Άι-άι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Άι-άι
Ενήλικο άι-άι στο φυσικό του περιβάλλον
Ενήλικο άι-άι στο φυσικό του περιβάλλον
Κατάσταση διατήρησης
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Θηλαστικά (Mammalia)
Τάξη: Πρωτεύοντα (Primates)
Οικογένεια: Δωβεντονιίδες (Daubentoniidae) Gray, 1863
Γένος: Δωβεντονία (Daubentonia) É. Geoffroy Saint-Hilaire, 1795 F
Είδος: D. madagascariensis
Διώνυμο
Daubentonia madagascariensis (Δωβεντονία η μαλαγασιανή ) [i]
Gmelin, 1788

Το Άι-άι (παλαιότερη γραφή Άϋ-άϋ [1][2]) είναι νυκτόβιο πρωτεύον θηλαστικό της οικογενείας των Δωβεντονιιδών, που απαντά αποκλειστικά στη νήσο της Μαδαγασκάρης (ενδημικό). Η επιστημονική ονομασία του είδους είναι Daubentonia madagascariensis και δεν περιλαμβάνει υποείδη (μονοτυπικό). [3][4][5]

Το άι-άι ανήκει στον κλάδο των λεμουρίων, ιδιαίτερη ταξινομική μονάδα (taxon) εντός της υποτάξης των στρεψίρρινων προπιθήκων. Επιπροσθέτως, αποτελεί μοναδική περίπτωση θηλαστικού για τους εξής λόγους:

  • Είναι ο μοναδικός αρτίγονος εκπρόσωπος σε επίπεδο είδους, ολόκληρης οικογενείας (Daubentoniidae) πρωτευόντων. [6]
  • Είναι το μεγαλύτερο σε μέγεθος νυκτόβιο πρωτεύον (nocturnal primate) [7] και, επομένως, ο μεγαλύτερος σε μέγεθος νυκτόβιος λεμούριος. [8]
  • Διαθέτει κοπτήρες οι οποίοι αναπτύσσονται διαρκώς, καθ’ όλη την διάρκεια της ζωής του. [9]
  • Στερείται σπερματοδόχων κύστεων, στοιχείο μοναδικό εντός των λεμουρίων. [10]
  • Διαθέτει μακρείς και στενούς δακτύλους, εκ των οποίων ο 3ος είναι εξαιρετικά λεπτός και ευλύγιστος. [11]
  • Είναι το μοναδικό πρωτεύον που χρησιμοποιεί την μέθοδο της κρουστικής τροφοληψίας (βλ. λ.) κατά την αναζήτηση της τροφής του. [12][13]

Τάση παγκόσμιου πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Καθοδική ↓ [14]

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επιστημονική ονομασία του γένους, Daubentonia, οφείλεται στον Γάλλο Ε. Ζ. Σαιντ-Ιλέρ (Étienne Geoffroy Saint-Hilaire, 1772 – 1844), μαθητή τού -επίσης Γάλλου- φυσιοδίφη Λ. Ντωμπαντόν (Louis-Jean-Marie Daubenton 1716 – 1800), ο οποίος ονοματοδότησε το taxon προς τιμήν του δασκάλου του, το 1795. [15] Αρχικά, ο Σαιντ-Ιλέρ σκέφθηκε να χρησιμοποιήσει το, ελληνικής προέλευσης, όνομα Scolecophagus «σκωληκοφάγος» για το γένος, παραπέμποντας στις διατροφικές συνήθειες του θηλαστικού, αλλά επειδή δεν ήταν απολύτως βέβαιος γι’ αυτές και επειδή υπήρχε πιθανότητα να ανακαλύψει και άλλα είδη, αναίρεσε αυτή του την απόφαση. [16] Η ονοματοδοσία της οικογενείας (Daubentoniidae) έγινε πολύ αργότερα, το 1863, από τον Βρετανό ζωολόγο Τ. Ε. Γκρέι (John Edward Gray, 1800 – 1875). [17]

Ο όρος madagascariensis στην επιστημονική ονομασία του είδους, παραπέμπει στην μεγάλη αφρικανική νήσο της Μαδαγασκάρης, όπου το θηλαστικό απαντά ως ενδημικό όπως, άλλωστε, πολλά άλλα πρωτεύοντα.

Ο Γάλλος φυσιοδίφης και εξερευνητής Π. Σονερά (Pierre Sonnerat, 1748 – 1814) ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε τη λαϊκή ονομασία, «άι-άι», το 1782, όταν προσπάθησε να περιγράψει και να ζωγραφίσει το θηλαστικό, αν και ήδη είχε αποκληθεί, επίσης, ως «μακροδάκτυλος λεμούριος» από τον Άγγλο βοτανικό και ζωολόγο Τ. Σόου (George Shaw, 1751 – 1813), το 1800. Σύμφωνα με τον Σονερά, το όνομα «άι-άι» είχε ηχομιμητική προέλευση «…cri d'exclamation & d'étonnement» «…κραυγή έκπληξης και θαυμασμού» [ενν. του ζώου] (βλ. και Φωνή). Ωστόσο, ο Αμερικανός παλαιοανθρωπολόγος Ι. Τάτερσαλ (Ian Tattersall, 1845- ) υποστήριξε το 1982 ότι, το όνομα «άι-άι» έχει δοθεί από τους ιθαγενείς κατοίκους της Μαδαγασκάρης και χρησιμοποιείται σε όλο το νησί. Έτσι, η διαδεδομένη χρήση του υποδηλώνει ότι δεν θα μπορούσε να έχει προέλθει από τον Σονερά. [18] Μια υπόθεση είναι ότι, προέρχεται από την φράση «hay hay», «δεν ξέρω», στα μαλαγασιανά. Αν αυτό είναι σωστό, τότε το όνομα θα μπορούσε να προέρχεται από το λαό της Μαδαγασκάρης που, λέγοντας «hay hay», αποφεύγουν να αναφερθούν στο «μαγικό ζώο που τους προκαλεί φόβο» (βλ. Δεισιδαιμονίες). [19]

Συστηματική ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος περιγράφηκε από τον Γερμανό φυσιοδίφη και ερπετολόγο Γ. Γκμέλιν (Johann Friedrich Gmelin 1748 – 1804), ως Sciurus madagascariensis (δυτικές περιοχές Μαδαγασκάρης, 1788). [20] Η μεταφορά του στο γένος Daubentonia, έγινε το 1795 από τον Σαιντ-Ιλέρ, όπως προαναφέρθηκε. Λόγω των ιδιαίτερων μορφολογικών χαρακτηριστικών του, το άι-άι έχει έντονα συζητηθεί από την ανακάλυψή του έως και σήμερα. Η παρουσία των -αενάως αναπτυσσομένων- κοπτήρων, παραλληλιζόμενη με εκείνη των τρωκτικών, του χρώματος γούνας και της ουράς του, είχε οδηγήσει τους πρώτους φυσιοδίφες να ταξινομήσουν εσφαλμένα το άι-άι στην συγκεκριμένη τάξη θηλαστικών [21] και, μάλιστα, ως σκίουρο (sic). Ωστόσο, τους «μπέρδευε» το γεγονός ότι, το άι-άι μοιάζει και με αιλουροειδές στο σχήμα του κεφαλιού, των ματιών, των αυτιών και των ρουθουνιών του. [22]

Σκελετός του είδους όπου διακρίνεται η μορφή των δακτύλων, με το ιδιόμορφο 3ο δάκτυλο να ξεχωρίζει

Ακόμη και σήμερα, η ταξινομική του θεωρείται αβέβαιη. Έχει θεωρηθεί ως «ισχυρό» μέλος της οικογένειας Indridae, βασικό κλάδο της υποτάξης των στρεψίρρινων, αλλά με εξαιρετικά απροσδιόριστη σχέση με όλα τα αρτίγονα πρωτεύοντα. [23] Μορφολογικές μελέτες και αναλύσεις κυτοχρώματος-c μιτοχονδριακού DNA δείχνουν ότι, το γένος Daubentonia μπορεί να είναι «αδελφικό» γκρουπ τόσο στα Lemuriformes όσο και στα Loriformes. [24] Το 1931, οι Anthony και Coupin κατέταξαν το άι-άι στην ξεχωριστή υποτάξη Chiromyiformes, «αδελφικό» γκρουπ με τους άλλους στρεψίρρινους. Ο Colin Groves επικύρωσε αυτή την ταξινόμηση, το 2005, επειδή δεν ήταν απόλυτα πεπεισμένος ότι το άι-άι σχημάτιζε ξεχωριστό κλάδο με τους υπόλοιπους λεμούριους της Μαδαγασκάρης, [25] παρά τα μοριακά δεδομένα που είχαν δείξει ότι, η οικογένεια Daubentoniidae ήταν βασικό taxon σε όλα τα Lemuriformes, [26] και προερχόταν από τον ίδιο «πρωτο-λεμούριο» που έφθασε στη Μαδαγασκάρη κατά τη διάρκεια του Παλαιόκαινου ή του Ηώκαινου. Το 2008, οι Russell Mittermeier και Colin Groves με τους συνεργάτες τους απέρριψαν την ταξινόμηση στο επίπεδο της «ομάδας» των Lemuriformes, εξακολουθώντας να θεωρούν την οικογένεια Daubentoniidae, μοναδική εντός των Chiromyiformes. [27][28] Περαιτέρω στοιχεία που δείχνουν ότι το άι-άι ανήκει στην υπεροικογένεια Lemuroidea, μπορούν να συναχθούν από την παρουσία λιθοειδών ακουστικών καψών (petrosal bullae) που εγκλείουν τα οστάρια (ossicles) του αυτιού του δομή που, ωστόσο, εμφανίζει ομοιότητα με εκείνη των τρωκτικών. [29]

  • Η οικογένεια Daubentoniidae περιλαμβάνει και το είδος Daubentonia robusta, εξαιρετικά ευμέγεθες άι-άι, που δικαιολογεί απόλυτα την ονομασία του, γιγάντιο άι-άι. Το συγκεκριμένο πρωτεύον έζησε, επίσης, στη Μαδαγασκάρη και φαίνεται ότι εξαφανίστηκε (EX) πριν από 1.000 χρόνια, περίπου. Δεν υπάρχουν πληροφορίες ή καταγραφές όσο ήταν εν ζωή, και είναι γνωστό μόνον από μη-πλήρως απολιθωμένα κατάλοιπα. [30]

Γεωγραφική εξάπλωση και βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεωγραφική εξάπλωση του είδους Daubentonia madagascariensis

Το είδος έχει ευρεία κατανομή στην Μαδαγασκάρη, όπου απαντά ως ενδημικό, αλλά λείπει από όλα τα κεντρικά ηπειρωτικά και τα νοτιοδυτικά της νήσου. Βόρεια, φθάνει στο εθνικό πάρκο Montagne d'Ambre και την Sambava, στα βορειοδυτικά μέχρι το Sambirano και στα νότια στην Ranomafana και την Bemaraha. Υπάρχουν επίσης δύο εισηγμένοι νησιωτικοί πληθυσμοί στα ανοικτά των ακτών της ΒΑ. Μαδαγασκάρης. Κινείται από το επίπεδο της θάλασσας έως τα 1.875 μ. [31] Ωστόσο, η πυκνότητα των πληθυσμών του παραμένει σε χαμηλά επίπεδα σε όλες τις περιοχές όπου διαβιοί. [32][33] Απαντά στα πρωτογενή και δευτερογενή δάση βροχής μικρού και μεσαίου υψομέτρου, στα δάση φυλλοβόλων, σε μερικές καλλιεργούμενες εκτάσεις (με φυτείες καρύδας και λίτσι) και, ενδεχομένως, σε ξηρά δάση με θάμνους και μαγκρόβιους βάλτους. [34][35]

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το άι-άι είναι ο μεγαλύτερος νυκτόβιος λεμούριος και ξεχωρίζει -γενικότερα- από αυτούς λόγω της μακριάς φουντωτής ουράς, τα πεταχτά, τριγωνικά και γυμνά αυτιά και, κυρίως, τα πολύ μακριά, επιμηκυμένα δάκτυλα των «χεριών» με τους καμπυλωτούς γαμψώνυχες (claws). [36] Το τρίχωμα είναι μακρύ, τραχύ και σκούρο καφέ έως μαύρο με διάσπαρτες τρίχες προστατευτικού στρώματος (guard hair) που φέρουν λευκά άκρα. Οι οφθαλμοί περιβάλλονται από μαύρους δακτυλίους και έχουν κίτρινη-πορτοκαλί ή κρεμ-καφέ ίριδα, ενώ σκαρδαμυκτική μεμβράνη είναι παρούσα. Το πρόσωπο και ο λαιμός έχουν απαλό γκρίζο χρώμα, ενώ το ρύγχος είναι κοντό και αμβλύ και η μύτη είναι ροζ. Τα κάτω άκρα (πόδια) είναι μεγαλύτερα από τα άνω (χέρια) και το μοναδικό (1) ζεύγος μαστών βρίσκεται στην βουβωνική περιοχή. Οι κροταφικοί, μασητήρες και ουραίοι μύες είναι ισχυρά ανεπτυγμένοι.

Η μόνιμη οδοντοφυΐα του θηλαστικού περιλαμβάνει 18 συνολικά δόντια, με τον εξής οδοντικό τύπο: [37] Οι κοπτήρες αναπτύσσονται αενάως, με τους κάτω να είναι μεγαλύτεροι των άνω. Οι γομφίοι είναι μικροί με δυσδιάκριτα φύματα. [38]

Παρά τις αναφορές ότι τα αρσενικά είναι συνήθως μεγαλύτερα από τα θηλυκά, μελέτη που διενεργήθηκε σε 20 άγρια άτομα δεν έδειξε κάποιο σημαντικό φυλετικό διμορφισμό ως προς την μάζα σώματος.

Μορφή δακτύλων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα δάκτυλα του «χεριού» του άι-άι αποτελούν παράδοξο στοιχείο στο ζωικό βασίλειο

Οι δάκτυλοι του άι-άι είναι πολύ ιδιόμορφοι και, εν πολλοίς, αποτελούν την κύρια αιτία δίωξής του από τους ιθαγενείς της Μαδαγασκάρης (βλ. Δεισιδαιμονίες). Είναι το κυριότερο διαγνωστικό στοιχείο του ζώου, ενώ η μορφή των καμπυλωτών γαμψωνύχων τους -εκτός εκείνου του μεγάλου δακτύλου των ποδιών (hallux)- επιτρέπει τον χειρισμό αντικειμένων μικρής διαμέτρου. [39] Ο -κοινός στους λεμούριους- γαμψώνυχας-καλλωπισμού (groom or toilet-claw) υπάρχει στον 2ο δάκτυλο του ποδιού, αν και χρησιμοποιείται κατά κόρον ο 3ος . Οι δάκτυλοι είναι πολύ επιμηκυμένοι. Ειδικά, ο 3ος δάκτυλος του «χεριού» είναι εντελώς διαφορετικός από τους άλλους: είναι εξαιρετικά λεπτός -μοιάζει περισσότερο με λεπτό κλαδί- είναι πολύ ευλύγιστος και ελέγχεται ανεξάρτητα από τους άλλους δακτύλους. [40] Η ευλυγισία του οφείλεται στην δομή τής μετακαρποφαλαγγικής άρθρωσης (σφαιροειδής διάρθρωση ball-and-socket joint). [41] Ο 4ος δάκτυλος είναι ο μεγαλύτερος σε μήκος, πολύ χρήσιμος κατά την τροφοληψία (βλ. Τροφή και Ηθολογία).

Βιομετρικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μήκος σώματος (χωρίς την ουρά): ♂ 32 εκατοστά, ♀ 30,5 εκατοστά (κατά μέσον όρο).
  • Μήκος ουράς : 36,5 έως 44,5 εκατοστά.
  • Μήκος κάτω γνάθου: 3,8 εκατοστά (κατά μέσον όρο).
  • Μήκος αυτιών: 9,7 εκατοστά (κατά μέσον όρο).
  • Μήκος 4ου δακτύλου: 10,5 εκατοστά (κατά μέσον όρο).
  • Απόσταση ζυγωματικών: 6 εκατοστά (κατά μέσον όρο).
  • Βάρος: 2,5 κιλά (κατά μέσον όρο)

(Πηγή: [42])

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το άι-άι κατατάσσεται στα παμφάγα [43] πρωτεύοντα, δεδομένης της προτίμησής του τόσο στην φυτική όσο και στην ζωική ύλη, ανάλογα με τις θέσεις αναζήτησης τροφής. Το διαιτολόγιο περιλαμβάνει ξυλοφάγες προνύμφες (κάμπιες) εντόμων, καρπούς (φρούτα ή ξηρούς) και φυτικά εκκρίματα (κυρίως νέκταρ). Καταναλώνονται ευρέως η σάρκα και τα σπέρματα του αρτόδεντρου (Artocarpus spp.), καθώς και των γενών Chrysalidocarpus, Ficus, και Musa (μπανανιές). Επίσης, οι μεγάλες δρύπες των ειδών Passiflora quadrangularis και Terminalia catappa, [44] ανωρίμαστες καρύδες (Cocos nucifera), το σκληρό εσωτερικό τω καρπών του Canarium madagascariensis, μπαμπού (Bambusa vulgaris), λίτσι (Litchi chinensis), και ώριμα μάνγκο (Mangifera spp. ). [45] Τα άι-άι αρέσκονται πολύ στην κατανάλωση νέκταρος από τα άνθη μπανανιάς και του τοπικού ενδημικού Ravenela madagascariensis, ζωοκοκκίδια και φλούδες φλοιού της Ιntsia bijuga. [46]

Το ζωικό διαιτολόγιο περιλαμβάνει -πέραν των προνυμφών- ενήλικα Κολεόπτερα, Δερμάπτερα, Υμενόπτερα, Λεπιδόπτερα, ακόμη και μικρούς βατράχους. [47]

Ηθολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα δένδρα αποτελούν τα αποκλειστικά ενδιαιτήματα των άι-άι, ενώ το νέκταρ διαφόρων ανθέων αποτελεί από τα αγαπημένα τους εδέσματα

Τα άι-άι είναι σχεδόν πλήρως δενδρόβια και αυστηρά νυκτόβια πρωτεύοντα θηλαστικά. Αν και είναι γνωστό ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορούν να κατεβαίνουν στο έδαφος, τα άι-άι κοιμούνται, τρώνε, περιπλανώνται και ζευγαρώνουν πάνω στα δέντρα, συνήθως μέσα ή κοντά στον δασικό θόλο (canopy) όπου υπάρχει πλήρης κάλυψη από το πυκνό φύλλωμα της κόμης των δένδρων. Κατά τη διάρκεια της ημέρας, κοιμούνται σε σφαιρικές φωλιές στις διχάλες που σχηματίζουν τα κλαδιά και, όταν πέσει το σκοτάδι, ξεκινούν την αναζήτηση τροφής. Η αναζήτηση τροφής αρχίζει, συνήθως, μισή ώρα με 3 ώρες μετά την δύση του ηλίου, με τα αρσενικά να ξεκινούν νωρίτερα από τα θηλυκά. [48][49] Έως και το 80% της νύχτας δαπανάται σ’ αυτήν, με περιστασιακές περιόδους ανάπαυσης.

Δεν έχουν παρατηρηθεί να περιποιείται το ένα το άλλο σε άγρια κατάσταση, παρά μόνο σε αιχμαλωσία, [50] ενώ πρόσφατες μελέτες υποστηρίζουν πως μπορεί να είναι πιο κοινωνικά από ό, τι πιστευόταν παλαιότερα. [εκκρεμεί παραπομπή]

  • Στην περίπτωση της αλληλοπεριποίησης (allogrooming) τα άι-άι χρησιμοποιούν τον 3ο, πολύ λεπτό δάκτυλο και την γλώσσα τους για 30 λεπτά, περίπου. [51][52]

Η κίνηση στα δένδρα γίνεται κυρίως ανοδικά, με διαδοχικά κάθετα άλματα, μοιάζοντας πολύ με εκείνη ενός σκίουρου. Η οριζόντια κίνηση χρησιμοποιείται λιγότερο ενώ, αντίθετα, οι ισχυροί, αντιτακτοί, μεγάλοι δάκτυλοι των ποδιών, η στιβαρή ωμική ζώνη και η υψηλή αντίσταση του βραχιονίου οστού στις κάμψεις, επιτρέπουν την καθοδική κίνηση στα δένδρα με το κεφάλι προς τα κάτω. [53][54] Το άι-άι σπάνια κατεβαίνει στο έδαφος για να αναρριχηθεί σε ένα άλλο δέντρο, ενώ συχνά μπορεί να διανύσει μέχρι και 4 χιλιόμετρα σε ένα (1) βράδυ, πάντοτε πάνω σε δένδρα. [εκκρεμεί παραπομπή]

Κρουστική τροφοληψία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το άι-άι ανήκει στα πλέον ιδιόμορφα πρωτεύοντα δεδομένου ότι, αναζητεί και αποκαλύπτει μεγάλο τμήμα της λείας του με την μέθοδο που, εύστοχα, έχει κατονομαστεί ως κρουστική τροφοληψία (percussive foraging). Κατ’ αυτήν, ακολουθείται η εξής διαδικασία:

Το ζώο κρούει σαν δρυοκολάπτης (sic) τον κορμό και τα κλαδιά των δέντρων έως και οκτώ φορές ανά δευτερόλεπτο χρησιμοποιώντας τον εξαιρετικά λεπτό και επιμηκυμένο 3ο δάκτυλο και, μέσω της ηχούς που παράγεται, εντοπίζει ακουστικά κοίλους θαλάμους στο υποκείμενο ξύλο. Η παρουσία αυτών των κοιλοτήτων υποδεικνύει στο θηλαστικό ότι υπάρχει ασυνέχεια στην δομή του ξύλου και όχι, όπως πιστευόταν παλαιότερα, ύπαρξη λείας. Έτσι, τεχνητές κοιλότητες παραγεμισμένες με αφρό, ζελατίνη ή άλλα υλικά προκαλούσαν την έντονη επιθυμία για ανασκαφή τους, γεγονός που υποδηλώνει ότι οποιοδήποτε «ρήξη» στην ακεραιότητα του ξύλου διεγείρει την συγκεκριμένη ηθολογική συμπεριφορά. [55] Πάντως, σε φυσικό περιβάλλον, οι κοιλότητες που εμπεριείχαν λεία ανασκάπτονταν συχνότερα. [56]

  • Το άι-άι πιστεύεται ότι είναι το μόνο πρωτεύον θηλαστικό που χρησιμοποιεί την τεχνική του ηχοεντοπισμού (echolocation) για να βρίσκει τη λεία του. [57] [ii]

Μόλις εντοπιστεί ακουστικά η κοιλότητα, το άι-άι δαγκώνει και μασάει τον φλοιό στο συγκεκριμένο σημείο, χρησιμοποιώντας τους ισχυρούς κοπτήρες του που μοιάζουν με εκείνους των τρωκτικών. Έτσι, διανοίγεται τρύπα στο ξύλο και το ζώο χρησιμοποιεί πλέον τα εξαιρετικά ιδιόμορφα δάκτυλά του για να αποκαλύψει και ανασύρει -πιθανές- προνύμφες από την κρυψώνα τους. Συνήθως, χρησιμοποιείται ο 3ος, εξαιρετικά λεπτός δάκτυλος για την αποκάλυψη και ανάσυρση της λείας, [58][59]

  • Το μοναδικό άλλο θηλαστικό που χρησιμοποιεί τον ίδιο τρόπο ανάσυρσης της λείας του, είναι το μαρσιποφόρο Dactylopsila trivirgata. [60]
  • Υπό την γενικότερη διαδικασία αναζήτησης τροφής -διάνοιξη και εκσκαφή του ξύλου-, το άι-άι θεωρείται ότι καταλαμβάνει τον οικολογικό θώκο των δρυοκολαπτών. [61]

Αλλά και τα φρούτα διατρυπώνται με το 3ο ή 4ο –πολύ μεγάλο- δάκτυλο, ενώ το περιεχόμενο αποσπάται με την ταχεία παλινδρόμηση (εισαγωγή-εξαγωγή) του 3ου δακτύλου, με συχνότητα 3,3 κινήσεις / δευτερόλεπτο. [62]

Φωνή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν διάφορες φωνήσεις που αρθρώνονται από τα άι-άι, οι περισσότερες ως παραλλαγές μιας πρωτογενούς, ηχηρής στριγκλιάς διάρκειας 2-3 δευτερολέπτων. Αυτές χρησιμεύουν για την φιλική, επιθετική και ενημερωτική «επαφή» των διαφόρων ατόμων, μεταξύ τους. Κάτι σαν «φτάρνισμα» εκπέμπεται ως απάντηση στην εμφάνιση ατόμων του ιδίου είδους, άλλων λεμούριων ή ανθρώπων. Η γνωστότερη φώνηση hai-hai από την οποία, ενδεχομένως, πήρε την λαϊκή του ονομασία (βλ. Ονοματολογία) το είδος, αρθρώνεται όταν εγκαταλείπει απότομα την φωλιά του κατά τη διάρκεια απόπειρας σύλληψής του. [63]

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ζωτικός χώρος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα άι-άι είναι αυστηρά νυκτόβιο πρωτεύον θηλαστικό

Γενικά, πρόκειται για μοναχικά ζώα (ενίοτε, σχηματίζονται μικρές ομάδες των 2-3 ατόμων [64]), με μεγάλο ζωτικό χώρο τον οποίο οριοθετούν οσμητικά. [65] Η οσμητική σήμανση επιτυγχάνεται με το τρίψιμο της άνω γενετήσιας περιοχής, του λαιμού, ή των παρειών του προσώπου στα κλαδιά. [66] Ούρα διαβρέχονται σε πλάγια κλαδιά και στο έδαφος. [67] Άλλη χαρακτηριστική σήμανση είναι η εμφανής δαγκωματιά από τους ισχυρούς κοπτήρες τους, πάνω στον φλοιό των δένδρων. [68]

Ωστόσο, τα αρσενικά άι-άι τείνουν να μοιράζονται τα εδάφη τους με άλλα αρσενικά, σε μερικές περιπτώσεις ακόμη και τις ίδιες φωλιές για κούρνιασμα ενώ, μπορεί φαινομενικά να ανεχθεί ο ένας τον άλλον μέχρι να ακούσουν το χαρακτηριστικό κάλεσμα κάποιου θηλυκού που ψάχνει για σύντροφο. Συνήθως, επιμένουν να αναζητούν τροφή στην δική τους, «προσωπική» επικράτεια.

Οι ζωτικοί χώροι των θηλυκών, αντίθετα, δεν αλληλεπικαλύπτονται, αν και η επιφάνεια του ζωτικού χώρου ενός (1) αρσενικού συχνά περιλαμβάνει εκείνους αρκετών θηλυκών. Σε αριθμούς, το αρσενικά άι-άι ζουν σε μεγάλες εκτάσεις μέχρι 80 στρέμματα (320.000 m2), ενώ τα θηλυκά υπερασπίζονται εκτάσεις μέχρι 20 στρέμματα (81.000 m2). Επομένως, είναι δύσκολο για τα αρσενικά να διεκδικήσουν ένα (1) μοναδικό θηλυκό, λόγω του μεγάλου ζωτικού τους χώρου, γι’ αυτό εμφανίζεται πολυγαμία εξαιτίας αυτού του γεγονότος. [69]

Ζευγάρωμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως συμβαίνει και με πολλούς άλλους προπιθήκους, τα θηλυκά άι-άι κυριαρχούν των αρσενικών. Δεν είναι τυπικά μονογαμικά ζώα και, συνήθως, έρχονται σε αντιπαραθέσεις κατά την διεκδίκηση συντρόφων. Ειδικά, σε μερικές περιπτώσεις, τα αρσενικά αντιδρούν πολύ «δυναμικά» και μπορούν να απωθήσουν ομόφυλα άτομα μακριά από ένα θηλυκό, ακόμη και κατά τη διάρκεια του ζευγαρώματος. Όταν δεν υπάρχουν «αντιδικίες», το ζευγάρωμα μπορεί να διαρκέσει έως και μία (1) ώρα αλλά, όταν δεν συνευρίσκονται, αρσενικά και θηλυκά αλληλεπιδρούν μόνο περιστασιακά, συνήθως κατά την αναζήτηση τροφής. [εκκρεμεί παραπομπή]

Φωλιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η φωλιά έχει ωοειδές-σφαιρικό σχήμα και είναι κατασκευασμένη από φύλλα και κλαδιά, ψηλά (10-15 μ.) στον δασικό θόλο [70] Φωλιές έχουν βρεθεί σε κοκοφοίνικες, γαριφαλόδενδρα, Intsia bijuga, Litchi chinensis, δέντρα μάνγκο (Mangifera spp. ) κ.ά. [71] Μία (1) συγκεκριμένη φωλιά θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για αρκετές, συνεχόμενες ημέρες ή να μείνει ελεύθερη για αρκετές εβδομάδες. [72] Διαφορετικά άτομα μπορούν να χρησιμοποιούν την ίδια φωλιά σε διαφορετικές ημέρες. [73]

Γέννα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα λιγοστά δεδομένα από τις παρατηρήσεις του θηλαστικού σε άγρια κατάσταση δείχνουν ότι, το ζευγάρωμα και η αναπαραγωγή του δεν υπόκεινται στις εποχικές αλλαγές. Γεννιέται ένα (1) μόνο μικρό, μετά από περίοδο εγκυμοσύνης 158-172 ημερών, ενώ μέχρι την επόμενη εγκυμοσύνη μεσολαβούν 2-3 χρόνια. Το νεογέννητο ζυγίζει 90-140 γραμ. και φέρει τρίχωμα παρόμοιο με του ενηλίκου. Η ανάπτυξή του είναι αργή και απογαλακτίζεται στις 28 εβδομάδες, περίπου. Η σεξουαλική ωριμότητα επιτυγχάνεται στα 2,5 χρόνια, περίπου. [74]

H φόσα φαίνεται να αποτελεί τον, δυνητικά, πιο επικίνδυνο θηρευτή του είδους στο φυσικό του περιβάλλον. [75]

Απειλές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βασική απειλή για το είδος είναι οι διώξεις που υφίσταται επειδή εισβάλλει στις φυτείες (λ.χ. κοκκοφοινίκων), προκαλώντας την οργή των καλλιεργητών. Επίσης, το κυνήγι του ως τροφή (γνωστό μόνο από ορισμένα μέρη του Makira). Άλλη απειλή είναι η καταστροφή των οικοτόπων του σε όλο το φάσμα κατανομής του, με δέντρα όπως τα είδη Intsia bijuga και Canarium madagascariensis - βασική τροφή για τους πληθυσμούς του- να υλοτομούνται κατά προτίμηση, για την κατασκευή πλοίων, σπιτιών και φερέτρων. [76] Υπάρχουν και λιγοστές αναφορές για παράνομη εμπόρευση κάποιων ατόμων. [77]

Δεισιδαιμονίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρόλο που κινδυνεύει, το άι-άι πολλές φορές θανατώνεται επί τόπου από τους ιθαγενείς της Μαδαγασκάρης, επειδή θεωρείται προάγγελος «κακού»

Όμως, όσο και αν φαίνεται περίεργο, ο μεγαλύτερος κίνδυνος για το είδος είναι οι προλήψεις που υπάρχουν στις τοπικές κοινωνίες των ιθαγενών της Μαδαγασκάρης. Το άι-άι συχνά θεωρείται ως προάγγελος κακού και, πολλές φορές, θανατώνεται επί τόπου (on sight). Κάποιοι ιθαγενείς πιστεύουν ότι συμβολίζει τον θάνατο και, μάλιστα, αν κάποιο ζώο «δείξει» με το λεπτό 3ο δάκτυλο κάποιον άνθρωπο, προαναγγέλλει το τέλος του. Η εμφάνιση ενός άι-άι σε κάποιο χωριό προοιωνίζεται τον θάνατο ενός χωρικού και ο μόνος τρόπος για να αποφευχθεί αυτό είναι να το σκοτώσουν. Οι Sakalava ισχυρίζονται τα άι-άι τρυπώνουν στις καλύβες από τις αχυρένιες σκεπές και δολοφονούν τους κοιμώμενους ενοίκους, χρησιμοποιώντας το μεσαίο δάκτυλο τους για να τρυπήσουν την αορτή του θύματος. [78]

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το άι-άι θεωρήθηκε ότι είχε εξαφανιστεί το 1933, αλλά επανανακαλύφθηκε το 1957. Εννέα άτομα μεταφέρθηκαν στο Nosy Mangabe, ένα νησί κοντά στο Maroantsetra της Α. Μαδαγασκάρης, το 1966. [79] Η πρόσφατη έρευνα δείχνει ότι το άι-άι είναι πιο διαδεδομένο από ό, τι πιστευόταν παλαιότερα, αν και κατατάσσεται στα Κινδυνεύοντα Είδη. [80] Περίπου 50 άτομα διατηρούνται σε ζωολογικές εγκαταστάσεις σε όλο τον κόσμο. [81]

Μέτρα προστασίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος περιλαμβάνεται στο Παράρτημα Ι της CITES. Έχει αναφερθεί ότι εμφανίζεται σε πολλές προστατευόμενες περιοχές της Μαδαγασκάρης, συμπεριλαμβανομένων και 13 Εθνικών Πάρκων (Andohahela, Andringitra, Mananara-Nord, Mantadia, Marojejy, Masoala, Midongy du Sud, Montagne d 'Ambre, Ranomafana, Sahamalaza-Iles Radama, Tsingy de Bemaraha, Tsingy de Namoroka, και Zahamena), επτά απόλυτα προστατευόμενων φυσικών περιοχών (Betampona, Tsaratanana, Makira, Farankaraina, Itampolo, Tsingy de Bemaraha, και Zahamena), και 13 ειδικών Καταφυγίων Άγριας Ζωής (Ambatovaky, Analamazaotra, Analamerana, Anjanaharibe-Sud, Ankarana, Bora, Forêt d 'Ambre, Kalambatritra, Manombo, Manongarivo, Marotandrano, Nosy Mangabe, και Pic d' Ivohibe). Ωστόσο, παρά την παρουσία τους σε πολλές προστατευόμενες περιοχές, αυτή συχνά βασίζεται τυπικά μόνο στις πινακίδες και στις σπάνιες εμφανίσεις, έτσι, υπάρχει μικρή γνώση του μεγέθους των πληθυσμών και της δυναμικής τους. Υπάρχει επείγουσα ανάγκη για συστηματική απογραφή των πληθυσμών σε όλο το φάσμα κατανομής, με απώτερο στόχο την ανάπτυξη ενός σχεδίου δράσης για τη διατήρηση του είδους. Υπάρχει ένα πρόγραμμα αναπαραγωγής σε αιχμαλωσία που αφορά πολλούς και διαφορετικούς επιστημονικούς φορείς. Ωστόσο, οι προσπάθειες δεν έχουν στεφθεί με επιτυχία, τουλάχιστον στο επίπεδο της δεύτερης γενιάς σε συνθήκες αιχμαλωσίας. [82]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

i. ^ Απαντά στην βιβλιογραφία και με την εναλλακτική λόγια ονομασία Νταουμπεντονία η μαδαγασκάριος. [83]

ii. ^ Οι νυχτερίδες -που χρησιμοποιούν την ίδια μέθοδο- αποτελούν τυπικό παράδειγμα μη-πρωτεύοντος θηλαστικού.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. ΠΛ, 3:865
  2. ΠΛΜ, :
  3. ASM, p. 1
  4. MSW, p. 121
  5. http://www.itis.gov/servlet/SingleRpt/SingleRpt?search_topic=TSN&search_value=572886
  6. Oxnard
  7. http://www.edgeofexistence.org/mammals/species_info.php?id=16
  8. ASM, p.1
  9. ASM, p.1
  10. Hill
  11. ASM, p.1
  12. Erickson et al
  13. Sterling & McCreless
  14. http://www.iucnredlist.org/details/full/6302/0
  15. MSW, p. 121
  16. Dunkel et al
  17. MSW, p. 121
  18. Dunkel et al
  19. Dunkel et al
  20. ASM, p.1
  21. Ankel-Simons, 2007
  22. The Aye-Ayes or Cheiromys of Madagascar". Science 2 (75): 574–576. 3 November 1881
  23. Yoder et al
  24. ASM, p.1
  25. MSW, p. 121
  26. Yoder et al
  27. MSW, p. 121
  28. ASM, p.1
  29. Ankel-Simons, 2007
  30. Nowak
  31. http://www.iucnredlist.org/details/full/6302/0
  32. Ankel-Simons, 1990
  33. Garbutt
  34. Garbutt
  35. Tattersall
  36. ASM, p.1
  37. Hill
  38. Hill
  39. Ancrenaz et al
  40. Milliken et al
  41. Soligo
  42. ASM, p. 1-2
  43. Mittermeier et al, 2010
  44. Andriamampianina
  45. ASM, p.3
  46. ASM, p.3
  47. ASM, p.3
  48. Ancrenaz et al
  49. Garbutt
  50. Sterling
  51. Ancrenaz et al
  52. Haring et al
  53. Curtis & Feistner
  54. Ancrenaz et al
  55. Erickson et al
  56. Erickson
  57. http://www.durrell.org/animals/mammals/ayeaye/
  58. Erickson, 1995a
  59. http://animals.nationalgeographic.com/animals/mammals/aye-aye/
  60. Sterling, 2003
  61. Beck
  62. Iwano & Iwakawa
  63. ASM, p. 1
  64. Sterling & Richard
  65. http://www.durrell.org/animals/mammals/ayeaye/
  66. Ancrenaz et al
  67. Andriamampianina
  68. Ancrenaz et al
  69. Sterling & Kappeler
  70. Haring et al
  71. Petter & Peyrieras
  72. Ancrenaz et al
  73. Coffman et al
  74. ASM, p. 3
  75. Garbutt
  76. Iwano & Iwakawa
  77. http://www.iucnredlist.org/details/6302/0
  78. Piper
  79. Mittermeier et al, 2010
  80. http://www.iucnredlist.org/details/6302/0
  81. Mittermeier et al, 2010
  82. http://www.iucnredlist.org/details/6302/0
  83. ΠΛ, 3:865

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ankel-Simons, F. (2007). Primate Anatomy (3rd ed.). Academic Press. ISBN 0-12-372576-3.
  • Ankel-Simons, F. 1990. The aye-aye. American Association of Zoological Parks and Aquariums Regional Proceedings 1990:421–426.
  • Ancrenaz, M., I. Lackman-Ancrenaz, and N. Mundy. 1994. Field observations of aye-ayes (Daubentonia madagascariensis) in Madagascar. Folia Primatologica 62:22–36.
  • Andriamasimanana, M. 1994. Ecoethological study of free-ranging aye-ayes (Daubentonia madagascariensis) in Madagascar. Folia Primatologica 62:37–45.
  • Beck, R. M. D. (2009). Was the Oligo-Miocene Australian metatherian Yalkaparidon a ‘mammalian woodpecker’?. Biological Journal of the Linnean Society 97 (1): 1–17. doi:10.1111/j.1095-8312.2009.01171.x.
  • Coffman, B. S., W. R. Hess, K. E. Glander, P. E. Feeser, and E. L. Simons. 1993. Management of a breeding colony of aye-ayes (Daubentonia madagascariensis) at the Duke University Primate Center. American Association of Zoological Parks and Aquariums Regional Proceedings 1993:161–167.
  • Curtis, D. J., and A. T. C. Feistner. 1994. Positional behavior in captive aye-ayes (Daubentonia madagascariensis). Folia Primatologica 62:155–159.
  • Dunkel, A.R.; Zijlstra, J.S.; Groves, C.P. (2011/2012). Giant rabbits, marmosets, and British comedies: etymology of lemur names, part 1 (PDF). Lemur News 16: 64–70. ISSN 1608-1439
  • Erickson, C. J. 1995a. Feeding sites for extractive foraging by the aye-aye, Daubentonia madagascariensis. American Journal of Primatology 35:235–240.
  • Erickson, C. J. 1991. Percussive foraging in the aye-aye, Daubentonia madagascariensis. Animal Behaviour 41:793–801.
  • Erickson, C J; S. Nowicki; L. Dollar; N. Goehring (1998). Percussive Foraging:stimuli for prey location by aye-ayes (Daubentonia madagascariensis). International Journal of Primatology 19 (1): 111. doi:10.1023/A:1020363128240.
  • Garbutt, N. 1999. Mammals of Madagascar. Pica Press, Sussex, United Kingdom
  • Harcourt, C., and J. Thornback. 1990. Lemurs of Madagascar and the Comoros. The IUCN red data book. International Union for the Conservation of Nature and Natural Resources, Gland, Switzerland.
  • Haring, D. M., W. R. Hess, B. S. Coffman, E. L. Simons, and T. M. Owens. 1994. Natural history and captive management of the aye-aye at the Duke University Primate Center, Durham. International Zoo Yearbook 33:201–219.
  • Hill, W. C. O. 1953. Primates, comparative anatomy and taxonomy. Edinburgh University Press, Edinburgh, Scotland 1:1–798.
  • IUCN. 2013. IUCN Red List of Threatened Species (ver. 2013.2). Available at:http://www.iucnredlist.org. (Accessed: January 2016).
  • Iwano, T. and Iwakawa, C. 1988. Feeding behavior of the aye-aye (Daubentonia madagascariensis) on nuts of ramy (Canarium madagascariensis). Folia Primatologica 50: 136-142.
  • Milliken, G. W., J. P. Ward, and C. J. Erickson. 1991. Independent digit control in foraging by the aye-aye (Daubentonia madagascariensis). Folia Primatologica 56:219–224.
  • Mittermeier, R., Louis, E., Hawkins, F., Langrand, O., Ganzhorn, J., Konstant, W., Rasoloarison, R., Rajaobelina, S. and Richardson, M. 2008. Lemurs of Madagascar, 3rd edition. Conservation International.
  • Mittermeier, R.A.; Louis, E.E.; Richardson, M.; Schwitzer, C.; et al. (2010). Lemurs of Madagascar. Illustrated by S.D. Nash (3rd ed.).
  • Nowak, R. M. (editor) (1999). Walker's Mammals of the World, 6th edition. Baltimore, Md.: Johns Hopkins University Press. pp. 533–534 (vol. 1). ISBN 0-8018-5789-9.
  • Oxnard, C. E. 1981. The uniqueness of Daubentonia. American Journal of Physical Anthropology 54:1–21.
  • Petter, J.-J. and Peyrieras, A. 1970. Nouvelle contibution a l'étude d'un lémurien malagache, le aye-aye (Daubentonia madagascariensis E. Geoffroy) . Mammalia 34: 167-193.
  • Piper, Ross (2007). Extraordinary Animals: An Encyclopedia of Curious and Unusual Animals. Greenwood Press.
  • Soligo, C. (2005). Anatomy of the hand and arm in Daubentonia madagascariensis: a functional and phylogenetic outlook. Folia Primatol.
  • Sterling, E. (2003). Daubentonia madagascariensis, Aye-aye, Aye-aye. In Goodman, S.M.; Benstead, J.P. The Natural History of Madagascar. University of Chicago Press. pp. 1348–1351. ISBN 0-226-30306-3.
  • Sterling, E.J. 1993. Patterns of range use and social organization in aye-ayes (Daubentonia madagascariensis) on Nosy Mangabe. In: Kappeler, P.M. and Ganzhorn, J.U. (eds), Lemur Social Systems and their Ecological Basis, pp. 1-10. Plenum Press, New York.
  • Sterling, E. J. and Richard, A. F. 1995. Social organization in the aye-aye (Daubentonia madagascariensis) and the perceived distinctiveness of nocturnal primates. In: L. Alterman, G. A. Doyle and M. K. Izard (eds), Creatures of the Dark: The Nocturnal Prosimians, pp. 439–451. Plenum Press, New York, USA.
  • Sterling, E. J.; McCreless, E. E. (2006). Adaptations in the ayeaye: A review. Lemurs: Ecology and adaptaions (Gould L, Sauther ML).
  • Sterling, Eleanor (1993). Kappeler, ed. Patterns of Range Use and Social Organization in Aye-ayes (Daubentonia madagascariensis) on Nosy Mangabe. Lemur Social Systems and Their Ecological Basis (Plenum Press, New York).
  • Tattersall, I. 1982. The primates of Madagascar. Columbia University Press, New York.
  • Yoder, A. D.; Vilgalys, R.; Ruvolo, M. (1996). Molecular evolutionary dynamics of cytochrome b in strepsirrhine primates: The phylogenetic significance of third-position transversions (PDF). Molecular Biology and Evolution 13 (10): 1339–1350. doi:10.1093/oxfordjournals.molbev.a025580. PMID 8952078.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Linnaeus, Carolus (1758). Systema naturae per regna tria naturae, secundum classes, ordines, genera, species, cum characteribus, differentiis, synonymis, locis. Tomus I. Editio decima, reformata (in Latin). Holmiae (Laurentii Salvii).
  • Valpy, Francis Edward Jackson, An Etymological Dictionary of the Latin Language
  • Βασίλη Κλεισούρα, Εργοφυσιολογία, εκδ. Συμμετρία, Αθήνα 1990
  • Γεωργίου Δ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2002
  • Ιωάννου Χατζημηνά, Επίτομος Φυσιολογία, εκδ. Γρ. Παρισιάνου, Αθήνα 1979
  • Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, εκδ. 1996 (ΠΛΜ)
  • Πάπυρος Λαρούς, εκδ. 1963 (ΠΛ)
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Aye-aye της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).