Άξελ φον Φέρσεν ο Νεότερος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Άξελ φον Φέρσεν ο Νεότερος
Hans Axel von Fersen2.jpg
Πλήρες όνομα
Χανς Άξελ φον Φέρσεν
Τίτλοι και προσφωνήσεις
Μέγας Στρατάρχης της Σουηδίας, Συνταγματάρχης στο Σουηδικό στρατό, Ιππότης του Τάγματος του Ξίφους, Υπολοχαγό του Ιππικού του Βασιλιά Γουσταύου Γ’, Δεύτερος Συνταγματάρχης του Βασιλικού Συντάγματος των Δυο Γεφυρών, Ιππότης του Τάγματος της Στρατιωτικής Αξίας.
Γέννηση4 Σεπτεμβρίου 1755 (1755-09-04)
Στοκχόλμη, Σουηδία
Θάνατος20 Ιουνίου 1810 (54 ετών)
Στοκχόλμη, Σουηδία
Τόπος ταφήςΣτοκχόλμη, Σουηδία
ΠατέραςΆξελ φον Φέρσεν ο Πρεσβύτερος
ΜητέραΧεδβίγη Κατερίνα φον Φέρσεν
ΙδιότηταΣουηδός Κόμης και Λόρδος, Στρατηγός του Ιππικού στον Βασιλικό Σουηδικό, Εμπιστευτικός βοηθός του Ζαν Μπατίστ Ντονασιάν ντε Βιμέρ, Διπλωμάτης και Πολιτικός.

Ο Χανς Άξελ φον Φέρσεν (σουηδικά: Hans Axel von Fersen) (4 Σεπτεμβρίου 1755 - 20 Ιουνίου 1810), ευρέως γνωστός ως Αξέλ ντε Φερσέν στη Γαλλία, ήταν Σουηδός Κόμης, Στρατηγός του Ιππικού στον Βασιλικό Σουηδικό Στρατό, ένας από τους Λόρδους του Βασιλείου, Εμπιστευτικός βοηθός του Ζαν Μπατίστ Ντονασιάν ντε Βιμέρ, Κόμη του Ροσαμπού στον Αμερικανικό Επαναστατικό Πόλεμο, διπλωμάτης και πολιτικός, και φίλος της Βασίλισσας Μαρίας Αντουανέτας της Γαλλίας. Δολοφονήθηκε (με λυντσάρισμα) από ένα όχλο στη Στοκχόλμη.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καταγωγή και παιδικά χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Άξελ φον Φέρσεν γεννήθηκε το 1755 και ήταν γιος του Αρχιστράτηγου Άξελ φον Φέρσεν του Πρεσβύτερου και της Κόμισσας Χεδβίγης Κατερίνα Ντε λα Γκάρντι . Ήταν ανιψιός της Κόμισσας Εύας Εκεμπάντ και εγγονός του Στρατηγού Χανς Ρέινχολντ Φέρσεν. Ο Άξελ ήταν ο δεύτερος ανάμεσα σε τέσσερα παιδιά. Είχε δύο αδελφές, τη Χεδβίγη Ελεονώρα και την Εύα Σοφία, και έναν αδελφό, τον Φαβιανό Ρέϊνχολντ φον Φέρσεν. Είχε επίσης δύο ξαδέλφες, την Ούλρικα φον Φέρσεν και τη Χριστίνα Αυγούστα φον Φέρσεν, οι οποίες ήταν κυρίες επί των τιμών και επίτιμα μέλη της κοινωνίας την εποχή της βασιλείας των Γουστάυων (Gustavian era).

Ο Άξελ φον Φέρσεν σε νεαρή ηλικία

Οι πρόγονοι του Φον Φέρσεν ήρθαν από την Εσθονία στη Σουηδία την περίοδο του Τριακονταετή Πόλεμου, ο οποίος έλαβε χώρα από το 1618 έως το 1648. Η οικογένεια έγινε γνωστή κατά τη διάρκεια της Βασιλείας: της Χριστίνας της Σουηδίας, του Κάρολου Ι΄ και του Κάρολου ΙΑ΄. Το 1735, η οικογένεια Φον Φέρσεν αγόρασε το Παλάτι «Steninge», το οποίο έχει θέα στη Μέλαρεν, μια λίμνη έξω από τη Στοκχόλμη της Σουηδίας.

Ο πατέρας του Φον Φέρσεν, ήταν «εκ των πραγμάτων» κοινοβουλευτικός ηγέτης του κόμματος «Hats», ο πιο ισχυρός πολιτικά άνθρωπος στη Σουηδία εκείνη την εποχή, καθώς επίσης και ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους στο Βασίλειο. Κατείχε επίσης τέσσερα μεγαλοπρεπή Μέγαρα στη Σουηδία: το Κάστρο «Λόφσταντ» (το οποίο κληρονόμησε μέσω της συζύγου του), το Παλάτι «Στιάνιγκε», το Κάστρο «Λιούγκ» και τέλος το Κάστρο «Μάλσακερ». Είχε επίσης ορυχεία, εκτάσεις γης, δάση και χυτήρια σιδήρου στη Σουηδία και τη Φινλανδία, και μεγάλο μερίδιο της εταιρείας «Swedish East India Company», της πιο κερδοφόρας επιχείρησης που είχε ποτέ η χώρα.

Ο νεότερος Άξελ επηρεάστηκε από τη γαλλική κουλτούρα, εν μέρει λόγω των υπηρεσιών του πατέρα του στον Λουδοβίκο ΙΕ’ της Γαλλίας. Κάτω από τον παιδικό του δάσκαλο, ο φον Φέρσεν έμαθε αρκετές γλώσσες όπως Γαλλικά, Λατινικά, Αγγλικά, Γερμανικά και Ιταλικά. Η μετέπειτα εκπαίδευσή του ήταν κυρίως στρατιωτική.

Η μεγάλη περιοδεία (1771–1775)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 3 Ιουλίου 1770, ο Άξελ έκανε το πρώτο του ταξίδι στο εξωτερικό με σκοπό να δει τον κόσμο και να ολοκληρώσει τις σπουδές του σε στρατιωτικές ακαδημίες, συμπεριλαμβανομένων των Μπράουνσβαϊγκ, Τορίνο, Στρασβούργο και Λύνεμπουργκ. Τον Οκτώβριο του 1771, πέρασε από την Ελβετία, και στη Φερνέ γνώρισε τον φιλόσοφο Βολταίρο. Στην Αγγλία σχεδόν επτά χρόνια αργότερα, ο φον Φέρσεν αναπόλησε τη συνάντηση:

Ήμουν μόλις δύο ώρες στην περιοχή του όταν ήμουν στη Γενεύη πριν από μερικά χρόνια. Ο Μ. Κωνστάντ, ένας οικείος φίλος του, μου έδωσε μια συστατική επιστολή από εκείνον ... Με εντυπωσίασε η ομορφιά των ματιών του και η ζωντάνια της έκφρασης του. Ομολογώ ότι, ήταν η περιέργεια, παρά ο θαυμασμός, που με ώθησε να τον γνωρίσω ... Δεν είναι μόνο εξαιρετικά έξυπνος, αλλά και πολύ τυχερός. Ένας από τους λόγους της επιτυχίας του είναι ότι δεν είναι δημοφιλής, είναι αξιοθαύμαστος και φίλος με άλλους διαφορετικούς και συνάμα σημαντικούς ανθρώπους, με τέτοιο τρόπο ώστε η φήμη του δεν μπορεί να μην εξαπλωθεί.[1]

Τον Νοέμβριο του 1772, ο φον Φέρσεν συνέχισε στο Τορίνο της Ιταλίας, όπου επισκέφτηκε τον Βασιλιά Κάρολο Εμμανουήλ Γ΄. Τον Ιανουάριο του 1774 τα ταξίδια του τον οδήγησαν στη Γαλλία, όπου έγινε μισθωτός αυλικός του Βασιλιά Λουδοβίκου ΙΕ’, και της μαιτρέσας του, Μαντάμ ντυ Μπαρί. Ενόσω βρισκόταν στις Βερσαλλίες, παρακολούθησε την τελετή του Τάγματος του Αγίου Πνεύματος. Ωστόσο, μετά από μια εβδομάδα και κάτι, ο φον Φέρσεν συναντήθηκε για πρώτη φορά με τη Μαρία Αντουανέτα, την τότε Δελφίνα:

Η Δελφίνα μου μιλούσε για πολύ καιρό χωρίς να γνωρίζω ποια είναι. Όταν τελικά έμαθα την ταυτότητα της, ο περίγυρος της βρισκόταν πιεστικά τριγύρω της και βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Στις τρεις η ώρα, έφυγα από τον χορό.[2]

Ο Φον Φέρσεν συνέχισε τη μεγάλη του περιοδεία, ταξιδεύοντας στην Αγγλία όπου έμεινε για περίπου τέσσερις μήνες και συναντήθηκε με τον Βασιλιά Γεώργιος Γ΄ και τη βασίλισσα Καρλόττα. Στις αρχές του 1775, ο Άξελ είχε επιστρέψει στη Σουηδία, όπου παρέμεινε για περίπου τρία χρόνια, υπηρετώντας τον βασιλιά του Γουσταύο Γ΄.

Μαρία Αντουανέτα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα τέλη του καλοκαιριού του 1778, ο Άξελ φον Φέρσεν ταξίδεψε στη Νορμανδία με τους φίλους του, τον Μπάρινγκτον Μπόμοντ και τον Βαρόνο ντε Στέντινγκ, για να δει μια μεγάλη στρατιωτική βάση που εκπαιδεύτηκε υπό τη διοίκηση του Δούκα του Μπρόιγ. Εκτός από στρατιωτικά θέματα, τους προσφέρθηκε δείπνο, καθώς και χορευτικά θεάματα που παρακολούθησαν οι αξιωματικοί και οι σύζυγοι τους. Ο Φον Φέρσεν αργότερα έδωσε τα σέβη του στη γαλλική βασιλική οικογένεια για πρώτη φορά, μετά τη μεγάλη περιοδεία που είχε πριν από τρία και πλέον χρόνια νωρίτερα:

26 Αυγούστου: «Την περασμένη Τρίτη πήγα στις Βερσαλλίες για να παρουσιαστώ στη βασιλική οικογένεια. Η βασίλισσα, η οποία είναι γοητευτική, όταν με είδε ανέφερε: « Αχ! Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια παλιά γνωριμία ». Η υπόλοιπη οικογένεια δεν μου είπε ούτε μια λέξη

8 Σεπτεμβρίου: «Η βασίλισσα, που είναι η ομορφότερη και πιο φιλική πριγκίπισσα που ξέρω, είχε την καλοσύνη να ρωτάει συχνά για μένα. Με ρώτησε επίσης για τον Γουσταύο Φίλιππο Κρέϊτς, και γιατί δεν παρευρίσκομαι στα πάρτι με παιχνίδια με χαρτιά (τράπουλα) που διοργανώνει τις Κυριακές. Όταν άκουσε ότι πήγα μια Κυριακή και δεν υπήρχε κανείς εκεί, εκείνη μου ανέφερε μια δικαιολογία. Η εγκυμοσύνη της προχωρά και είναι αρκετά ορατή

19 Νοεμβρίου: «Η βασίλισσα με αντιμετωπίζει με μεγάλη καλοσύνη. Στα παιχνίδια με χαρτιά (τράπουλα), πληρώνω συχνά με τον μισθό μου, και κάθε φορά που μιλάει για λίγο μαζί μου, τα λόγια της είναι γεμάτα από την καλή της διάθεση. Καθώς κάποιος της ανέφερε για τη Σουηδική στολή μου, εκείνη εξέφρασε την επιθυμία να με δει με αυτήν. Θα πάω λοιπόν την Πέμπτη, έτσι ντυμένος, όχι όμως στο παλάτι, αλλά στα διαμερίσματα της βασίλισσας. Είναι η πιο φιλική πριγκίπισσα που ξέρω[3]

Η προσωπική ιδιοκτησία της Μαρίας Αντουανέτας, το Μικρό Τριανόν, βρισκόταν στις εκτάσεις του παλατιού των Βερσαλλιών. Σε αντίθεση με τις Βερσαλλίες, το ντύσιμο και οι τρόποι στο Μικρό Τριανόν ήταν απλοί και χαλαροί.[4] Οι καλεσμένοι της προσκαλούνταν προσωπικά και αντιμετωπίζονταν εξίσου, ως φίλοι. Ωστόσο, οι ιδιωτικές γιορτές της εκεί, συχνά προκαλούσαν τη ζήλια εκείνων που δεν συμπεριλαμβάνονταν σε αυτές.

Ο Αμερικανικός Επαναστατικός Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη δεκαετία του 1770, ο Αμερικανικός Επαναστατικός Πόλεμος ξεκίνησε με το πέρασμα των «Σφοδρών Πράξεων», και τις μάχες του Λέξινγκτον και του Κονκόρντ, και του Μπάνκερ Χιλ. Ο Φον Φέρσεν ανέφερε στον Μπάρινγκτον Μπόμοντ ότι στη Γαλλία «είναι της μόδας να μιλάμε με ενθουσιασμό για την εξέγερση των Αμερικανών εναντίον της Αγγλίας». Η Γαλλία είχε κηρύξει επίσημα πόλεμο εναντίον του «φυσικού της εχθρού» της (Μεγάλης Βρετανίας) τον Φεβρουάριο του 1778, αλλά μόλις στις αρχές του 1780, ένα γαλλικό σώμα τελικά επιτέθηκε για να πολεμήσει με τους αντάρτες στο έδαφος της Βόρειας Αμερικής.

Στις 4 Μαΐου 1780, ο Άξελ εξασφάλισε τη θέση του «aide-de-camp» (δηλαδή του Υψηλόβαθμου βοηθού στο στρατόπεδο) στον στρατηγό Ζαν Μπατίστ Ντονασιάν ντε Βιμέρ, Κόμη του Ροσαμπού και έπλευσε από το λιμάνι της Βρέστης. Σχεδόν δύο μήνες αργότερα, το πλοίο του στάθμευσε στον κόλπο Ναραγκάνσετ στο Νιούπορτ του Ρόουντ Άιλαντ, και οι Γάλλοι στρατοπέδευαν εκεί μέχρι τον Ιούνιο του επόμενου έτους. Στα μέσα Σεπτεμβρίου 1780, ο φον Φέρσεν ξεκίνησε ως μέρος της ακολουθίας του Ζαν Μπατίστ Ντονασιάν ντε Βιμέρ, Κόμη του Ροσαμπού για να συναντήσει τον Αμερικανό στρατηγό, Τζωρτζ Ουάσινγκτον, στο Χάρτφορντ του Κονέκτικατ. Το επιτελείο του Ουάσινγκτον περιελάμβανε τον νεαρό Αλέξανδρο Χάμιλτον, τον στρατηγό Χένρι Νοξ και τον Ζιλμπέρ ντυ Μοτιέ, Μαρκήσιο ντε Λα Φαγιέτ. Κατά τη συνάντηση τους με τον Ουάσινγκτον, ο Άξελ φον Φέρσεν παρατήρησε:

«Έχει τον αέρα ενός ήρωα. Είναι πολύ ψυχρός, μιλάει λίγο, αλλά είναι κόσμιος και ευγενικός. Ένας αέρας θλίψης διαπερνά ολόκληρη την έκφραση του, η οποία δεν είναι αταίριαστη πάνω του, αλλά τον κάνει πιο ενδιαφέρον[5]

Αφού πέρασαν 11 μήνες στο Νιούπορτ του Ρόουντ Άιλαντ, σε πλήρη αδράνεια, οι άντρες του Κόμη του Ροσαμπού ξεκίνησαν μια πορεία στις 12 Ιουνίου 1781, για να ενωθούν με το στρατό του Ουάσινγκτον στο Φίλιπσμπουργκ του Χάντσον. Στις 15 Αυγούστου, ο φον Φέρσεν ανέλαβε να μεταφέρει μια επιστολή του Κόμη του Ροσαμπού στον Κόμη του Μπαράς, ο οποίος περίμενε ένα σήμα για να ενταχθεί στο στόλο του Κόμη ντε Γρας στον κόλπο Τσέσαπικ. Το σινιάλο έφτασε στα στρατεύματα στις αρχές Σεπτεμβρίου, όπου και κέρδισαν της μάχης του Τσέσαπικ, για να αποκτήσουν τον έλεγχο του κόλπου. Μέχρι το τέλος του μήνα ο Ουάσιγκτον είχε περικυκλώσει τον Τσαρλς Κορνουόλις στο Γιόρκταουν, και στις 19 Οκτωβρίου, οι Βρετανοί παράδωσαν την πόλη, επιταχύνοντας έτσι το τέλος του πολέμου.

Ο Άξελ και οι υπόλοιποι Γάλλοι πέρασαν τον χειμώνα στο Γουίλιαμπεργκ. Προβλέποντας τον Αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο, ο οποίος έγινε σχεδόν 80 χρόνια αργότερα, ο φον Φέρσεν ανέφερε ότι δεν θα τον εξέπληττε αν έβλεπε τη Βιρτζίνια να χωρίζεται από τα υπόλοιπα κράτη κάποια στιγμή λόγω της πίεσης της «αριστοκρατίας» που επικρατούσε εκεί, σε αντίθεση με τα βόρεια κράτη. Τον Δεκέμβριο του 1782, οι Γάλλοι έπλευσαν για τις Δυτικές Ινδίες και τη Βενεζουέλα, αλλά όταν έλαβαν τα νέα για την υπογραφή της ειρήνης, τα πλοία κατευθύνθηκαν πίσω στη Γαλλία. Ο Άξελ φον Φέρσεν επέστρεψε στη Βρέστη τον Ιούνιο του 1783.[6]

Τα Χρόνια που οδηγούν στην Επανάσταση (1783–1787)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά το τέλος των εχθροπραξιών, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Σουηδία συνήψαν συνθήκη φιλίας και εμπορίου. Ο Φον Φέρσεν έλαβε το παράσημο του «Τάγματος του Σινσινάτου» (Order of Cincinnatus ) από τον Ουάσινγκτον, αν και ο μονάρχης του, του απαγόρευσε να φορέσει ένα παράσημο που κέρδισε σε μάχη από Ρεπουμπλικανικό πόλεμο.

Το 1783, ο Γουσταύος Γ’ ζήτησε από τον Φον Φέρσεν να τον συνοδεύει στη Γερμανία ως Επικεφαλής της φρουράς. Ο μονάρχης σχεδίαζε να κάνει πόλεμο στη Δανία και ήταν σε ταξίδι μέσω της Ηπείρου για να εξασφαλίσει βοήθεια από άλλες χώρες. Ο Βασιλιάς προήγαγε τον Άξελ σε «Συνταγματάρχη στο Σουηδικό στρατό», «Ιππότη του Τάγματος του Ξίφους» (Chevalier of the Order of the Sword) και «Υπολοχαγό του Ιππικού του Βασιλιά». Ο Γουσταύος Γ’ χρησιμοποίησε επίσης την επιρροή του για να πείσει τον Λουδοβίκος ΙΣΤ’ να διορίσει τον Φον Φέρσεν «Βασιλικό Συνταγματάρχη του Πεζικού του Στρατού». Σαν αποτέλεσμα ο Λουδοβίκος ΙΣΤ’ διόρισε επίσης τον Άξελ φον Φέρσεν «Δεύτερο Συνταγματάρχη του Βασιλικού Συντάγματος των Δυο Γεφυρών» (Royal Deux-Ponts regiment) και «Ιππότη του Τάγματος της Στρατιωτικής Αξίας» (Order of Military Merit).

Στις 7 Ιουνίου 1784 ο φον Φέρσεν επέστρεψε στις Βερσαλλίες με τον Γουσταύο Γ’, ο οποίος συνήψε συνθήκη συμμαχίας με τη Γαλλία στις 19 του μηνός. Στις 27 Ιουνίου, ο Γουσταύος και η ακολουθία του προσκλήθηκαν στο Μικρό Τριανόν. Ο Άξελ κάθισε σε επίτιμη θέση, δίπλα στη Μαρία Αντουανέτα. Ένα μήνα αργότερα, ο φον Φέρσεν επέστρεψε στη Σουηδία, αναθέτοντας στον εαυτό του την αποστολή να πάρει ένα σκύλο για τη βασίλισσα, τον οποίο ονόμασε Όντιν.

Ο Φον Φέρσεν μοιράστηκε το χρόνο του ανάμεσα στο Παρίσι, τις Βερσαλλίες και το νέο σύνταγμα του στη Βαλανσιέν. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η υπόθεση του διαμαντένιου περιδέραιου έλαβε χώρα, και μερικούς μήνες αργότερα ο Καρδινάλιος ντε Ροάν συνελήφθη, φέρνοντας το ζήτημα υπόψη της κοινής γνώμης. Ο Φον Φέρσεν έγραψε στον πατέρα του τον Σεπτέμβριο ότι όλοι πίστευαν ότι η βασίλισσα (Μαρία Αντουανέτα) είχε ξεγελάσει τον βασιλιά. Τον Αύγουστο του 1786, ο Σαρλ-Αλεξάντρ ντε Καλόν ενημέρωσε τελικά τον Λουδοβίκο ΙΣΤ’ για την απελπιστική κατάσταση της γαλλικής οικονομίας και μέχρι το τέλος του έτους ανακοίνωσε επίσημα ότι θα υπήρχε σύγκληση της Συνέλευσης των Επισήμων (Assembly of Notables) για να συζητηθούν τα μελλοντικά μέτρα.

Γαλλική Επανάσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα τέλη Φεβρουαρίου 1787, πραγματοποιήθηκε η Συνέλευση των Επισήμων. Ο Φον Φέρσεν παρακολούθησε το κλείσιμο της τελευταίας ημέρας αυτής της συνάντησης και χαρακτήρισε τη συγκέντρωση ως «μεγαλοπρεπή».[7] Ανέλαβε κρυφά, από τον Γουσταύο Γ’, τον ρόλο του ειδικού απεσταλμένου στον βασιλιά και τη βασίλισσα της Γαλλίας. Ορισμένες ευαίσθητες διπλωματικές επαφές μεταξύ Σουηδίας και Γαλλίας πραγματοποιήθηκαν, όχι μέσω της Σουηδικής πρεσβείας, αλλά μέσω του Φον Φέρσεν. Για να είναι πιο κοντά στο Παρίσι, μετακόμισε σε ένα σπίτι στο Ουτέιγ που δανείστηκε από τον Κόμη Εστερχαζί.

Την άνοιξη, 1788, ο Άξελ συνόδεψε τον Γουσταύο Γ’ στην τελευταία Φινλανδική εκστρατεία εναντίον της Ρωσίας, ως υπολοχαγός του Βασιλικού Ιππικού,[8] αλλά μέχρι τον Δεκέμβριο του 1788, ήταν πάλι στο γαλλικό στρατό στη Βαλανσιέν για να παρακολουθήσει τα εξής:

«Το μυαλό όλων των ανδρών είναι σε αναταραχή. Δεν συζητείτε τίποτα άλλο, πέρα από την κατάσταση της χώρας. Οι γυναίκες εντάσσονται ιδιαίτερα στο χάος, και γνωρίζετε όπως και εγώ τι επιρροή έχουν σε αυτήν τη χώρα. Είναι μια τρέλα. Όλοι είναι διαχειριστές και μπορούν να μιλήσουν μόνο για πρόοδο. Οι υπηρέτες στους προθάλαμους απασχολούνται με την ανάγνωση των φυλλαδίων που βγαίνουν, δέκα ή δώδεκα την ημέρα, και δεν ξέρω πως τα τυπογραφεία καταφέρνουν να βγάζουν τη δουλειά[9]

Στις 2 Μαΐου 1789, έλαβε χωρά η Συνέλευση των Τάξεων. Ο Φον Φέρσεν και ο Μπάρινγκτον Μπόμοντ κάθισαν σε ένα από τα θεωρία του «Salle des Menus Plaisirs» στις 5 Μαΐου, καθώς ο Λουδοβίκος ΙΣΤ’ διάβασε την εναρκτήρια ομιλία του. Ωστόσο, πριν από πολύ καιρό, η Τρίτη τάξη είχε ανασυσταθεί ως Εθνική Συνέλευση, υποστηρίζοντας ότι οι τρεις τάξεις δεν ήταν παρά αυθαίρετες διαιρέσεις ενός σώματος. Μέχρι τα τέλη Ιουνίου, η μοναρχία είχε ενισχύσει τη συγκέντρωση του στρατού γύρω από την πρωτεύουσα, φαινομενικά για να διατηρήσει την τάξη μέσα και γύρω από το Παρίσι, αν και πολλοί πίστευαν ότι τα στρατεύματα θα στραφούν εναντίον της ανυπότακτης Τρίτης τάξης. Ο Άξελ έγραψε:

«Έφεραν περίπου 12.000 έως 15.000 στρατεύματα στη γειτονιά των Βερσαλλιών, του Λα Μουέτ, του Μεντόν, κ.λπ. Αυτό που είναι πιο θλιβερό είναι ότι δεν είναι σίγουροι για τον Γάλλο στρατιώτη και αναγκάζονται να απασχολούν όσο το δυνατόν περισσότερους αλλοδαπούς[9]

Στις 14 Ιουλίου 1789, έγινε η Άλωση της Βαστίλης, και στις 16 Ιουλίου, ο φον Φέρσεν βρισκόταν στις Βερσαλλίες με τον βασιλιά και τη βασίλισσα για να συζητήσουν πως θα αποτρέψουν την Επανάσταση στο Παρίσι. Μετά από πολλές συζητήσεις, ο Λουδοβίκος ΙΣΤ’ αποφάσισε να πάει στο Παρίσι με τη φρουρά για να δείξει την προσωπική του καλή θέληση σχετικά με την Επανάσταση. Η πριγκίπισσα του Λαμπάλ (η οποία το 1792 θα έχανε τη ζωή της στις Σφαγές του Σεπτεμβρίου) συσχετιζόταν με την εξής σκηνή:

«Λίγο πριν ο βασιλιάς αποχωρήσει από το δωμάτιο, ο Κόμης ντε Φέρσεν, η Πριγκίπισσα Ελισάβετ, και όλοι οι άλλοι, προσπαθούμε να συνεφέρουμε τη [βασίλισσα] από τους έντονους σπασμούς. Επιτέλους, βρήκε στον εαυτό της, και αποσύρθηκε ... ζητώντας ταυτόχρονα από τον Φέρσεν να ακολουθήσει τον Λουδοβίκο στο Μέγαρο ντε Βιλ. Επανειλημμένα τον παρακάλεσε, καθώς έφευγε, να παρέμβει μαζί με όλους τους υπουργούς Εξωτερικών σε περίπτωση που ο βασιλιάς τεθεί υπό κράτηση, και να φροντίσουν για την απελευθέρωση του[10]

Ο Φον Φέρσεν ακολούθησε τον Λουδοβίκο στη πρωτεύουσα και έφτασε εγκαίρως για να παρακολουθήσει τον Βασιλιά να παίρνει την εθνική ροζέτα από τον δήμαρχο, Ζαν-Σιλβαίν Μπαγί, για να τη βάλει στο δικό του καπέλο. Στις 8 Αυγούστου, θεσπίστηκαν τα διατάγματα της «Νύκτας της 4ης Αυγούστου», τα οποία κατάργησαν πολλές πτυχές της Μοναρχίας, συμπεριλαμβανομένων των δεκάτων (είδος φόρου) και των κληρονομικών τίτλων. Ο Φον Φέρσεν έγραψε από τη Βαλανσιέν:

«Οι ταραχές συμβαίνουν σε όλες τις πόλεις του βασιλείου ... Μέχρι στιγμής όλα περιορίζονται στο να σπάσουν τις φορολογικές υπηρεσίες και να ανοίξουν τις φυλακές, γιατί είναι ο χαμηλότερος πληθυσμός που προκαλεί τη διαταραχή. Η Μπουρζουαζία οπλίστηκε αμέσως και αυτό έκανε πολλά για να αποκαταστήσει την ηρεμία. Είχαμε τη μικρή μας ταραχή εδώ, αλλά όλα έχουν τελειώσει. Τώρα κάποιοι παλιάνθρωποι έχουν εξαπλωθεί στις επαρχιακές περιοχές. Λεηλατούν, ή συνεισφέρουν σε όλες τις μονές και τα κάστρα. Αναζητούνται παντού, και χθες, σε ένα σημείο, συλλάβαμε 119. Πιθανότατα θα συλληφθούν πολλοί περισσότεροι ... Η αναταραχή αυξάνεται σε ολόκληρη τη χώρα. Η [νέα πολιτοφυλακή στο Παρίσι] έχει καλύτερη αμοιβή από ό, τι στα συντάγματα μας και χρησιμοποιούν κάθε μέσο για να δελεάσουν τους ανέργους. Λέγεται ότι ... από 13 Ιουλίου υπήρχαν 12.750 λιποτάκτες, χωρίς να υπολογίζονται οι Γάλλοι φρουροί. Η εξουσία του βασιλιά καταστρέφεται εντελώς, όπως και τα κοινοβούλια και οι δικαστές. Τα ίδια τα Στρατηγικά Κράτη τρέμουν μπροστά στο Παρίσι, και αυτός ο φόβος επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τις συζητήσεις τους[9]

Μήνες αργότερα, με την επανάσταση να εξαπλώνεται στην υπόλοιπη χώρα και τον βασιλικό στρατό σε διάλυση, το Σύνταγμα της Φλάνδρας μεταφέρθηκε στις Βερσαλλίες για να αντικαταστήσει τους Γάλλους Φρουρούς που είχαν μετακινηθεί. Ο σωματοφύλακας του Βασιλιά αποφάσισε να διοργανώσει ένα αδελφικό δείπνο για το σύνταγμα, και παρευρέθηκε ο Φον Φέρσεν και ο Μπόμοντ. Παρά το ότι είχε επιφυλάξεις στην αρχή, ο βασιλιάς και η βασίλισσα εμφανίστηκαν προς το τέλος. Αυτό το επίσημο γεύμα, ωστόσο, πυροδότησε την Πορεία Γυναικών στις Βερσαλλίες, τέσσερις ημέρες αργότερα, και όπως αναφέρουν οι φήμες της εποχής, η τρίχρωμη (ροζέτα) ποδοπατήθηκε στο συμπόσιο. Ο Άξελ βρισκόταν στις Βερσαλλίες για να παρακολουθήσει την πορεία.

Το πρωί της 6ης Οκτωβρίου 1789, ένα ένοπλο πλήθος έφτασε στα βασιλικά διαμερίσματα. Δύο από τους βασιλικούς σωματοφύλακες σκοτώθηκαν πριν η Εθνική Φρουρά αποκαταστήσει την τάξη. Για να ηρεμήσει τους διαδηλωτές, ο Λουδοβίκος ΙΣΤ’ συμφώνησε να πάει στο μπαλκόνι της «Αυλής από μάρμαρο» (Cour de Marbre) και να πει στο πλήθος ότι θα επέστρεφε μαζί τους στο Παρίσι. Ο Φον Φέρσεν αφηγείται την αναχώρηση στα ημερολόγια του:

«Ήμουν μάρτυρας όλων και επέστρεψα στο Παρίσι σε μια από τις άμαξες του βασιλιά: ήμασταν εξίμιση ώρες στο δρόμο [προς το Παρίσι]. Ο Θεός με κρατάει για να μην δω ξανά ένα τόσο θλιβερό θέαμα όπως αυτό από εκείνες τις δύο ημέρες[11]

Φυγή στο Βαρέν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

«Πρέπει να φύγω απόψε», είπε ο Άξελ, «και θα επιστρέψω για λίγες ώρες την Τρίτη αν τα καταφέρω ... Υποτίθεται ότι θα πάω στο Βαρέν για να στηρίξω τον στρατό μου

«Αλλά δεν έπρεπε να το φανταστώ;» Αναρωτήθηκα

«Όχι, εκτός αν θέλεις ... Αν δεν έχω φτάσει στο Αρλόν έως τις δώδεκα την Παρασκευή το βράδυ, επέστρεψε στο Παρίσι, ξεκλείδωσε το γραφείο μου και κάψε ότι βρεις εκεί ... και, αν μέσα στις επόμενες 24 ώρες ακούσεις ότι σκοτώθηκα ή φυλακίστηκα, κάψε όλα τα χαρτιά μου. Αλλά ελπίζω ότι δεν θα φτάσουμε μέχρι εκεί, γιατί τα έχουμε τακτοποιήσει τα πράγματα[12]

Η συνομιλία αναφέρθηκε από τον Μπάρινγκτον Μπόμοντ το απόγευμα της 20ής Ιουνίου του 1791

Η κατάσταση της βασιλικής οικογένειας έγινε πολύ πιο απελπιστική στις 18 Απριλίου 1791, όταν εμποδίστηκαν να ταξιδέψουν στο Σαιν Κλου (Saint-Cloud) για να παρακολουθήσουν τη Λειτουργία από ένα μεγάλο εχθρικό πλήθος. Τα σχέδια διαφυγής είχαν ξεπεραστεί νωρίτερα μεταξύ του Ζαν Μπατίστ Ντονασιάν ντε Βιμέρ, Κόμη του Ροσαμπού και του Φον Φέρσεν. Ωστόσο ο θάνατος του Κόμη του Ροσαμπού στις 2 Απριλίου 1791 έθεσε τέλος σε αυτήν τη συζήτηση.[13] Μετά το ματαιωμένο ταξίδι στο Σαιν Κλου, ο Άξελ αναβίωσε αυτά τα σχέδια με σθένος. Τον Ιούνιο, απέκτησε μια άμαξα (τύπου Berline) και την οδήγησε σε μια αυλή στην κατοικία της Ελεονώρας Σάλιβαν στην οδό «de Clichy» στο Παρίσι. Η απόδραση οργανώθηκε να πραγματοποιηθεί στις 20 Ιουνίου, συμπίπτοντας με μια συγκεκριμένη αλλαγή φρουράς.

Στις 11:15 μ.μ. τα βασιλικά παιδιά βγήκαν έξω χωρίς δυσκολία. Στις 11:45 εμφανίστηκε η αδερφή του βασιλιά, η Μαντάμ Ελιζαμπέτ, ακολουθούμενη από τον ίδιο τον Λουδοβίκο ΙΣΤ’. Μισή ώρα αργότερα περίμεναν ακόμα τη Μαρία Αντουανέτα. Ωστόσο, η Βασίλισσα εμφανίστηκε την ίδια στιγμή που περνούσε η φωτισμένη άμαξα του Μαρκήσιου ντε Λαφαγιέτ, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για την προφυλάκιση της βασιλικής οικογένειας. Εμφανίστηκε με μερικούς από τους άντρες του, αλλά η Μαρία Αντουανέτα κατάφερε να κρυφτεί, και η βασιλική οικογένεια διέφυγε διακριτικά.

Ο Φον Φέρσεν οδήγησε την άμαξα, πρώτα από την Πλατεία του Καρουζέλ προς την Πύλη Σαιν-Μαρτέν, και στη συνέχεια στο Φράγμα Σαιν-Μαρτέν όπου έφυγαν στη Μπερίν. Ο Φον Φέρσεν συνέχισε να οδηγεί μέχρι το Μποντί, επτά μίλια από το Παρίσι, όπου τους περίμεναν οι καμαριέρες της Βασίλισσας και ανεφοδιασμός αλόγων. Η βασιλική οικογένεια πήρε τον δρόμο του ταχυδρομείου (δηλαδή την οδό που χρησιμοποιούσαν τότε οι μεταφορείς για τη μεταφορά της αλληλογραφίας) και ο Άξελ πήρε διαφορετική διαδρομή προς το Μπουρέτ.

Η βασιλική οικογένεια έφτασε στη Βαρέν στις 22 Ιουνίου περίπου στις 11 μμ. Εντούτοις, τους αναγνώρισαν και τους έθεσαν υπό κράτηση μέχρι να φτάσουν τα στρατεύματα από την Εθνική Συνέλευση. Αναχώρησαν από τη Βαρέν περιστοιχισμένοι από 6.000 ένοπλους πολίτες και εθνικούς φρουρούς. Έχοντας αφήσει πίσω του μια μακρά διακήρυξη που είχε διαβαστεί και δημοσιευτεί σε όλες τις εφημερίδες κατά την απουσία του, ο ίδιος ο Λουδοβίκος ΙΣΤ’ είχε καταστήσει αδύνατο το να υποστηρίξει προσποιητά ότι είχε πέσει θύμα απαγωγής.

Πόλεμος ενάντια στη Γαλλία (1791–1793)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ακόμη και πριν η βασιλική οικογένεια επιστρέψει στο Παρίσι, ανακαλύφθηκε ότι ο Φον Φέρσεν ήταν ένας από τους ανθρώπους που διευκόλυναν τη διαφυγή τους και εκδόθηκε ένταλμα για τη σύλληψή του. Ο Άξελ Φον Φέρσεν έφυγε από τη Γαλλία και στο Κόμπλεντς ήρθε σε επαφή με τον Κόμη της Αρτουά, τον εξόριστο πρίγκιπα, και τον Σαρλ-Αλεξάντρ ντε Καλόν, τον πρώην Γενικό Ελεγκτή. Μαζί κατέστρωσαν σχέδια να πείσουν τις άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις να κηρύξουν πόλεμο στη Γαλλία. Στις Βρυξέλλες, ο Φον Φέρσεν δημιούργησε μια τεχνική στεγανογραφία για να αλληλογραφούν με τον Μπάρινγκτον Μπόμοντ και τη Μαρία Αντουανέτα:

«Το απλούστερο σχέδιο ήταν να γράφεις ένα συνηθισμένο γράμμα με τις γραμμές να έχουν μεγάλη απόσταση μεταξύ τους, και στη συνέχεια να γράφεις τις πραγματικές πληροφορίες στα κενά, χρησιμοποιώντας γάλα αντί για μελάνι. Η καλλιγραφία γάλακτος ήταν αόρατη έως ότου το χαρτί καλυφτεί με άνθρακα ή άλλη σκόνη. Όταν η σκόνη αφαιρούνταν, τότε το μυστικό γράψιμο ξεχώριζε και γινόταν τόσο μαύρο όσο σε αυτό που είχε χρησιμοποιηθεί μελάνι. Με αυτόν τον τρόπο γράφαμε ο ένας στον άλλο και στέλναμε τις επιστολές με τους ταχυμεταφορείς[14]

Από τις 2 έως τις 14 Αυγούστου, ο Φον Φέρσεν βρισκόταν στη Βιέννη για να συζητήσει την κατάσταση με τον αδερφό της Μαρίας Αντουανέτας, Λεοπόλδο, και πλέον Αυτοκράτορα. Στις 27 Αυγούστου 1791 εκδόθηκε η Διακήρυξη του Πίλνιτς από το Κάστρο Πίλνιτς κοντά στη Δρέσδη. Διακήρυττε την κοινή υποστήριξη της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και της Πρωσίας για τον Βασιλιά Λουδοβίκο ΙΣΤ’ κατά της Επανάστασης, αλλά όρισε ότι η Αυστρία θα πάει στον πόλεμο μόνο αν οι άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις τις ακολουθούσαν σε πόλεμο, το οποίο σε αυτό το σημείο δεν ήταν πιθανό να συμβεί. Ο Φον Φέρσεν έγραψε:

«Μπορώ να δω ξεκάθαρα ότι αργοπορούν τα πράγματα για να εμποδίσουν τον βασιλιά της Σουηδίας να στέλνει φέτος στρατεύματα. Φοβούνται τη δραστηριότητα του, και επίσης ότι μπορεί να διοικήσει αυτοπροσώπως. Θέλουν να αποφύγουν να ενεργήσουν, ή αλλιώς να ενεργήσουν μόνοι τους εάν κάτι τέτοιο απαιτείται. Τίποτα δεν έχει γίνει. Οι εντολές δεν έχουν σταλεί, παρόλο που με διαβεβαιώνουν ότι τα στρατεύματα πρόκειται να βαδίσουν αμέσως ... Βλέπω ένα καλά διαμορφωμένο σχέδιο για να κάνουν μόνο ασήμαντα πράγματα κατά τη διάρκεια του χειμώνα, προσπαθώντας να επιδιορθώσουν προσωρινά τα πράγματα, αλλά χωρίς να δράσουν μέχρι την άνοιξη, εκτός αν είναι απολύτως αναγκαίο[15]

Τον Δεκέμβριο του 1791, ο Φον Φέρσεν εμπιστεύτηκε τον Μπάρινγκτον Μπόμοντ για μια άλλη πιθανή απόπειρα διαφυγής για τη βασιλική οικογένεια. Επειδή οι δρόμοι παρακολουθούνταν στενά, αποφασίστηκε ότι ο Λουδοβίκος ΙΣΤ' έπρεπε να ξεφύγει μέσα από το δάσος και μετά από τη θάλασσα, ενώ ο Φον Φέρσεν μετέφερε τη Μαρία Αντουανέτα και τα παιδιά με άλλη διαδρομή. Επειδή η ασφάλεια ήταν στενή γύρω από τη βασιλική οικογένεια, ο Άξελ ταξίδεψε στο Παρίσι φορώντας μια μεγάλη περούκα και ψεύτικο μουστάκι και πηρε την ταυτότητα ενός πληρεξούσιου υπουργού της Βασίλισσας της Πορτογαλίας. Έφτασαν στο Παρίσι χωρίς δυσκολία και μπόρεσαν να γλιστρήσουν στο Παλάτι του Κεραμεικού και να μιλήσουν με τη Μαρία Αντουανέτα. Ο Φον Φέρσεν έθεσε το σχέδιο διαφυγής ενώπιον του Λουδοβίκου ΙΣΤ’, ωστόσο, ο βασιλιάς δεν ένιωθε ότι θα λειτουργούσε. Όπως είπε στον Φον Φέρσεν:

«Ξέρω ότι με λένε αδύναμο και αναποφάσιστο, αλλά κανείς δεν έχει βρεθεί ποτέ στη δική μου θέση. Είναι αλήθεια ότι έχασα την κατάλληλη στιγμή. Ήταν στις 14 Ιουλίου, που θα έπρεπε να έχω φύγει, αλλά σίγουρα θυμάσαι εκείνο τον κύριο που με παρακάλεσε να μείνω, και ο Κόμης ντε Μπρόιγ ανέφερε: «Μπορούμε σίγουρα να πάμε στο Μετς, αλλά τι πρέπει να κάνουμε όταν θα φτάσουμε εκεί;» Έχασα την ευκαιρία και εκείνη δεν ήρθε πότε ξανά[16]

Εκείνο το βράδυ ο φον Φέρσεν είδε τον βασιλιά και τη βασίλισσα για τελευταία φορά. Μετά τη συνάντηση τους, ο Άξελ και ο Μπάρινγκτον Μπόμοντ κατευθύνθηκαν στα βόρεια. Έξω από το Καμπραί, η μεταφορά τους σταμάτησε από έναν Γάλλο που αμφέβαλλε για την αυθεντικότητα του διαβατηρίου τους, αλλά με τον φον Φέρσεν να προσποιείτε ότι κοιμάται, ο Μπάρινγκτον Μπόμοντ κατάφερε να λύσει το πρόβλημα και έτσι συνέχισαν το ταξίδι τους.

Στις 16 Μαρτίου 1792, ο Γουσταύος Γ’ πυροβολήθηκε στη Βασιλική Όπερα της Στοκχόλμης και πέθανε σχεδόν δύο εβδομάδες αργότερα. Στη Σουηδία, ο μικρότερος αδελφός του Γουσταύου, ο Δούκας Κάρολος, έγινε αντιβασιλέας για λογαριασμό του ανήλικου ανιψιού του, Γουσταύου Δ΄. Στις 20 Απριλίου, η Γαλλία κήρυξε επίσημα πόλεμο στην Αυστρία και εισέβαλε στις Αυστριακές Κάτω Χώρες. Στις 20 Ιουνίου, το Παλάτι του Κεραμεικού δέχτηκε επίθεση από ένα μεγάλο πλήθος και ο Λουδοβίκος ΙΣΤ’ αναγκάστηκε να φορέσει ένα κόκκινο καπέλο της ελευθερίας και να πιει στην υγεία των ανθρώπων του Παρισιού και του Έθνους. Τρεις μέρες αργότερα, η Μαρία Αντουανέτα μπόρεσε να λάβει μια κρυπτογραφημένη επιστολή από τον Φον Φέρσεν: «Ο φίλος σου βρίσκεται σε μεγάλο κίνδυνο. Η ασθένεια του επιδεινώνεται ... Ανέφερε στους συγγενείς του την ατυχή του κατάσταση.»

Στις 7 Νοεμβρίου, μετά τη γαλλική νίκη στο Ζεμάπς, ο Φον Φέρσεν έγραψε από τις Βρυξέλλες:

«Ο Μπρετέιγ ήρθε για να μου πει ότι οι Αυστριακοί ηττήθηκαν πριν από το Μονς ... και αποφασίστηκε η υποχώρηση από τις Βρυξέλλες ... Στις εννέα η είδηση δημοσιοποιήθηκε. Υπάρχει ανησυχία και φόβος γενικά. Τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται, αλλά οι άνθρωποι ψάχνουν εσπευσμένα μέσα για να ξεφύγουν. Για δύο ημέρες υπήρχαν εντολές να μην δοθούν άλογα μεταφοράς χωρίς άδεια ... Ολόκληρος ο δρόμος από το Μονς ήταν καλυμμένος με πολεμικά μηχανήματα και καροτσάκια με τραυματίες[17]

Στις 21 Ιανουαρίου 1793, ο Λουδοβίκος ΙΣΤ’ εκτελέστηκε στην γκιλοτίνα στην πλατεία Πλας ντε Γκρεβ ( σημερινή Οτέλ ντε Βιλ). Ο Φον Φέρσεν άκουσε τα νέα ενώ βρισκόταν στην Κολωνία: «Έλαβα χθες στις 10:30 το βράδυ, από τον Αρχιεπίσκοπο Τουρ, τις θλιβερές λεπτομέρειες του θανάτου του βασιλιά της Γαλλίας».[18] Την 1η Φεβρουαρίου, η Γαλλία κήρυξε επίσημα πόλεμο εναντίον της Μεγάλης Βρετανίας και της Ολλανδικής Δημοκρατίας, αλλά η παλίρροια γρήγορα στράφηκε εναντίον των Γάλλων στις Κάτω Χώρες. Ο στρατηγός που ήταν επικεφαλής του βόρειου στρατού, ο Σαρλ-Φρανσουά Ντυμουριέ, ηττήθηκε στις 18 Μαρτίου στο Νεργουιντέν και το Λέβεν. Στις 18 Μαρτίου, ο Φον Φέρσεν μπόρεσε να συναντηθεί μαζί του:

«Παλέψαμε ανάμεσα σε ένα πλήθος ανθρώπων και τον βρήκαμε σε ένα υπόγειο δωμάτιο, τα παράθυρα του όποιου ήταν πολιορκημένα από ανθρώπους απ’ έξω. Ήταν μόνος με τρεις «aide-de-camp» (Υψηλόβαθμους βοηθούς του στρατού). Αναγνώρισε τον Σίμολιν (ένα Ρώσο πρέσβη στη Γαλλία). Συστήθηκα και μου έκανε ένα κομπλιμέντο, λέγοντας ότι έπρεπε να με αναγνωρίσει από το όμορφο πρόσωπο μου ... Συνολικά, τον βρήκα έναν αληθινό Γάλλο, ματαιόδοξο, με αυτοπεποίθηση, απρόσεκτο, με πολλή νοημοσύνη και λίγη κρίση. Το σχέδιο του απέτυχε λόγω υπερβολικής εμπιστοσύνης στη δύναμη του και στην επιρροή του με το στρατό[19]

Στις 2 Αυγούστου, η Μαρία Αντουανέτα μεταφέρθηκε στο Κονσιερζερί εν αναμονή της δίκης της. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ο Άξελ προσπαθούσε ακόμα να βρει έναν τρόπο να σώσει τη Βασίλισσα και την οικογένεια της. Στις 11 Αυγούστου έγραψε:

«Έχοντας ήδη μιλήσει με τον Λα Μαρκ σχετικά με τα μέσα διάσωσης της βασίλισσας, συμφωνήσαμε ότι δεν υπήρχε κανένα, εκτός από το να προωθήσουμε παρά τις δυσκολίες ένα ισχυρό σώμα ιππικού στο Παρίσι - κάτι που θα ήταν ευκολότερο να γίνει αυτή τη στιγμή, επειδή δεν υπήρχαν στρατεύματα πριν η πόλη και οι σιταποθήκες γεμίσουν. Πήγα να δω τον Κόμη ντε Μερσί-Αρζαντό για αυτό το ζήτημα και τον βρήκα πολύ αρνητικό σε αυτή την ιδέα ... Πιστεύει ότι η βασιλική οικογένεια είναι ηττημένη και ότι τίποτα δεν μπορεί να γίνει γι' αυτούς. Έχει την εντύπωση ότι οι διαφωνούντες δεν θα διαπραγματευτούν[20]

Στις 6 Οκτωβρίου 1793, ο Άξελ φον Φέρσεν επισκέφθηκε τον Ζαν-Μπατίστ Ντρουέ στη φυλακή της Αγίας Ελισάβετ με την ελπίδα να ακούσει νέα που μπορεί να είναι χρήσιμα. Ο Ντρουέ ήταν εκείνος που αναγνώρισε τον Λουδοβίκο ΙΣΤ’ κατά τη φυγή του στη Βαρέν και μπόρεσε να ειδοποιήσει τις αρχές εγκαίρως για να τους σταματήσει. Ο Μπάρινγκτον Μπόμοντ αναφέρει τη σκηνή μέσα τα απομνημονεύματα του, ως εξής:

«Ο Φέρσεν στάθηκε με την πλάτη του στο φως, σπατάλησε όσο το δυνατόν λιγότερες λέξεις και ήταν σχεδόν ανέκφραστος. Ακόμα και όταν τόσο ο Ντρουέ όσο και ο αξιωματικός είχαν την αναίδεια να τον διαβεβαιώσουν ότι η «Μαντάμ Καπέτου»(Μαρία Αντουανέτα) είχε πολύ καλή μεταχείριση, είχε ότι ήθελε και δεν κινδύνευε, εκείνος δεν σχολίασε τίποτα. Αν η Ζερμαίν ντε Σταλ ήταν παρούσα, αναμφίβολα θα επαναλάμβανε τη συνηθισμένη της παρατήρηση ως προς την παγωμένη ψυχραιμία του και την απόλυτη αναισθησία και απάθεια του. Θα έλεγα ότι τα νεύρα του τεντώθηκαν σχεδόν για να σπάσουν, και ότι το να βλέπεις και να μιλάς στον Ντρουέ ήταν μια σχεδόν αφόρητη δοκιμασία, ακόμη και για τον πιο αξιοσημείωτο αυτοέλεγχο του[21]

Η Μαρία Αντουανέτα εκτελέστηκε 10 ημέρες αργότερα. Ο Άξελ άκουσε τα νέα γι’ αυτό ενώ βρισκόταν στις Βρυξέλλες:

«Αν και ήμουν προετοιμασμένος γι’ αυτό και το περίμενα από τη μετάβαση μου στο Κονσιερζερί, ένιωσα συντετριμμένος από αυτή την πραγματικότητα. Όμως, δεν είχα τη δύναμη να αισθανθώ τίποτα ... Σκεφτόμουν συνεχώς, για όλες τις φρικτές συνθήκες των ταλαιπωριών της, για την αμφιβολία που ίσως είχε για μένα, για την προσκόλληση μου, για το ενδιαφέρον μου. Αυτή η σκέψη με βασάνιζε[22]

Μετέπειτα χρόνια (1793–1810)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Άξελ φον Φέρσεν με τη στολή της Βασιλική τάξη του σπαθιού. Μινιατούρα του 1798 από τον ζωγράφου Νίκλας Λάφρενσεν.

Ο Φέρσεν επέστρεψε στη Σουηδία, από όπου αναγκάστηκε να παρακολουθήσει την ολοένα αυξανόμενη επέκταση της Γαλλικής επαναστατικής αυτοκρατορίας.[23] Στα τέλη Δεκεμβρίου 1793, τον υποπτευόταν για πιθανή συνενοχή του στη συνωμοσία του Βαρόνου Άρφελντ για να αποστερήσει από τον Δούκα του Σόντερμανλαντ την αντιβασιλεία. Ως αποτέλεσμα, ο φον Φέρσεν έχασε τους διπλωματικούς διορισμούς και τη θέση του ως πρεσβευτής. Τον Νοέμβριο του 1796, ο πρίγκιπας Γουσταύος ανέβηκε στον θρόνο και έγινε ο Βασιλιάς Γουσταύος Δ΄ Αδόλφος της Σουηδίας. Η στέψη του αποκατέστησε τον Άξελ και άλλους υποστηρικτές του Γουσταύου Γ’, πίσω στο βασίλειο. Ο Φον Φέρσεν και ο καλύτερος φίλος του, ο βαρόνος Τάουμπ, έγιναν δύο από τους πιο σημαντικούς συμβούλους του νεαρού βασιλιά, εντυπώνοντας σε εκείνον την «ακλόνητη αντιπαλότητα στην Επαναστατική Γαλλία, στις στενές σχέσεις με τη Ρωσία και την εχθρότητα στη Δανία, με απώτερο στόχο την απόκτηση της Νορβηγίας[24]

Τον Νοέμβριο του 1797, ο φον Φέρσεν παρευρέθηκε στο δεύτερο συνέδριο του Ραστάτ και συναντήθηκε με τον στρατηγό Ναπολέοντα Βοναπάρτη:

Όταν με κάλεσαν στο Μέγαρο του, για να δώσω τα συγχαρητήρια μου, με ρώτησε αν θα είχα την καλοσύνη για να του πω ποιος υπουργός από τη Σουηδία είναι τώρα στο Παρίσι. Όπως γνωρίζετε, δεν υπάρχει κανένα. Η απάντησή μου ήταν κατ’ ανάγκη ασαφής. Στη συνέχεια, είπε ότι ήταν εκπληκτικό το ότι το Βασίλειο της Σουηδίας, θα έπρεπε να έχει μια τέτοια συμπεριφορά απέναντι σε ένα έθνος, με το οποίο έχει μέτριες φιλικές σχέσεις για αρκετό διάστημα. Προτού προλάβω να απαντήσω, παρατήρησε ότι το Βασίλειο της Σουηδίας φαινόταν να χαίρεται να στέλνει πράκτορες και πρεσβευτές που ήταν προσωπικά δυσάρεστοι σε κάθε Γάλλο πολίτη.

«Χωρίς αμφιβολία», συνέχισε ο Βοναπάρτης, «ο βασιλιάς της Σουηδίας θα αντιμετώπιζε με δυσαρέσκεια έναν Γάλλο υπουργό που είχε προσπαθήσει να στρέψει όλο και περισσότερο τον λαό της Στοκχόλμης εναντίον του. Σύμφωνα με την ίδια λογική, η Γαλλική Δημοκρατία δεν θα έπρεπε να επιτρέπει στους άντρες που ήταν γνωστοί για τους σύνδεση με τον αείμνηστο βασιλιά και τη βασίλισσα της Γαλλίας να στέλνονται για να χλευάσουν τον υπουργό του πρώτου έθνους στη γη

«Ήταν αδύνατο να μην το καταλάβω αυτό. Ένιωσα κάπως παροιμία, όπως την ημέρα που μιλήσαμε με τον Ντρουέ και διατήρησα την ίδια εμφανή αδιαφορία. Κοίταξα γαλήνια τον Μέγα Στρατηγό και απλώς είπα ότι θα γνωστοποιήσω στο Βασίλειο μου ότι μόλις άκουσα. Και αποχώρησα[25]

Όταν βρέθηκε στη Γερμανία, ο Άξελ έκανε ένα ταξίδι στην Καρλσρούη για να εξασφαλίσει, για τον Γουσταύος Δ΄ το χέρι της πριγκίπισσας Φρειδερίκης του Μπάντεν, την οποία παντρεύτηκε τον Οκτώβριο. Το 1799, μετά την επιστροφή του Φον Φέρσεν στη Σουηδία από τη Γερμανία, διορίστηκε ως ένας από τους Λόρδους του Βασιλείου.

Το φθινόπωρο του ίδιου έτους, ο Γουσταύος Δ΄ ανησυχούσε για το επίπεδο συμπαράστασης για τη Γαλλική Επανάσταση στην πόλη της Ουψάλας. Αφού οι φοιτητές στο Πανεπιστήμιο της Ουψάλας γιόρτασαν την επιστροφή του Βοναπάρτη στη Γαλλία από τις ιταλικές του εκστρατείες, ο Αδόλφος της Σουηδίας διόρισε τον Φον Φέρσεν ως Καγκελάριο της Ουψάλας. Σύμφωνα με τον Άντλερμπεθ, αυτό ισοδυναμούσε με «έναν δηλωμένο Γάλλο βασιλικό, ο οποίος έγινε αρχηγός των Σουηδών Ιακωβίνων». Εκείνο την περίοδο σημειώθηκε ένα κύμα ταραχών στη Στοκχόλμη, το Γκέτεμποργκ, το Νόρσεπινγκ, το Λινσέπινγκ, το Μάλμε και σε άλλες σουηδικές πόλεις μετά την έναρξη ενός βαρύ χειμώνα και μια μεγάλης πείνα. Ο Φον Φέρσεν έγραψε: «Δεδομένου του πνεύματος που επικρατεί τώρα, ποιος μπορεί να εγγυηθεί ότι δεν θα υπάρξει γενική αναταραχή[26]

Τον Απρίλιο, έγινε μια απόπειρα να ξεγελάσουν την ορχήστρα της Ουψάλας για να εκτελέσει μια σύνθεση που περιέχει ένα απόσπασμα από τη «Μασσαλιώτιδα». Αυτή η φάρσα όμως οδήγησε στη δίκη και στην τιμωρία τεσσάρων γνωστών ριζοσπαστών του πανεπιστημίου, ένας από τους οποίους τελικά αποβλήθηκε. Η «Μουσική Δίκη» απέδειξε το πλήγμα του ριζοσπαστισμού της Ουψάλας.

Με το κράτος να οδηγείτε στην οικονομική πτώχευση, τις κακές συγκομιδές και το φθίνον εμπόριο να υπονομεύει τις προσπάθειες του βασιλιά να επιλύσει το ζήτημα χωρίς προσφυγή στο κοινοβούλιο, ο Γουσταύος Δ΄ ανακοίνωσε απρόθυμα την πρώτη Συνέλευση του Ρίκσταγκ. Το Κοινοβούλιο της Σουηδίας, διαλύθηκε στα μέσα Ιουνίου επειδή αρκετοί εξέχοντες ευγενείς αποχωρήσαν και απαρνήθηκαν το αριστοκρατικό τους πρεστίζ. Αν και δημιούργησαν μια πολυσυζητημένη αίσθηση, ουσιαστικά άφησαν ένα κενό στον πολιτικό τομέα, τον οποίο γέμισαν οι αντίπαλοι τους.

Το 1801, ο Άξελ διορίστηκε «Marshal of the Realm» (Στρατάρχης του Βασιλείου). Ήταν πλέον ο ανώτερος αξιωματούχος στο Βασίλειο της Σουηδίας. Περίπου εκείνο το διάστημα, η αδερφή του Φον Φέρσεν, η Σοφία, επέστρεψε στη Σουηδία από τη Γερμανία και ανέλαβε το νοικοκυριό του αντί μιας συζύγου.

Σουηδική πολιτική και θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Φον Φέρσεν δολοφονείτε από τον όχλο

Μετά την ανατροπή και την εξορία του Βασιλιά Γουσταύου Δ΄ το 1809, μια διαμάχη για τη βασιλική διαδοχή διαίρεσε την αριστοκρατία και μεγάλο μέρος της σουηδικής κοινωνίας. Ο Φον Φέρσεν, που τώρα ήταν ο Μέγας Στρατάρχης της Σουηδίας, ηγήθηκε μιας πολιτικής παράταξης («οι Γουσταυιανοί») που υποστήριξαν τον γιο του βασιλιά εναντίον του δημοφιλούς Πρίγκιπα Κάρολου Αυγούστου.[27]

Στις 28 Μαΐου 1810, κατά την αναθεώρηση των στρατευμάτων στη Σκάνια, ο Κάρολος Αύγουστος έπεσε από το άλογο του και πέθανε από αποπληξία. Οι φήμες ήταν έντονες σε όλη τη χώρα ότι είχε δηλητηριαστεί από τους αντάρτες του Γουσταύου Δ΄. Ο Φον Φέρσεν και η αδερφή του Σοφία θεωρήθηκαν πρωταρχικοί ύποπτοι. Κακοποιήθηκαν δημόσια και ο Άξελ έλαβε ανώνυμες απειλές θανάτου.

Η 20η Ιουνίου 1810 ήταν η ημερομηνία για τη δημόσια κηδεία του Πρίγκιπα. Οι «Livgarde till Häst» (Φύλακες των αλόγων) σχημάτισαν την ασπίδα της πομπής. Ο Άξελ, ως στρατάρχης του βασιλείου, και άλλοι αξιωματούχοι του Βασιλείου, βρίσκονταν σε άμαξες πριν από το φέρετρο, ενώ το πίσω μέρος της πομπής ακολουθούνταν από τη μοίρα του ιππικού που συνόδευσε τα λείψανα του πρίγκιπα από τη Σκάνια. Οι πεζοί φρουροί παρέλασαν στην πλατεία Ριντάρχοστουργκετ. Ο στρατηγός Σίλφβερσπεαρ, διοικητής της φρουράς της Στοκχόλμης, ειδοποιήθηκε για την πιθανότητα διαταραχών, αλλά ίσως ο ίδιος ήταν μέλος του Βασιλικού κόμματος που αντιτάχθηκε στον Άξελ. Η πομπή προχώρησε αργά μέσω των πλατειών Χόρνγκιστανκαι και Σέντερμαλμ, και δέχθηκε απειλές και προσβολές μόλις μπήκε στην πόλη. [28][29]

Πρώτα άρχισαν οι κατάρες, και έπειτα η ρήψη των χάλκινων νομισμάτων και οι σφαίρες πάνω στην άμαξα μέχρι να σπάσουν τα τζάμια της. Τότε οι άγριες απειλές και η βροχή από πέτρες γίνονταν συνεχείς, και τελικά στην πλατεία Ριντάρχοστουργκετ, τη στιγμή που ο συνοδός στράφηκε προς τα δεξιά, ένα τεράστιο πλήθος εμπόδισε τον δρόμο της μεταφοράς του Φέρσεν. Οι φρουροί παρέμειναν απαθείς ενώ το πλήθος απελευθέρωσε τα άλογα και έσυρε τον Φέρσεν έξω από την άμαξα.

Ο Φον Φέρσεν, με μια έντονη προσπάθεια, πέταξε πίσω έναν από τους επιτιθέμενους του και ελευθέρωσε τον εαυτό του από τους άλλους που τον περιστοίχιζαν. Υπήρξε μια στιγμιαία χαλάρωση και οι κατάρες συρρικνώθηκαν από κραυγές σε μουρμουρητά. Το πρόσωπο του Άξελ αιμορραγούσε εκεί που το είχε κόψει μια πέτρα, και τα παράσημα του ακτινοβολούσαν στον ήλιο. Οι φρουροί, που έπρεπε να τον προστατεύσουν, τον κοίταζαν με μια περίεργη προσμονή. [30]

Ήταν αυτή τη στιγμή που ο Μπάρινγκτον Μπόμοντ έφτασε στη σκηνή με τον στρατηγό Σίλφβερσπεαρ και μια μικρή απόσπαση στρατευμάτων. Αυτή η παρέμβαση εξόργισε περαιτέρω το μεγάλο πλήθος. Ο Φον Φέρσεν, συνειδητοποιώντας ότι οι αρχές σχεδίαζαν να μην κάνουν τίποτα, γύρισε και έσπευσε στην πρώτη πόρτα που μπορούσε να βρει. Το πλήθος συγκεντρώθηκε σε αυτό το σημείο, και λίγοι έτρεξαν στο σπίτι για να τον κυνηγήσουν.

Σύντομα, ένας άντρας εμφανίστηκε στο παράθυρο "και με μια θριαμβευτική κραυγή" πέταξε κάτω το μανδύα και το σπαθί του φον Φέρσεν, τα οποία κατασχέθηκαν από το θυμωμένο πλήθος. Ο Άξελ σύρθηκε πίσω στην πλατεία. Τα γάντια του τραβήχτηκαν και ρίχτηκαν στο πρόσωπό του, και το παλτό του σχίστηκε και καταπατήθηκε. Ο Σίλφβερσπεαρ, προσπαθώντας να σώσει τον φον Φέρσεν, προσφέρθηκε να τον συλλάβει και να τον δικάσει για τη δολοφονία του Πρίγκιπα. Εκείνη τη στιγμή, η τοποθετημένη συνοδεία γύρισε και έφυγε. Ο όχλος «ήταν σχεδόν αθόρυβος, αλλά έπειτα κραυγάζοντας από ευχαρίστηση, έπεσε πάνω στον φον Φέρσεν». [31]

Ο σύγχρονος Φον Φέρσεν, ο βαρόνος Γουσταύος Μαουρίτς Αρμφέλτ, δήλωσε αργότερα:

«Κάποιος θα έμπαινε σχεδόν στον πειρασμό να πει ότι η κυβέρνηση ήθελε να δώσει στο λαό ένα θύμα για να παίξει, όπως όταν κάποιος ρίχνει κάτι σε ένα θυμωμένο άγριο θηρίο για να αποσπάσει την προσοχή του. Όσο περισσότερο τα σκέφτομαι όλα αυτά, τόσο περισσότερο είμαι πεπεισμένος ότι ο όχλος φέρνει λιγότερο μερίδιο ευθύνης σε όλο αυτό ... Αλλά στο όνομα του Θεού για ποιο λόγο ήταν τα στρατεύματα εκεί; Πώς θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο στο φως της ημέρας κατά τη διάρκεια μιας πομπής, όταν στην πραγματικότητα υπήρχαν στρατεύματα και στρατιωτική συνοδεία[32]

Ο Άξελ φον Φέρσεν πέθανε εκείνη τη μέρα στη Στοκχόλμη ως ο ανώτατος αξιωματούχος της Σουηδίας δίπλα στον βασιλιά. Ο θάνατός του έκανε σάλο σε όλη τη χώρα. Η αιτία του θανάτου καθορίστηκε ως «σύνθλιψη του θώρακα» όταν ο Σουηδός-Φινλανδός Όττο Γιόχαν Τάντιφελτ πήδηξε και με τα δύο πόδια στο στήθος του Άξελ.[33]

Επακόλουθα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λίγους μήνες μετά τη δολοφονία, ο φον Φέρσεν και η οικογένειά του απαλλάχθηκαν από κάθε υποψία που συνδέεται με το θάνατο του Κάρολου Αύγουστου του Σόντερμπουργκ, και τελικά έλαβε κρατική ταφή με τελετή και με όλη τη μεγαλοπρέπεια. Η αδερφή του, η Σοφία Πάιπερ, αποχώρησε από τη Στοκχόλμη και εγκαταστάθηκε στο αρχοντικό της στο Λόφσταντ, κοντά στο Νόρσεπινγκ. Εκεί έφτιαξε ένα μνημείο για τον αδερφό της, με την επιγραφή:

«Σε έναν αξέχαστο αδερφό, έναν άνθρωπο που το θάρρος του στις τελευταίες του στιγμές, στις 20 Ιουνίου 1810, μαρτυρεί τις αρετές και την ηρεμία του[34]

Η σχέση με τη Μαρία Αντουανέτα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο νεαρός ευγενής ήταν αγαπητός στο Γαλλικό παλάτι, λόγω εν μέρει της ανάμνηση της αφοσίωσης του πατέρα του στη Γαλλία, αλλά κυρίως λόγω των δικών του φιλικών προσόντων. Η βασίλισσα Μαρία Αντουανέτα, η οποία γνώρισε για πρώτη φορά τον Άξελ φον Φέρσεν όταν ήταν και οι δύο 18 χρονών, ελκύσθηκε ιδιαίτερα από τη χάρη και την εξυπνάδα του "όμορφου" φον Φέρσεν. Ωστόσο, ήταν σχεδόν τέσσερα χρόνια αργότερα, στη δεύτερη επίσκεψη του Άξελ στη Γαλλία το καλοκαίρι του 1778, όταν η σχέση άνθισε. Εκεί έγινε δεκτός από τη Μαρία Αντουανέτα στον αξιόπιστο κύκλο της και προσκλήθηκε στις ιδιωτικές της συγκεντρώσεις στο Μικρό Τριανόν. Φαίνεται ότι η φιλία τους μεγάλωσε πολύ γρήγορα και προκάλεσε ζήλια στην αυλή του Παλατιού. Από τις αναφορές του Μπάρινγκτον Μπόμοντ, φαίνεται πως ο Φον Φέρσεν έφυγε για τον πόλεμο στην Αμερική στις αρχές του 1780 για να αποφύγει να προκαλέσει σκάνδαλο, καθώς ήταν ευρέως γνωστό ότι οι δύο τους είχαν πολύ στενή σχέση και φημολογήθηκε ότι ήταν ο εραστής της βασίλισσας. Ο Μπάρινγκτον Μπόμοντ έγραψε στα απομνημονεύματα του ότι ο Άξελ ζήτησε από τον Γουσταύο Φίλιππο Κρέϊτς να χρησιμοποιήσει την επιρροή του ως Σουηδός πρέσβης στη Γαλλία για να τον διορίσει ως ανώτατο υπάλληλο του στρατού στο Ροσαμπού. Σύμφωνα με τον Κρέιτς σε επιστολή προς τον Γουσταύο:

«Ο νεαρός Κόμη Φέρσεν έγινε δεκτός από τη βασίλισσα και αυτό θεωρήθηκε προσβλητικό από πολλά άτομα. Παραδέχομαι ότι δεν θα μπορούσα να σκεφτώ ότι η βασίλισσα είχε μια προτίμηση προς εκείνον. Έχω δει πάρα πολλές ενδείξεις για να το αμφισβητήσω αυτό. Η συμπεριφορά του νεαρού αυλικού ήταν αξιοθαύμαστη σε αυτή τη συγκυρία, όντας σεμνός και συγκρατημένος, αλλά πάνω απ' όλα, είναι η απόφαση που πήρε να πάει στην Αμερική. Φεύγοντας έτσι απέφυγε όλους τους κινδύνους. Αλλά χρειαζόταν προφανώς μια αποφασιστικότητα πέρα από τα χρόνια του, για να ξεπεράσει αυτή την πρόκληση. Τα μάτια της βασίλισσας δεν μπορούσαν να τον αφήσουν, κατά τη διάρκεια των τελευταίων ήμερων, και συχνά γέμιζαν με δάκρυα

Είναι αδύνατο να γνωρίζουμε πόσο μακριά πήγε η σχέση τους. Ήταν δύσκολο για τη βασίλισσα της Γαλλίας να παραμείνει μόνη της για πολύ. Σχεδόν πάντα συνοδεύονταν από άλλους, όπως ακολούθους του παλατιού. Όμως τη στιγμή που ακούστηκε ότι η Μαρία Αντουανέτα ήταν η ερωμένη του Άξελ, φημολογήθηκε επίσης ότι ήταν ο ερωμένη των Δουκών της Ορλεάνης και του Κόμη της Αρτουά, μεταξύ άλλων (αν και όλα αυτά τα τελευταία βασίζονταν σε αβάσιμα και κακόβουλα έντυπα).

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Barrington 1902, σελ. 22
  2. von Fersen 1902, σελίδες 6–7
  3. von Fersen 1902, σελ. 12
  4. Campan, Jeanne Louise Henriette (1 Ιανουαρίου 2009). Memoirs of the Court of Marie Antoinette: Queen of France. The Floating Press. ISBN 978-1-77541-158-1. 
  5. von Fersen 1902, σελ. 30
  6. Yates, Edmund Hodgson; Tinsley, William; Downey, Edmund; Croft, William (1884). «Count Fersen». Tinsley's Magazine (Tinsley Brothers) 35. 
  7. von Fersen 1902, σελ. 68
  8. Wraxall 1863, σελ. 215
  9. 9,0 9,1 9,2 von Fersen 1902, σελίδες 69–75
  10. Lamballe 1901, σελ. 180
  11. von Fersen 1902, σελ. 76
  12. Barrington 1902, σελ. 44
  13. Lamballe 1901, σελ. 248
  14. Barrington 1902, σελ. 150
  15. von Fersen 1902, σελ. 137
  16. Barrington 1902, σελ. 169-1702
  17. von Fersen 1902, σελ. 279
  18. von Fersen 1902, σελ. 349
  19. von Fersen 1902, σελίδες 289–290
  20. von Fersen 1902, σελ. 293
  21. Barrington 1902, σελίδες 195–196
  22. von Fersen 1902, σελ. 255
  23. Price, Munro (23 Σεπτεμβρίου 2011). The Fall of the French Monarchy: Louis XVI, Marie-Antoinette and the Baron de Breteuil. Pan Macmillan. σελ. xxv. ISBN 978-1-4472-1169-3. Ανακτήθηκε στις 1 Σεπτεμβρίου 2013. 
  24. Barton 1986, σελ. 235
  25. Barrington 1902, σελίδες 269–270
  26. Barton 1986, σελ. 237
  27. «???». Encyclopædia Britannica IV: σελ. 110. 
  28. Mansel, Philip (1 Οκτωβρίου 1984). Pillars of monarchy: an outline of the political and social history of royal guards, 1400-1984. Quartet Books. σελ. 121. ISBN 978-0-7043-2424-4. 
  29. Wraxall 1863, σελ. 219
  30. Barrington 1902, σελ. 302
  31. Barrington 1902, σελ. 304
  32.  Bain, Nisbet, Robert (1911) «Fersen, Hans Axel, Count von» στο: Chisholm, Hugh, επιμ. Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάννικα 10 (11η έκδοση) Cambridge University Press, σσ. 291–292 
  33. Lindqvist, Herman (1991). Axel von Fersen (στα Σουηδικά) (Swedish έκδοση). Fischer. σελ. 281. ISBN 9170546576. 
  34. von Fersen 1902, σελίδες 13–14

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Περαιτέρω ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]