Άγιος Εφραίμ ο Κατουνακιώτης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Άγιος Εφραίμ Κατουνακιώτης
Γέννηση6 Δεκεμβρίου 1912
Αμπελοχώρι Βοιωτίας
Κοίμηση27 Φεβρουαρίου 1998 (85 ετών)
Άγιον Όρος
Τιμάται απόΑνατολική Ορθόδοξη Εκκλησία
Αγιοκατάταξη9 Μαρτίου 2020
από το Οικουμενικό Πατριαρχείο
Εορτασμός27 Φεβρουαρίου
Σύμβολαμοναχικός σκούφος, μοναχικό κουκούλι (επανωκαλύμμαυχο), μοναχική πατερίτσα

Ο Άγιος Εφραίμ Κατουνακιώτης (κατά κόσμον Ευάγγελος Παπανικήτας) (6 Δεκεμβρίου 1912 - 27 Φεβρουαρίου 1998) ήταν Ορθόδοξος ιερομόναχος που έζησε στο Άγιον Όρος. Η κατάταξή του ως Αγίου της Ορθοδόξου Εκκλησίας πραγματοποιήθηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως στις 9 Μαρτίου 2020.[1][2]

Βίος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στις 6 Δεκεμβρίου 1912 στο Αμπελοχώρι Βοιωτίας. Ο πατέρας του ονομαζόταν Ιωάννης Παπανικήτας και η μητέρα του Βικτωρία και είχαν 4 παιδιά. Το κοσμικό όνομά του ήταν Ευάγγελος. Έζησε τα παιδικά του χρόνια στο Αμπελοχώρι· στις πρώτες τάξεις του δημοτικού όμως, οι γονείς του εγκαταστάθηκαν στη Θήβα για να διευκολύνουν τις σπουδές των παιδιών τους. Μαθημένος να εκκλησιάζεται πολύ συχνά, συνδέθηκε νωρίς με μοναχούς και μοναχές, και άρχισε από κοσμικός ήδη να ζει ζωή σχεδόν καλογερική.

Καθηγητής Πανεπιστημίου κ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΡΟΥΣΤΑΛΛΑΚΗΣ στό ἐξαίρετο βιβλίο του: «ΓΕΡΩΝ ΕΦΡΑΙΜ ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗΣ», γράφει:

«Ο ὅσιος Γέροντας Ἐφραίμ ὁ Κατουνακιώτης, κατά κόσμον Εὐάγγελος Παπανικήτας, γεννήθηκε τήν 6η Δεκεμβρίου τοῦ 1912, ἑορτή τοῦ Ἁγίου Νικολάου, στό Ἀμπελοχώρι (Ἀμπελοσάλεσι, ὅπως τό ὀνομάζουν οἱ παλαιότεροι) Θηβῶν. Οἱ γονεῖς του, Ἰωάννης καί Βικτωρία, ἦσαν ἁπλοί φτωχοί ἄνθρωποι, ἀσχολούμενοι μέ τήν καλλιέργεια τῆς γῆς. Ἀπέκτησαν τέσσερα παιδιά, τόν Ἐπαμεινώνδα, τόν Εὐάγγελο –μετέπειτα παπα-Ἐφραίμ– τήν Ἑλένη καί τόν Χαράλαμπο. Ὁ Εὐάγγελος ἔζησε τά πρῶτα παιδικά του χρόνια στό Ἀμπελοχώρι, ὅπου καί φοίτησε στό Δημοτικό Σχολεῖο.

Πολύ γρήγορα ὅμως ἡ οἰκογένεια ἐγκατέλειψε τό χωριό καί ἐγκαταστάθηκε στήν πόλη τῶν Θηβῶν, προκειμένου νά βοηθήσει τά παιδιά της στή δύσκολη περίοδο τῆς ἐφηβικῆς ἡλικίας, παρέχοντάς τους τήν εὐκαιρία γιά γυμνασιακές σπουδές. Ἡ νέα κατοικία τῆς οἰκογένειας Παπανικήτα στή Θήβα βρισκόταν στή γειτονιά τῆς «Παναγίας», στήν ὁδό Κάδμου καί Μπινιάρη. Στή γειτονιά αὐτή δεσπόζει ὁ μεγαλοπρεπής Ναός τοῦ Ἁγίου Δημητρίου ἤ «Μεγάλης Παναγίας». Εἶναι παλαιός ναός πού ἀνεγέρθηκε τό 1867. Εἶναι δημιούργημα τῆς συνεργασίας τοῦ Τήνιου ἀρχιτέκτονος Ἰωάννη Φιλιππότη καί τοῦ γιοῦ τοῦ Δημητρίου, τοῦ περιώνυμου γλύπτη. Εἶναι ὁ μεγαλοπρεπέστερος ναός τῆς πόλης τῶν Θηβῶν. Ὑπάρχει δέ σ’ αὐτόν ἡ θαυματουργή εἰκόνα τῆς «Μεγάλης Παναγίας», ἱστορηθεῖσα, κατά τήν παράδοση, ἀπό τόν Εὐαγγελιστή Λουκᾶ. Ἡ εἰκονιζόμενη σ’ αὐτή Παναγία Μητέρα κρατεῖ στοργικά στό δεξιό μέρος τῆς μητρικῆς Της ἀγκάλης τόν Ἰησοῦ. Ἡ εὐλογημένη αὐτή παρουσία τῆς «θείας Μητρότητας» κάλυπτε τώρα πιό αἰσθητοποιημένα, μέ ἕνα πέπλο ἱερῆς βεβαιότητας καί στοργῆς, τήν κάθε λεπτομέρεια τῆς ζωῆς τῆς οἰκογένειας Παπανικήτα. Ὁ μπάρμπα- Γιάννης ὁ Παπανικήτας, ὁ μετέπειτα μοναχός Ἰώβ, καί ὁ Εὐάγγελος μέ ἰδιαίτερη εὐλάβεια προσεύχονταν στήν εἰκόνα τῆς «Μεγάλης Παναγίας», μέχρι τήν τελευταία στιγμή τῆς ζωῆς τους. Ἡ παρουσία Της τούς συγκινοῦσε βαθύτατα. Ἡ περιοχή αὐτή τῆς «Παναγίας» ἦταν μία ἥσυχη γειτονιά μέ εὐλαβεῖς καί ἁπλοϊκούς ἀνθρώπους. Ὅπως ἦταν λοιπόν φυσικό, ἡ οἰκογένεια Παπανικήτα συνδέθηκε μέ βαθεῖς πνευματικούς δεσμούς μέ τό νέο της κοινωνικό περιβάλλον....

Στήν περιοχή τῶν Θηβῶν ἀπό τά παλαιά χρόνια ὑπῆρχε ἀκμάζουσα μοναστική ζωή. Παλαιά μεγάλα Μοναστήρια, ἀλλά καί μικρότερα κοσμοῦν τή βοιωτική γῆ. Ἱερές Μονές μέ σημαντική πνευματική παράδοση καί αἴγλη. Στόν νέο τόπο τῆς κατοικίας τοῦ ὁ Εὐάγγελος εἶχε τήν εὐλογία νά συνδεθεῖ μέ Θηβαίους καί ἄλλους μοναχούς, πού κατέβαιναν συνήθως ἀπό τό Ἅγιον Ὅρος, κυρίως κατά τούς θερινούς μῆνες, γιά νά ἐπισκεφθοῦν τούς συγγενεῖς τους. Οἱ μοναχοί αὐτοί περνοῦσαν τότε ἀπό κεῖ γιά νά προσκυνήσουν τήν εἰκόνα τῆς «Μεγάλης Παναγίας», τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Καλοκτένη, πολιοῦχο Θηβῶν, καί τόν τάφο τοῦ Ἁγίου Λουκᾶ τοῦ Εὐαγγελιστοῦ, ὅπως καί τά διάφορα Μοναστήρια. Στή Θήβα ὁ Εὐάγγελος γνώρισε τούς μετέπειτα Γέροντές του, τόν π. Ἐφραίμ τόν πρεσβύτερο, τόν κυρίως ἱδρυτή τοῦ Ἡσυχαστηρίου τοῦ Ἁγίου Ἐφραίμ στά Κατουνάκια, τόν Γέροντα Νικηφόρο (κατά κόσμον Χρῆστο Ρουπάκα), γνωστῆς οἰκογένειας ἀπό τό Πυρί Θηβῶν, ὁ ὁποῖος ἀνέβηκε στό Ἅγιον Ὅρος περί τό 1910. Τέλος, ἐκεῖ γνώρισε τόν π. Λογγίνο καί τόν π. Προκόπιο (κατά κόσμον Παναγιώτη Μπάκα), πρώην ὑπάλληλο τῶν ΣΕΚ Θηβῶν. Στίς ἐπισκέψεις πού κάναμε στό Ἱερό Ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγίου Ἐφραίμ στά Κατουνάκια, ὁ Γέροντας Ἐφραίμ, στίς συζητήσεις μας, ἔκανε λόγο συνήθως γιά τήν παλιά πόλη τῆς Θήβας, τήν πατρίδα μας. Βαθιά συγκινημένος, ἀναπολοῦσε τήν παιδική καί νεανική του ζωή»

Ήταν αλλεργικό άτομο. Η ασθένειά του εκδηλώθηκε από δεκατεσσάρων ετών σαν σβώλοι άμμου στα μάτια. Επίσης εμφάνισε αργότερα, μία σοβαρή εκζεματώδη κατάσταση στην άρθρωση του αστραγάλου. Το 1996 ο παπα-Εφραίμ έπαθε εγκεφαλικό επεισόδιο και έπεσε σε ακινησία. Πέθανε στις 14/27 Φεβρουαρίου του 1998 και ετάφη στον περίβολο του κελιού του, σε τάφο που είχε ο ίδιος σκάψει με τα χέρια του.

Μοναστική ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την 14η Σεπτεμβρίου 1933 ο Ευάγγελος αποφάσισε να μονάσει και ήλθε στην έρημο του Αγίου Όρους στα Κατουνάκια, στο ησυχαστήριο του Οσίου Εφραίμ του Σύρου και υποτάχτηκε στην συνοδεία των Γεροντάδων Εφραίμ και Νικηφόρου, παλιών οικογενειακών γνωστών. Ένα εξάμηνο μετά την προσέλευσή του, εκάρη μικρόσχημος μοναχός με το όνομα Λογγίνος. Το 1935 έγινε μεγαλόσχημος μοναχός από τον Γέροντά του Νικηφόρο και έλαβε το όνομα Εφραίμ. Τον επόμενο δε χρόνο χειροτονήθηκε ιερέας.

Ο παπα-Εφραίμ γνώρισε τον ξακουστό στο Άγιο Όρος μοναχό Γέροντα Ιωσήφ τον Σπηλαιώτη ή Ησυχαστή (1898-1959) και συνδέθηκε πνευματικά μαζί του, αφού πήρε την άδεια από τον Γέροντά του Νικηφόρο. Ο Γέροντας Ιωσήφ με την σειρά του, άσκησε καταλυτική επίδραση στην πορεία του νεαρού μοναχού στην πνευματική ζωή.

Το 1973 πέθανε ο ιερομόναχος Νικηφόρος. Ο Εφραίμ μετά το 1980 συγκρότησε συνοδεία, τηρώντας την εντολή του Γέροντος Ιωσήφ να αποκτήσει συνοδεία μετά τον θάνατο του Νικηφόρου.

Το προσωνύμιό του στο Άγιο Όρος ήταν «ο χαρισματούχος υποτακτικός», λόγω της υπακοής που επέδειξε στον Γέροντα Νικηφόρο, έναν γέροντα πολύ σκληρό κατά γενική ομολογία. O Εφραίμ θεωρούσε την κάθε Θεία Λειτουργία και μία θεοφάνεια, ένα συγκλονιστικό και βαθύτατα πνευματικό γεγονός.

Αγιοκατάταξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 20 Οκτωβρίου 2019, και ευρισκόμενος στις Καρυές του Αγίου Όρους, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος ανήγγειλε ότι επίκειται η επίσημη αγιοκατάταξη του Γέροντος Εφραίμ Κατουνακιώτου.[3] Η αναγγελία αυτή έγινε πράξη στις 9 Μαρτίου 2020, όταν η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου προέβη στην αναγραφή του στο Αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας με Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη.[4]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]