Μετάβαση στο περιεχόμενο

Άρβιντ Άουγκουστ Αφζέλιους

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Άρβιντ Άουγκουστ Αφζέλιους
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση6  Μαΐου 1785
Fjällåkra
Θάνατος25  Σεπτεμβρίου 1871
Enköping parish
Τόπος ταφήςd:Q115303505
Χώρα πολιτογράφησηςΣουηδία
ΘρησκείαΛουθηρανισμός
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΣουηδικά
Εκπαίδευσηδιδάκτωρ φιλοσοφίας
ΣπουδέςΠανεπιστήμιο της Ουψάλα
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταποιητής
ιερέας
μουσικολόγος
συγγραφέας
μεταφραστής
ιστορικός
βοτανολόγος
συνεισφέρων συντάκτης
parson
Οικογένεια
ΤέκναFridlef Afzelius
Henrik Nicolai Clausen Afzelius
ΓονείςPer Afzelius
ΑδέλφιαLars Peter Afzelius
ΟικογένειαAfzelius family
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Άρβιντ Άουγκουστ Αφζέλιους (σουηδ. Arvid August Afzelius‎‎, 8 Οκτωβρίου 1785 – 2 Σεπτεμβρίου 1871) ήταν Σουηδός λόγιος συγγραφέας, πάστορας, ποιητής[1] και εθνολαογράφος.

Γεννήθηκε στον Δήμο του Φαλτσέπινγκ, ενώ από το 1828 μέχρι τον θάνατό του ήταν εφημέριος στο Έντσεπινγκ. Είναι γνωστός κυρίως για τη συνεργασία του με τον ιστορικό Έρικ Γκούσταφ Γκέιερ στη μνημειώδη συλλογή σουηδικών δημοτικών τραγουδιών Svenska folk-visor från forntiden (3 τόμοι, Στοκχόλμη 1814-1817).[1][2]

Επίσης ο Αφζέλιους δημοσίευσε μεταφράσεις στη νέα σουδική γλώσσα της Ποιητικής Έδδας και του Έπους του Χέρβαρ, καθώς και μια ιστορία της Σουηδίας μέχρι την εποχή του Καρόλου ΙΒ΄ (έγινε γνωστότερη όταν κυκλοφόρησε μια γερμανική μετάφρασή της το 1842), αλλά και μερικά δικά του ποιήματα.[2] Ο Αφζέλιους πέθανε στο Έντσεπινγκ σε ηλικία 85 ετών.


  1. 1 2 Garzanti, Aldo (1974). Enciclopedia Garzanti della letteratura (στα Ιταλικά). Μιλάνο: Garzanti. σελ. 6. Unknown parameter |orig-date= ignored (βοήθεια)
  2. 1 2
     
    Μία ή περισσότερες προτάσεις από το προηγούμενο κείμενο ενσωματώνει κείμενο από έκδοση που είναι πλέον κοινό κτήμα: Chisholm, Hugh, επιμ.. (1911) «Afzelius, Arvid August» Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάννικα 1 (11η έκδοση) Cambridge University Press, σελ. 362
  • Το λήμμα «Αφζέλιους, Άρβιντ Αύγουστος» στη Νέα Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια «Χάρη Πάτση», τόμος 7, σελ. 447