχνική στους αθλητές του Εθνικού ήταν ο Ιταλός προπονητής της πάλης Μπιάνκι. Το 1961 έγιναν στην Ελλάδα οι πρώτοι μεγάλοι αγώνες επίδειξης της ολυμπιακής άρσης βαρών που σημείωσαν τεράστια επιτυχία. Η άρση βαρών στη Θεσσαλονίκη και γενικά στη Βόρειο Ελλάδα εμφανίστηκε με τη μορφή λαϊκών αγώνων και επιδείξεων σε διάφορους αθλητικούς χώρους, όπως στα γυμναστήρια της ΧΑΝΘ, του ΒΑΟ, του ΝΟΘ.
Σιγά - σιγά η άρση βαρών εξελίχθηκε και σε άλλες περιοχές της χώρας και ειδικά στα νησιά. Το πρώτο πανελλήνιο πρωτάθλημα έγινε το 1964 με διοργανωτή τον Παναθηναϊκό και πήραν μέρος αρκετοί αθλητές από όλους τους συλλόγους που είχαν δημιουργήσει τμήματα άρσης βαρών. Μετά την Ολυμπιάδα του Μονάχου η παγκόσμια ομοσπονδία αποφάσισε να καταργήσει την κίνηση ντεβελοπέ. Έτσι στην άρση βαρών παρέμειναν μόνο δύο κινήσεις, το αρασέ και το ζετέ, όπως ισχύει και σήμερα.

Η ελληνική άρση βαρών συγκαταλέγεται στις καλύτερες του κόσμου. Στην Ολυμπιάδα της Βαρκελώνης ο Πύρρος Δήμας κατέκτησε χρυσό μετάλλιο, ενώ θαυμάσια εμφάνιση είχε και ο Βαλέριος Λεωνίδης. Στην Ολυμπιάδα της Ατλάντα η άρση βαρών κατήγαγε θρίαμβο με 2 χρυσά μετάλλια από τους Πύρρο Δήμα και Κάχι Καχιασβίλι, 3 ασημένια μετάλλια με τον Βαλέριο Λεωνίδη, τον Τζαλίλη και τον Κόκκα, καθώς και 2 τέταρτες θέσεις με νέους ελπιδοφόρους αθλητές. Πολύ καλή εντύπωση στους θεατές έκανε η πειθαρχία της ομάδας και η καθοδήγηση του προπονητή Χρήστου Ιακώβου.

Χώρος – όργανα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το άθλημα της άρσης βαρών εκτελείται συνήθως επί ξύλινης εξέδρας επενδεδυμένη με ειδικό υλικό ιδιαίτερης αντοχής με μήκος πλευράς 4 μέτρων.

Όργανα του αθλήματος είναι ο διαλτήρας, (κοινώς μπάρα), και οι μεταλλικοί δίσκοι βάρους, (κοινώς δισκόβαρα).
Η μπάρα είναι συμπαγής μεταλλική ράβδος συνήθως επινικελωμένη διαμέτρου 3 εκατοστών όπου στις άκρες της που καταλήγουν σε σπείρωμα προσαρμόζονται τα δισκόβαρα τα οποία και στερεώνονται με ασφαλιστικούς κοχλίες. Το μεγαλύτερο ελεύθερο μήκος της μπάρας μεταξύ των προσαρμοσμένων στις άκρες της βαρών είναι 1,30 μ. Το ύψος της μπάρας με τα φερόμενα σ΄ αυτή βάρη δεν θα πρέπει ν΄ απέχει από το έδαφος τα 21 εκατοστά. Συνεπώς οι δίσκοι βάρους δεν μπορεί να έχουν διάμετρο μεγαλύτερη των 45 εκατοστών. Οι μπάρες που χρησιμοποιούνται από τους άντρες αθλητές ζυγίζουν 20 κιλά και οι μπάρες που χρησιμοποιούνται από τις γυναίκες αθλήτριες ζυγίζουν 15 κιλά και φέρουν διακριτικά χρώματα για να διευκολύνουν την ναγνώρισή τους. Οι αντρικές μπάρες φέρουν μπλε διακρικτικά και οι γυναικείς μπάρες φέρουν κίτρινα διακριτικά. Τα χρώματα αντιστοιχούν στα χρώματα των δισκόβαρων 15 και 20 κιλών.

Το προς άρση βάρος (μπάρας και βαρών) μπορεί να αυξηθεί κατά 1κιλό τουλάχιστον σε κάθε άρση. Τα δισκόβαρα είναι είναι κατασκευασμένα από καουτσούκ ώστε να αντέχουν τη ρήψη μετά από μια επιτυχημένη ή μία αποτυχημένη άρση. Τα δισκόβαρα που χρησιμοποιούνται στους Ολυμπιακούς αγώνες ακολουθούν τα διεθνή στάντραρ χρωματισμού ανά βάρος. Οι δίσκοι 10 κιλών είναι πράσινοι, οι δίσκοι 15 κιλών είναι κίτρινοι, οι δίσκοι 20 κιλών είναι μπλε και οι δίσκοι 25 κιλών είναι κόκκινοι. Μικρότεροι μεταλλικοί δίσκοι χρησιμοποιούνται επίσης για μικρές αυξήσεις στα βάρη. Οι χρωματισμοί ακολουθούν τον ίδιο κώδικα. Οι δίσκοι 1 κιλού είναι πράσινοι, οι δίσκοι 1,5 κιλού είναι κίτρινοι, οι δίσκοι 2 κιλών είναι μπλε, οι δίσκοι 2,5 κιλών είναι κόκκινοι και οι δίσκοι 5 κιλών καθώς και 0,5 κιλού είναι άσπροι.[2]:

Κινήσεις άρσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα πάντα με το επίσημο πρόγραμμα των Ολυμπιακών Αγώνων οι επίσημες κινήσεις της άρσης βαρών είναι δύο, τα ονόματα των οποίων προερχόμενα εκ της γαλλικής γλώσσας είναι α) αρασέ(απόσπαση) Το αρασέ είναι η πρώτη από τις δύο ανυψώσεις βαρών στο άθλημα της άρσης βαρών που ακολουθείται από το ζετέ. Ο στόχος του αρασέ είναι να άρει την μπάρα από το έδαφος πάνω από το κεφάλι σε μια συνεχή κίνηση. Υπάρχουν τέσσερις κύριες μορφές της αρασέ που χρησιμοποιούνται: squatsnatch (ή πλήρη αρασέ), splitsnatch, powersnatch, και musclesnatch. Η squatsnatch και splitsnatch είναι οι πιο κοινές μορφές που χρησιμοποιούνται σε διαγωνισμούς, ενώ powersnatch και musclesnatch είναι ως επί το πλείστον χρησιμοποιούνται για εκπαιδευτικούς σκοπούς. Στο squatsnatch, ο αθλητής σηκώνει τον πήχη όσο πιο ψηλά γίνεται και θέλει να θέσει τον εαυτό του κάτω από αυτό σε μια κατάληψη θέσης, λαμβάνει τη μπάρα πάνω από το κεφάλι με τα χέρια τεντωμένα, μειώνοντας το απαιτούμενο ύψος της ράβδου, ως εκ τούτου, αυξάνοντας την ποσότητα του βάρους που ο αθλητής μπορεί να σηκώσει με επιτυχία. Στο splitsnatch, ο αθλητής σηκώνει τον πήχη όσο πιο ψηλά γίνεται και θέλει να θέσει τον εαυτό του κάτω από την μπάρα παρόμοια με την squatsnatch αλλά ο αθλητής "χωρίζει" τα πόδια του, τοποθετώντας το ένα πόδι μπροστά από το αυτόν και ένα πίσω, επιτρέποντας στον εαυτό του να λάβει τα βάρη πάνω από το κεφάλι, όπως στο squatsnatch. Η splitsnatch έχει γίνει λιγότερο δημοφιλής με την αυξημένη φήμη του squatsnatch αλλά χρησιμοποιείται από ορισμένους αθλητές. Στο powersnatch, ο αθλητής σηκώνει τη μπάρα όσο πιο ψηλά γίνεται και θέλει να την λάβει πάνω από το κεφάλι με μόνο μια μικρή στροφή του γόνατος και του ισχίου, αυξάνοντας το ύψος που πρέπει να αρθεί η μπάρα και μειώνοντας το βάρος που με επιτυχία μπορεί να σηκώσει. Στο musclesnatch, ο αθλητής σηκώνει τη μπάρα σε όλη τη διαδρομή πάνω από το κεφάλι με τα χέρια κλειδωμένα και το ισχίο και το γόνατο σε πλήρη έκταση. , β) επωλέ-ζετέ (επωμισμός και εκτίναξη). Το πρόγραμμα των Ολυμπιακών Αγώνων περιελάμβανε και μια τρίτη κίνηση, την κίνηση του ντεβελοπέ, η οποία καταργήθηκε από το πρόγραμμα μετά το τέλος των Αγώνων του 1972.

  • Σημειώνεται ότι κάθε αθλητής, ανά κατηγορία, δικαιούται να εκτελέσει τρεις προσπάθειες σε κάθε κίνηση. Νικητής ανακηρύσσεται εκείνος που θα πετύχει το μεγαλύτερο άθροισμα βάρους που έχει υψώσει στις τρεις κινήσεις. Σε περίπτωση ίδιου αθροίσματος μεταξύ αθλητών την πρώτη θέση κερδίζει ο ελαφρύτερος σε βάρος, όπου για το σκοπό αυτό όλοι οι αθλητές πριν τον αγώνα ζυγίζονται. Σε περίπτωση ίδιου αθροίσματος και ίδιου σωματικού βάρους μεταξύ δύο αθλητών, την πρώτη θέση καρδίζει ο αθλητής που εκτέλεσε πρώτος την άρση.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica τομ.13ος, σελ.328
  2. Γ. Σαρογλάκης και Δ. Ζαρζαβατσίδης, Άρση Βαρών, Εκδόσεις Χριστοδουλίδη, Θεσσαλονίκη 2004
 LP  Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το αντίστοιχο λήμμα της Live-Pedia. (ιστορικό).

Η εισαγωγή του κειμένου της Livepedia στη Βικιπαίδεια έγινε πριν την 1η Νοεμβρίου 2008, συνεπώς ισχύει η διπλή αδειοδότηση υπό την άδεια CC-BY-SA 3.0 και την GFDL.