Άννα, μεγάλη δούκισσα της Λιθουανίας
| Άννα, μεγάλη δούκισσα της Λιθουανίας | |
|---|---|
| Γενικές πληροφορίες | |
| Γέννηση | Δεκαετία του 1350 |
| Θάνατος | 1 Αυγούστου 1418[1] Κάστρο του Τράκαϊ |
| Τόπος ταφής | Καθεδρικός Ναός του Βίλνιους |
| Χώρα πολιτογράφησης | Μεγάλο Δουκάτο της Λιθουανίας |
| Εκπαίδευση και γλώσσες | |
| Ομιλούμενες γλώσσες | παλαιά ανατολικοσλαβική γλώσσα |
| Πληροφορίες ασχολίας | |
| Ιδιότητα | αριστοκράτης |
| Οικογένεια | |
| Σύζυγος | Βυτάουτας (έως 1418)[2] |
| Τέκνα | Σοφία της Λιθουανίας[3] |
| Γονείς | Sviatoslav IV of Smolensk[4] και NN |
| Αδέλφια | Juliana of Smolensk[5][6] Agrippina of Smolensk |
| Οικογένεια | Rostislavichi |
Η Άννα ή Όνα Βιταουτιένε, πολων.: wielka księżna litewska (απεβ. στις 31 Ιουλίου 1418 στο Τρακάι ) ήταν μεγάλη δούκισσα της Λιθουανίας (1392–1418). Πιθανότατα ήταν η πρώτη σύζυγος του Βιτάουτα των Γκεντιμινιδών, μεγάλου δούκα της Λιθουανίας. Η Άννα ήταν μητέρα της Σοφίας της Λιθουανίας, συζύγου του Βασιλείου Α΄ της Μόσχας. Είναι γνωστή περισσότερο για τη βοήθεια που έδωσε στον Βιτάουτας να δραπετεύσει από μία φυλακή στην Κρέβα το 1382, και έτσι πιθανότατα του έσωσε τη ζωή. Λίγα είναι γνωστά για τη ζωή της Άννας, και ακόμη και η καταγωγή της παραμένει αμφισβητούμενη από τους ιστορικούς.
Βιογραφία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Κατά τη διάρκεια των εμφυλίων πολέμων
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Πιθανότατα η Άννα και ο Βιτάουτας παντρεύτηκαν μεταξύ 1368 και 1377 ή γύρω στο 1370. Η Άννα εμφανίζεται για πρώτη φορά στην ιστορία το 1382, όταν ο σύζυγός της φυλακίστηκε στο κάστρο της Κρέβα από τον εξάδελφό του Βλαδίσλαο Β΄ Γιογκάιλα κατά τη διάρκεια του Λιθουανικού Εμφυλίου Πολέμου (1381–1384). Ενώ όλες οι αναφορές συμφωνούν ότι απελευθέρωσε τον σύζυγό της, οι λεπτομέρειες ποικίλλουν από πηγή σε πηγή. Δεν είναι σαφές πόση ελευθερία είχε η Άννα στην Κρέβα, και αν φρουρούνταν. Στα Λιθουανικά Χρονικά είναι γραμμένο ότι είχε μαζί της δύο υπηρέτριες. Έπεισε έναν από αυτούς να ανταλλάξει ρούχα με τον Βιτάουτας, ο οποίος στη συνέχεια δραπέτευσε απαρατήρητος. Ο χρονικογράφος Βίγκαν του Μάρμπουργκ ισχυρίστηκε ότι ο Βιτάουτας ντύθηκε με τα ρούχα της Άννας, και όχι με κάποιας από τις υπηρέτριες της Άννας. Πιστεύεται ότι η Άννα παρέμεινε στην Κρέβα, και δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες για το πώς δραπέτευσε ή αφέθηκε ελεύθερη. Ο ιστορικός Τέοντορ Νάρμπουτ (1784–1864) πρόσθεσε αργότερα πολλές ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες στην ιστορία, συμπεριλαμβανομένης της ασθένειας του Βιτάουτα, και της υπηρέτριας Αλένας, η οποία θυσιάστηκε για να σώσει τον αφέντη της.
Το 1389, όταν το πραξικόπημα τού συζύγου της για την κατάληψη του Βίλνιους απέτυχε, εκείνη βρισκόταν στη Χρόντνα. Μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα, η Άννα ακολούθησε τον σύζυγό της στους Τεύτονες Ιππότες, όπου ο Βιτάουτας ζήτησε συμμαχία εναντίον των εξαδέλφων του, Γιογκάιλα και Σκιργκάιλα στον Λιθουανικό Εμφύλιο Πόλεμο (1389–1392). Για ένα διάστημα αυτή κρατήθηκε όμηρος, για να εγγυηθεί ότι ο Βιτάουτας δεν θα διέκοπτε τη συμμαχία. Μετά την επίλυση των διαφωνιών το 1392, η Άννα επικύρωσε τη συμφωνία του Όστροβ, την ειρηνευτική συνθήκη που καθιστούσε τον Βιτάουτας μεγάλο δούκα της Λιθουανίας. Υπέγραψε δύο επιστολές, μία που δόθηκε στον Γιογκάιλα, και μία άλλη στη σύζυγό του Γιαντβίγκα της Πολωνίας. Η Άννα συνέχισε να είναι ενεργή στην πολιτική ζωή, και συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις για τη συνθήκη της Σαλύνας (1398).
Μετέπειτα ζωή
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Πριν από το 1396, αυτή και ο σύζυγός της ταξίδεψαν στο Κέσμαρκ για να συναντήσουν τον βασιλιά Σιγισμούνδο της Ουγγαρίας και να δημιουργήσουν μία φιλική σχέση. Ενώ μιλούσαν για πολλή ώρα, ξεκίνησε πυρκαγιά, που έκαψε τη μισή πόλη, κάνοντας τους Ούγγρους ευγενείς να υποψιαστούν τους ανθρώπους του Βιτάουτας. Ο Σιγισμούνδος παρενέβη και ξεκαθάρισε την κατάσταση, συνεχίζοντας τις διαπραγματεύσεις. Αφού τελείωσε η επίσκεψη, ο Βιτάουτας και η σύζυγός του Άννα έδωσαν πολλά δώρα στον Σιγισμούνδο, όπως ένα παλτό, ένα καπέλο και γάντια φτιαγμένα από γούνα ζιμπελίνας και κεντημένα με χρυσό. Λεπτομέρειες για όλα αυτά τα δώρα «που δόθηκαν από τη σύζυγο τού Βιτάουτας» καταγράφηκαν σε ένα χρονικό του 15ου αι. από τον Έμπερχαρντ Βίντεκ, στενός συνεργάτη του Σιγισμούνδου της Ουγγαρίας.

Το 1400 η Άννα επισκέφθηκε τον τάφο της Δωροθέας του Μοντάου στο Μαρίενβερντερ (σημερινό Κβίντζυν) και προσευχήθηκε στις εκκλησίες της Αγίας Άννας στο Βρανδεμβούργο και της Αγίας Βαρβάρας στο Όλντενμπουργκ. Συνοδευόταν από τον κουνιάδο της Σιγισμούνδο Κεστουτάιτις και μία συνοδεία 400 ανδρών. Η Άννα έγινε δεκτή με ακριβά δώρα και πλούσιες δεξιώσεις. Η Άννα συνέχισε να διατηρεί καλές σχέσεις με τους Τεύτονες Ιππότες, οι οποίοι τής έστειλαν ακριβά δώρα, όπως ένα κλαβίχορδο και ένα φορητό όργανο το 1408, και σπάνιο κρασί το 1416. Μετά το τέλος της, όλες οι εκκλησίες στην Πρωσία διατάχθηκαν να τελέσουν επιμνημόσυνες λειτουργίες. Διάφορα χρονικά και έγγραφα κατέγραψαν πολύ λιγότερο θετική αλληλεπίδραση μεταξύ της Άννας και της Πολωνίας.
Πιστεύεται ότι η εκκλησία της Αγίας Άννας, κτισμένη στο Κάτω Κάστρο του Βίλνιους πριν από το 1390, ονομάστηκε έτσι προς τιμήν της Άννας. Αργότερα ήταν γνωστή ως εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας, αλλά δεν έχει διασωθεί μέχρι σήμερα. Ο Φλαμανδός περιηγητής Γκιγιεμπέρ ντε Λανουά έγραψε ευνοϊκά για τη μεγάλη δούκισσα.
Μετά το τέλος της το 1418, ο Βιτάουτας ήθελε να νυμφευτεί την ανιψιά της Ουλιάνα Ολσάνσκα, κόρη του Ιβάν Ολσάνσκι. Ο Πολωνός ιστορικός Γιαν Ντλούγκος ισχυρίζεται, ότι ο Ιβάν του Κάρατσεφ, πρώτος σύζυγος της Ουλιάνας, δολοφονήθηκε από τον Βιτάουτας, για να τη νυμφευτεί. Ο επίσκοπος του Βίλνιους αρνήθηκε την τελετή, λόγω τής στενής τους σχέσης (ο Βιτάουτας ήταν ο σύζυγος τής θείας τής Ουλιάνας) και απαίτησε να ζητήσουν την έγκριση του πάπα. Τελικά, ο επίσκοπος του Βλότσλαβεκ τέλεσε την τελετή.
Καταγωγή
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Υπάρχει σημαντική συζήτηση σχετικά με το ποιοι ήταν οι γονείς της Άννας. Σύμφωνα με το Χρονικό του Μπιχόβιετς, μία ύστερη και αναξιόπιστη πηγή, η Άννα ήταν αδελφή του Γιούρι Σβιατοσλάβιτς, του τελευταίου κυρίαρχου ηγεμόνα του πριγκιπάτου του Σμολένσκ. Για πολύ καιρό αυτή ήταν η μόνη θεωρία σχετικά με την προέλευσή της.
Το 1933 ο Λιθουανός ιστορικός Ίγκνας Γιονύνας δημοσίευσε μία μελέτη, στην οποία προσπάθησε να καταρρίψει το Χρονικό του Μπιχόβιετς και να αποδείξει ότι η Άννα δεν ήταν ορθόδοξη δούκισσα από σλαβικά εδάφη, αλλά κόρη ενός εντόπιου Λιθουανού ευγενή. Ο Γιονύνας επεσήμανε ότι καμία άλλη σύγχρονη πηγή δεν αναφέρει τη σχέση μεταξύ Βιτάουτας και Γιούρι, παρόλο που η Λιθουανία και το Σμόλενσκ βρέθηκαν σε πόλεμο αρκετές φορές. Το Πρώτο Λιθουανικό Χρονικό, η βάση του οποίου γράφτηκε όσο ο Βιτάουτας ήταν ακόμη ζωντανός, περιγράφει πώς διεξήχθησαν οι πόλεμοι εναντίον του Σμολένσκ το 1386, το 1395, το 1401 και το 1404, αλλά δεν αναφέρει τίποτε για το ότι ο Βιτάουτας ήταν κουνιάδος του Γιούρι. Ο Γιονύνας υποστήριξε ότι η Άννα ήταν αδελφή του Σουδιμάντα, ενός ευγενή από το Eϊσισκές και διοικητής του στρατού του Βυτάουτα. Το Tευτονικό Χρονικό αναφέρει τον Σουριμάντα ως swoger του Βιτάουτα. Εκείνη την εποχή, swoger σήμαινε κουνιάδος. Ένα άλλο έγγραφο του 1416 αναφέρει τον Σουντιμάντας ως magen, που υποδήλωνε συγγενή, συνήθως συγγενή εξ αίματος. Από τη μελέτη του Φιονύνας, ο Σουδιμάντας έχει παρουσιαστεί ποικιλοτρόπως ως αδελφός της Άννας, πατέρας, ή σύζυγος τής αδελφής της.
Στο άρθρο του του 1995, ο Πολωνός ιστορικός Γιαν Τεγκόφσκι διαφώνησε με τον Γιονύνας, και υποστήριξε ότι το Χρονικό του Μπιχόβιετς ήταν σωστό. Υποστήριξε ότι ο Σουδιμάντας ήταν νυμφευμένος με μία αδελφή της Άννας. Το κύριο επιχείρημα του Τεγκόφσκι, ότι η Άννα καταγόταν από το Σμολένσκ, βασιζόταν σε δύο έγγραφα του 1413, που αναφέρουν έναν «Ρώσο δούκα Βασίλειο» ως κουνιάδο του Βιτάουτας. Ο Τεγκόφσκι αναγνώρισε αυτόν τον Βασίλειο ως γιο του Σβιατοσλάβ Δ΄ του Σμολένσκ. Η Λιθουανή ιστορικός Ίνγκα Μπαραναουσκιένε αντέκρουσε αυτή την ταύτιση, καθώς ο μόνος γνωστός Βασίλειος από το Σμολένσκ ήταν γιος του Ιβάν, αδελφού του Σβιατοσλάβ. Ανέλυσε επίσης τη συνολική σχέση μεταξύ Σμόλενσκ και Λιθουανίας, σημειώνοντας ότι ήταν ως επί το πλείστον εχθρική. Επιπλέον σημείωσε ότι η Άννα είχε δύο αδελφές, που ήταν παντρεμένες με εντόπιους Λιθουανούς ευγενείς, κάτι που θα ήταν σχεδόν αδύνατο, αν ήταν κόρες του πρίγκιπα του Σμολένσκ.
Αδελφές της
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Φλαμανδός περιηγητής Γκιγιεμπέρ ντε Λανουά αναφέρει ότι τον υποδέχτηκαν δύο αδελφές της Άννας, όταν επισκέφθηκε το Βίλνιους το 1413. Μία αγωγή του 1390 που συνέταξε ο Βιτάουτας εναντίον των εξαδέλφων Γιογκάιλα και Σκιργκάιλα, αναφέρει ότι η αδελφή τής συζύγου του ήταν παντρεμένη με τον στενό συνεργάτη του Ιβάν Ολσάνσκι. Ένα βιβλίο αναφορών από ένα μοναστήρι στο Λιούμπεχ κατέγραψε το όνομά της ως Αγριππίνα (αυτά τα βιβλία κατέγραφαν τα ονόματα των νεκρών, ώστε να μπορούν να μνημονεύονται στις προσευχές). Ο Ιβάν και η Αγριππίνα είχαν τουλάχιστον τέσσερις γιους και μία κόρη (την Ουλιάνα Ολσάνσκα, η οποία παντρεύτηκε τον Βιτάουτας μετά το τέλος τής Άννας). Μία άλλη αδελφή της Άννας αναφέρθηκε από τον ιστορικό Γιάν Ντουούγκος (1415–1480). Κατέγραψε ότι η Γιουλιγιόνα, αδελφή της Άννας, ήταν παντρεμένη με τον Ναριμάντας, ο οποίος δολοφονήθηκε από τον Βιτάουτας κατά τη διάρκεια μίας επίθεσης στο Βίλνιους το 1390. Η Γιουλιγιόνα αργότερα παντρεύτηκε τον Αλμπέρτας Μανβίντας, τον πρώτο βοεβόδα του Βίλνιους. Η λατινική εκδοχή τής καταγγελίας του 1390 από τον Βιτάουτας καταγράφει μία διαφορετική εκδοχή: πριν από τον γάμο της με τον Αλμπέρτας Μανβίντας, ήταν παντρεμένη με τον Μπουτρίμας, εξάδελφο του Βιτάουτας, ο οποίος δολοφονήθηκε ως αντίποινα για τον απαγχονισμό του Βαϊντίλα.
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ «Kniaziowie litewsko-ruscy od końca czternastego wieku». (Πολωνικά) Kniaziowie litewsko-ruscy od końca czternastego wieku. Βαρσοβία. 1895. σελ. 160, 577.
- ↑ «Kniaziowie litewsko-ruscy od końca czternastego wieku». (Πολωνικά) Kniaziowie litewsko-ruscy od końca czternastego wieku. Βαρσοβία. 1895. σελ. 160, 459, 577.
- ↑ «Kniaziowie litewsko-ruscy od końca czternastego wieku». (Πολωνικά) Kniaziowie litewsko-ruscy od końca czternastego wieku. Βαρσοβία. 1895. σελ. 577.
- ↑ «Kniaziowie litewsko-ruscy od końca czternastego wieku». (Πολωνικά) Kniaziowie litewsko-ruscy od końca czternastego wieku. Βαρσοβία. 1895. σελ. 160, 459.
- ↑ «Kniaziowie litewsko-ruscy od końca czternastego wieku». (Πολωνικά) Kniaziowie litewsko-ruscy od końca czternastego wieku. Βαρσοβία. 1895. σελ. 160.
- ↑ Rimvydas Petrauskas: «Літоўская знаць у канцы XIV—XV ст.: Склад — структура — улада» (Λευκορωσικά) Σμολένσκ. 2014. σελ. 262. ISBN-13 978-5-00076-015-4.
Εξωτερικοί σύνδεσμοι
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Πολυμέσα σχετικά με το θέμα Άννα, μεγάλη δούκισσα της Λιθουανίας στο Wikimedia Commons