Άνα Μπετανκούρτ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Άνα Μπετανκούρτ
Ana Betancourt.png
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Ana Betancourt (Ισπανικά)
Γέννηση14  Φεβρουαρίου 1832[1]
Καμαγουέι
Θάνατος7  Φεβρουαρίου 1901
Μαδρίτη
Αιτία θανάτουβρογχοπνευμονία
Τόπος ταφήςΚαμαγουέι
Χώρα πολιτογράφησηςΚούβα
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταδιαφωνών
επαναστάτρια
ακτιβίστρια για τα δικαιώματα των γυναικών
Πολιτική τοποθέτηση
Πολιτική ιδεολογίαseparatism
Οικογένεια
Σύζυγοςd:Q50349111
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Η Άνα Μπετανκούρτ (Ana Betancourt, 14 Δεκεμβρίου 1832 Καμαγουέι - 7 Φεβρουαρίου 1901, Μαδρίτη) ήταν Κουβανέζα μαμπίσα (αντάρτισσα), εθνική ηρωίδα της Κούβας.

Η ζωή της[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε το 1832, την ίδια χρονιά με την Εμίλια Καζανόβα, στο Καμαγουέι της Κούβας από πλούσια οικογένεια γαιοκτημόνων. Το 1854 παντρεύτηκε τον ζωγράφο Ιγκνάσιο Μόρα που ήταν φανατικός οπαδός της δημοκρατίας και της ένωσης της Κούβας με τις Η.Π.Α..[2] Η Μπετανκούρτ επηρεάστηκε από τις πολιτικές απόψεις του συζύγου της και τον βοήθησε να βελτιώσει τα οικονομικά του που είχαν υποφέρει από την υποστήριξη του αγώνα για τη συνένωση με τις Η.Π.Α.. Εκείνος πάλι την εκπαίδευσε και την υποστήριξε στην προσπάθειά της να βελτιώσει τις συγγραφικές της ικανότητες και να μάθει Γαλλικά και Αγγλικά.[2]

Όταν το 1868 ξέσπασε ο πόλεμος με την Ισπανία το σπίτι τους έγινε ορμητήριο των επαναστατών και η Μπετανκούρτ άρχισε να γράφει επαναστατικά φυλλάδια και να βοηθά τον σύζυγό της να γράφει και να διανέμει την επαναστατική εφημερίδα Ελ Μαμπί.[2] Όταν ο Μόρα έφυγε για να πολεμήσει και ίδιος με τους μαμπί, η Μπετανκούρτ συνέχισε να εκδίδει μόνη της την εφημερίδα όμως μέχρι τον Δεκέμβριο εκείνης της χρονιάς η κατάσταση έγινε τόσο επικίνδυνη για εκείνη που αναγκάστηκε να ακολουθήσει τον σύζυγό της.[2] Η Μπετανκούρτ, παρά το γεγονός πως ήταν μια γυναίκα ανώτερης τάξης που δεν ήταν συνηθισμένη στις δύσκολες συνθήκες, έγινε μία από τις ηρωικές μαμπίσες επαναστάτριες και έζησε μαζί τους στη ζούγκλα. Αυτές οι επαναστάτριες έδειξαν τόσο μεγάλο ηρωισμό και τόση μαχητικότητα κατά τον αγώνα της ανεξαρτησίας της Κούβας από την Ισπανία που οι άνθρωποι άρχισαν να αποκαλούν την επανάσταση «Πόλεμο των Γυναικών».[3]

Το 1869 η Μπετανκούρτ συμμετείχε στην Πρώτη Εθνοσυνέλευση των Κουβανών όπου οι αντάρτες επρόκειτο να εκλέξουν την κυβέρνησή τους και να γράψουν τις βασικές αρχές της αυτοδιοίκησής τους.[3] Εκεί η Μπετανκούρτ έβγαλε τον πρώτο φεμινιστικό λόγο στην ιστορία της Λ. Αμερικής συνδέοντας την ανεξαρτησία της Κούβας με την απόρριψη της δουλείας, του ρατσισμού και της ισπανικής κυριαρχίας αλλά και της καταπίεσης των γυναικών.[3][4] «Πολίτες: Η Κουβανέζα γυναίκα περίμενε υπομονετικά στη σκοτεινή, ήρεμη γωνιά του σπιτιού για αυτή την όμορφη στιγμή που μια επανάσταση θα έσπαζε τα δεσμά της και θα έλυνε τα φτερά της. Όλα είναι σκλαβωμένα στην Κούβα: οικογένειες, έγχρωμοι άνθρωποι και γυναίκες. Είστε έτοιμοι να δώσετε το αίμα σας αν χρειαστεί για να τερματίσετε τη φυλετική σκλαβιά. Όμως αυτή σκλαβιά δεν υπάρχει πια γιατί χειραφετήσατε τους υπόδουλους άντρες. Τώρα έχει έρθει η ώρα να ελευθερώσετε και τις γυναίκες από την σκλαβιά της οικογένειας και της φυλής, τις γυναίκες που σήμερα, ακόμα και σε συνθήκες πολέμου, είναι αδερφές σας και συντρόφισσές σας ακόμα και αν δεν έχουν κερδίσει τα δικαιώματά τους.»[3]

Αν και οι επαναστάτες χαιρέτησαν την ομιλία της Μπετανκούρτ και εξαίρεσαν τη συνεισφορά και τη γενναιότητα των μαμπίσας στον αγώνα, δεν προέβλεψαν δικαιώματα για τις γυναίκες στις βασικές αρχές της αυτοδιοίκησής τους καθώς η ιδέα της γυναικείας χειραφέτησης ήταν μέχρι τότε ανήκουστη. Οι άντρες επαναστάτες θρωρούσαν πως οι γυναίκες εκπροσωπούνταν επαρκώς μέσω των αντρών και πως ήδη είχαν κερδίσει την αναβάθμιση της θέσης τους έχοντας κερδίσει με τον αγώνα τους τον σεβασμό των αντρών και έχοντας αποδείξει πως δεν ήταν αδύναμες και ανίκανες.[3]

Στις 9 Ιουλίου 1871 η Μπετανκούρτ αιφνιδιάστηκε από τους Ισπανούς και αιχμαλωτίστηκε. Κόντεψε να πεθάνει στη φυλακή από τύφο αλλά τελικά κατάφερε να επιβιώσει και εξορίστηκε στη Νέα Υόρκη.[2] Εκεί ευτυχώς μπορούσε να επικοινωνήσει καθώς είχε μάθει Αγγλικά αλλά έπρεπε να εργαστεί για να επιβιώσει και βρήκε δουλειά σε ένα εργοστάσιο όπου άρχισε να εργάζεται κάτω από απεχθείς συνθήκες όπως έκαναν και πολλές άλλες εξορισμένες Κουβανές όπως η Κόντσα Αγκραμόντε και η Αμάλια Σιμονί.[2] Τότε γνώρισε την επαναστάτρια, ακτιβίτρια και φεμινίστρια Εμίλια Καζανόβα που ήταν ήδη γνωστή ως ιδρύτρια της Λίγκας των Κορών της Κούβας, μία γυναικεία οργάνωση που αγωνίζονταν για την απελευθέρωση της Κούβας, και άρχισε να εργάζεται μαζί της.[2] Κάποια στιγμή μάλιστα η Μπετανκούρτ και η Καζανόβα έκαναν κάτι που θεωρήθηκε αδιανόητο για γυναίκες: συνάντησαν τον ίδιο τον Πρόεδρο των Η.Π.Α. που τότε ήταν ο Οδυσσέας Γκραντ, και του ζήτησαν να μεσολαβήσει για να απελευθερωθούν ορισμένοι Κουβανοί φοιτητές που είχαν συλληφθεί από τους Ισπανούς, αλλά η επίσημη εκδοχή που δώθηκε στη δημοσιότητα ήταν πως είχαν ζητήσει να αναγνωρίσουν οι Η.Π.Α. τον αγώνα ανεξαρτησίας της Κούβας.[2]

Τελικά η Μπετανκούρτ, υπό τις παραινέσεις των αδερφών της, μετακόμισε στη Τζαμάικα που ήταν πιο κοντά στην Κουβά και όπου μπορούσε να ζήσει κάτω από καλύτερες συνθήκες.[2] Εκεί εργάστηκε ως δασκάλα για κορίτσια από την Κούβα. Εκεί έμαθε και τα τρομερά νέα ότι οι δύο νύφες της και τα παιδιά τους είχαν σκοτωθεί από τους Ισπανούς στην Κούβα και αργότερα έμαθε και για την σύλληψη και την εκτέλεση του συζύγου της από τους Ισπανούς.[2]

Το τέλος του Δεκαετούς Πολέμου το 1878 δεν έφερε την πολυπόθητη ανεξαρτησία στην Κούβα και βρήκε την Μπετανκούρτ κουρασμένη ψυχικά και σωματικά.[2] Ειρωνικά, βρήκε στήριγμα στην αδερφή της που είχε παντρευτεί έναν Ισπανό στρατιωτικό και πήγε να μείνει μαζί τους στη Μαδρίτη.[2] Αν και πρόλαβε να δει την Κούβα να απελευθερώνεται τελικά από τους Ισπανούς, δεν πρόλαβε το 1901 να επιστρέψει στη χώρα της όπως είχε πρόθεση γιατί πέθανε από βρογχοπνευμονία σε ηλικία 69 ετών. Τάφηκε στην Ισπανία αλλά το 1968 η σορός της μεταφέρθηκε στην Κούβα και τάφηκε στο Πάνθεον των Επαναστατικών Ένοπλων Δυνάμεων στην Αβάνα.

Τιμητικές διακρίσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Εθνική Ένωση Φεμινιστών της Κούβας ίδρυσε το 1947 δανειστική βιβλιοθήκη που ονόμασε «Άνα Μπετανκούρτ ντε Μόρα».[3]

Στη σύγχρονη Δημοκρατία της Κούβας απονέμενται από το 1979 το βραβείο «Άνα Μπετανκούρτ» σε κάθε γυναίκα που «ξεχωρίσει για την επαναστατική και αντι-ιμπεριαλιστική της δράση». Μία από τις γυναίκες που τιμήθηκαν με αυτό το βραβείο είναι και η Παλαιστίνια ακτιβίστρια και συγγραφέας Μέι Σαΐγ.

Μία σειρά από σχολεία θηλέων για κορίτσια που ζουν στην επαρχία της Κούβας ονομάστηκαν «Άνα Μπετανκούρτ» προς τιμήν της.

Η Άνα Μπετανκούρτ αναφέρεται στο έργο της Τζούντι Σικάγο «Το Δείπνο» στο σερβίτσιο της Σακατζαγουία.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 www.cadenagramonte.cu/efemerides/ver/1901-muerte-de-ana-betancourt.
  2. 2,00 2,01 2,02 2,03 2,04 2,05 2,06 2,07 2,08 2,09 2,10 2,11 Prados-Torreira, Teresa (2005). Mambisas : rebel women in nineteenth-century Cuba. Gainesville, Fla.: University Press of Florida. ISBN 978-0-8130-3769-1. 738499419. 
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 3,5 Stoner, K. Lynn (1991). From the house to the streets : the Cuban woman's movement for legal reform, 1898-1940. Durham: Duke University Press. ISBN 0-8223-1149-6. 22452406. 
  4. Hoeveler, Diane Long (2004). Historical dictionary of feminism (2 έκδοση). Lanham, Md.: Scarecrow Press. ISBN 0-8108-4946-1. 54006509.