Warner Bros. Records

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Warner Bros Records είναι δισκογραφική εταιρεία στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αποτελεί θεμέλιο της σημερινής Warner Music Group και τώρα λειτουργεί ως θυγατρική αυτής της εταιρείας. Συνεχίζει να διατηρεί σχέσεις με την πρώην μητρική της την Warner Bros., παρ' όλα αυτά η ιδιοκτησία αυτών των εταιρειών ανήκει σε διαφορετικά άτομα. Σήμερα, πρόεδρος αυτής της εταιρείας είναι ο Rob Cavallo. Η Warner Bros Records ιδρύθηκε το 1958 ως τμήμα της ηχογραφημένης από την αμερικανική ταινία[ασαφές] στούντιο της Warner Bros.. Η σειρά των εταιρειών που ελέγχονται από την Warner Bros και οι συμμετέχουσες εταιρείες εξελίχθηκαν μέσα από μια σειρά εταιρικών συγχωνεύσεων και εξαγορών από τις αρχές του 1960 έως τις αρχές του 2000.Κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου, η Warner Bros. Records από έναν μικρό ρόλο που είχε αναπτύχθηκε και έγινε μία από τις μεγαλύτερες δισκογραφικές εταιρείες παγκοσμίως.

Το 2003, τα μουσικά στοιχεία που άνηκαν στην εταιρεία, πωλήθηκαν από την Time Warner που τότε ήταν η ιδιοκτήτριά της και αγοράστηκαν από μια ιδιωτική ομάδα μετόχων. Η εταιρεία διαπραγματευόταν ως Warner Music Groups(WMG) πριν αγοραστεί από την Access Industries το 2011.Η WMG είναι η τρίτη μεγαλύτερη των τεσσάρων μεγάλων διεθνών μουσικών ομίλων και του κόσμου η τελευταία εισηγμένη μουσική εταιρεία. Η Warner Bros. Records είναι ακόμη ένα ενεργό μέλος αυτής της εταιρείας. Τα δημοσιευμένα στοιχεία της ομάδας, στα οποία περιλαμβάνονται πάνω από 1 εκατομμύριο τραγούδια από 65000 στιχουργούς και πάνω, την κάνει τον μεγαλύτερο στον κόσμο εκδότη της μουσικής.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προέλευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα τέλη της εποχής του βουβού κινηματογράφου,η Warner Bros. αποφάσισε να επεκτείνει τις εκδόσεις και τις ηχογραφήσεις της για να μπορέσει έτσι να έχει χαμηλό κόστος του μουσικού περιεχομένου για τις ταινίες της. Το 1928 το στούντιο απέχτησε πολλές μικρότερες εταιρείες μουσικών εκδόσεων-συμπεριλαμβανομένων και των M. Witmark & Sons, Remic Music,Harms Inc. και ενδιαφέρον για την New World Music Corp (NWMC) και συγχωνέυτηκαν για να σχηματίσουν την Music Publishers Holding Company. Αυτή η νέα ομάδα είχε υπό τον έλεγχό της πολύτιμα πνευματικά δικαιώματα των προτύπων του George και του Ira Gershwin και του Gerome Kern. Το νέο τμήμα είχε πολλά και στερεά κέρδη που άγγιζαν το ποσό των 2.000.000 δολαρίων ετησίως. Το 1930 η NWMC πλήρωσε 28 εκατομμύρια δολάρια για την απόκτηση της Brunswick Records της οποίας η λίστα με τα ονόματα με τραγουδιστές και συνθέτες περιελάμβανε τον Ντιούκ Έλλινγκτον, Red Nichols, Al Jolson, Earl Burtnett, Abe Lyman, Leroy Carr, Tampa Red και τον Memphis Minnie και αμέσως μετά την πώληση της Warner Bros., η εταιρεία υπέγραψε για αύξηση του ραδιοφώνου και ηχογραφήσεις των Μπινγκ Κρόσμπυ, Mills Brothers, και Boswell Sisters. Δυστυχώς για την Warner Bros., η διπλή επίπτωση της Παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης του 1929 και η εισαγωγή της ραδιοφωνικής εκπομπής, αποδεκάτισε την μουσική βιομηχανία-οι πωλήσεις έπεσαν περίπου στο 90% από περισσότερα από 100 εκατομμύρια μονάδες σε λιγότερο από 10 εκατομμύρια το 1932 και οι μεγάλες εταιρείες αναγκάστηκαν να μειώσουν κατά το ήμισυ την τιμή των αρχείων από 75 στα 35 σεντς. Τον Δεκέμβριο του 1931,η Warner Bros. αντικατέστησε την Brunswick Records με την American Record Corporation (ARC) για ένα κλάσμα της πρώην αξίας του, σε μια συμφωνία μίσθωσης. Τεχνικά, η Warner διατήρησε την ιδιωκτησία της Brunswick, η οποία με την πώληση της ARC στην CBS το 1939 και με την απόφασή τους να διακόψουν την δραστηριότητα της Brunswick, που αυτό θα στρεφόταν υπέρ της εταιρείας Columbia Records,επανήλθε στην Warner Bros. Η Warner Bros., έτσι πούλησε την Brunswick στην εταιρεία Decca, μαζί με την συμφωνία μίσθωσης, με αντάλλαγμα κάποιο οικονομικό συμφέρον από την Decca. Όμως, λόγω της επιρροής του Jack Warner, το στούντιο έμεινε εκτός υπηρεσίας για περισσότερα από 25 χρόνια και κατά την διάρκεια αυτή επέτρεψε σε άλλες εταιρείες να κυκλοφορήσουν τα άλμπουμ με τα soundtracks των ταινιών τους.

Περίοδος 1958-1963[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Warner Bros. τo 1958 επανήλθε στην δουλειά με την δημιουργία του δικού τους τμήματος ηχογράφισης τραγουδιών,το Warner Bros. Records. Αυτήν την φορά με την καθιέρωση των Hollywood studios, περιτριγυριζόταν από πολλαπλές προκλήσεις για την πρώην κυριαρχία του και η πιο αξιοσημείωτη είναι η εισαγωγή της τηλεόρασης στα τέλη της δεκαετίας του 1940. Ακόμη, νόμιμες αλλαγές είχαν σημαντικό ρόλο στις επιχειρήσεις τους-αγωγές που έκαναν μεγάλα αστέρια είχαν αποτελεσματικά ανατρέψει το παλιό σύστημα με τις συμφωνίες στα τέλη του 1940. Η Warner Bros. Pictures πούλησε ένα μεγάλο μέρος των ταινιών της το 1948 και στις αρχές του 1949 οι αντιμονοπωλιακές αγωγές που άσκησε η κυβέρνηση των ΗΠΑ ανάγκασε τα πέντε μεγάλα στούντιο να εκχωρήσουν κινηματογραφικές αλυσίδες.

Το 1956 ο Χάρυ Γουόρνερ (Harry Warner) και ο Άλμπερτ Γουόρνερ (Albert Warner) πούλησαν το μερίδιό τους και η εταιρεία απαρτίστηκε από καινούρια μέλη και αυτό είχε ως αποτέλεσμα την ευνόηση μιας ανανεωμένης επέκτασης στον χώρο της μουσικής- ο Τσαρλς Άλλεν (Charles Allen) της επενδυτικής τράπεζας Charles Allen & Company, ο Σερζ Σεμενένκο (Serge Semenenko) της Πρώτης Εθνικής Τράπεζας της Βοστώνης και ο επενδυτής ο Ντέϊβιντ Μπαϊρντ (David Baird). Ο Σεμενένκο είχε ένα ιδιαίτερο επαγγελματικό ενδιαφέρον στον τομέα της ψυχαγωγίας και προσπάθησε να ωθήσει τον Τζακ Γουόρνερ στο θέμα της δημιουργίας μίας "εσωτερικής" εταιρείας για ηχογραφίσεις. Με τις επιχειρήσεις στο τμήμα της ηχογράφησης η εταιρεία αρχίζει να αναπτύσσεται- οι πωλήσεις έφτασαν πάνω από 500 εκατομμύρια δολάρια από το 1958-ο Σεμενένκο διαφωνούσε με την Warner Bros. και πίστευε πως ήταν ανόητο να κάνουν συμφωνίες με άλλες εταιρείες για κυκλοφορία των soundtracks, όταν για το λιγότερο κόστος μιας ταινίας, θα μπορούσαν να ιδρύσουν την δική τους εταιρεία, δημιουργώντας μια νέα ροή εσόδων που θα μπορούσε να συνεχιστεί επ' αόριστον και να παρέχουν ένα επιπλέον μέσο για την αξιοποίηση και την προώθηση των συμβολαίων των ηθοποιών.

Μια άλλη ώθηση για την δημιουργία της εταιρείας αποτελούσε η σύντομη μουσική καριέρα του ηθοποιού της Warner bros. Ταμπ Χάντερ (Tab Hunter). Αν και ο Χάντερ υπέγραψε ένα αποκλειστικό συμβόλαιο υποκριτικής με το στούντιο δεν τον εμπόδισε να υπογράψει και ένα συμβόλαιο για να ηχογραφεί τραγούδια,το οποίο και πραγματοποίησε με την Dot Records, από τότε που η Warner Bros. δεν είχε δική της εταιρεία εκείνη την εποχή. Ο Χάντερ σημείωσε πολλές επιτυχίες για την Dot και μία από αυτές είναι και το νούμερο ένα τραγούδι του το "Young Love" (1957),αλλά δυστυχώς για την Warner Bros. οι δημοσιογράφοι έδειχναν περισσότερο ενδιαφέρον για το τραγούδι παρά για την τελευταία ταινία του με την Warner Bros. Το 1958 ο ηθοποιός και τραγουδιστής αν και υπέγραψε με το στούντιο για το πρόσφατο τμήμα που είχε σχηματιστεί για τις ηχογραφήσεις, δεν κατάφερε να φτάσει τις επιτυχίες που έκανε με την Dot.

Το 1956,η Warner Bros. αποφάσισε να αγοράσει την Imperial Records,αν και η συμφωνία κατέρρευσε,αυτό σήμανε το σπάσιμο ενός ψυχολογικού φράγματος:αν η εταιρεία ήταν πρόθημη να αγοράσει μια άλλη,γιατί να μην ξεκινούσε με την δικιά της;Για την δημιουργία αυτής της εταιρείας,η Warner Bros. προσέβαλε τον πρώην πρόεδρο της Columbia Records τον Τζειμς Κόκλινγκ (James B. Conkling): τα ιδρυτικά στελέχη της A&R ήταν ο Χάρις Άσμπουρν (Harris Ashburn), Τζορτζ Αβακιάν (George Avakian) και ο Μπομπ Πρινς (Bob Prince). Ο Κόκλινγκ υπήρξε ένας ικανός διαχειριστής του κλάδου - είχε συμβάλει στην έναρξη της μορφής LP στην Columbia και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ίδρυση της National Academy of Recording Arts and Sciences τον προηγούμενο χρόνο. Ωστόσο, ο Κόνκλινγκ είχε μουσικά γούστα και δεν ακολούθαγε τις νέες τάσεις στον κλάδο και ειδικότερα γρήγορα αναπτυσσόμενη αγορά της Ροκ εντ ρολ μουσικής.

Η Warner Bros. Records ξεκίνησε τις επιχειρήσεις της τον Μάρτιο του 1958 και το επίσημο γραφείο της βρισκόταν 3701 Warner Boulevard στο Burbank,της Καλιφόρνιας.Η εταιρεία τα πρώτα άλμπουμς που κυκλοφόρισαν (1958-1960), είχε ως στόχο να τα πουλήσει στο τότε επικρατέστερο κοινό και πήρε την απόφαση (που ήταν σε μεγάλο βαθμό ανεπυτιχής) να ηχοφραφεί στερεοφωνικούς δίσκους (LPs) που στόχευε στο νέο "hi-fi" marketing.Εκείνος ο κατάλογος περιελάμβανε:

  • φωνητίκα άλμπουμς ταν συμμετοχόντων της Warner όπως ο Tab Hunter,Edd Byrnes,Connie Stevens,Jack Webb και ο William Holden
  • καινοτόμα/κωμικά άλμπουμς από καλλιτέχνες όπως ο Spike Jones και ο Bob Newhart
  • σάουνττρακς από ταινίες και συλλογές από ταινίες και θέματα της τηλεόρασης
  • 'middle of the road' μουσικά άλμπουμς από καλλιτέχνες όπως ο Matty Matlock, Buddy Cole, Henry Mancini, George Greeley, Warren Barker

Μερικά άλμπουμ που χαρακτηρίστηκαν με αυτο-δοκιμασίας τίτλους όπως:

  • Music for People με 3.98 δολάρια (συν τον φόρο αν υπάρχει),
  • Terribly Sophisticated Songs: A Collection of Unpopular Songs for Popular People,
  • Songs the Kids Brought Home from Camp
  • Don't Put Your Empties on the Piano and
  • But You've Never Heard Gershwin With Bongos.

Σχεδόν όλες ήταν εμπορικές αποτυχίες και το μόνο άλμπουμ της Warner Bros. στα δύο πρώτα χρόνια της,που είχε επιτυχία ήταν το άλμπουμ του Warren Barker το οποίο έφτασε το νούμερο 3.Ακόμη ένα τραγούδι ήταν το "Jealous Heart" του Tab Hunter που έφτασε το νούμερο 62.

Τα σινγκλς της Warner Bros. είχαν μία διακριτική κόκκινη ετικέτα με τον λογότυπο WB (Παγκόσμια Τράπεζα) στο πλάι και μια σειρά από διαφερετικού χρώματος βέλη που περικύκλοναν και έδειχναν την τρύπα στο κέντρο.Η πρώτη επιτυχία ήταν το "Kookie, Kookie (Lend Me Your Comb)" που έφτασε το νούμερο 4 στο Billboard Hot 100.Εκτελέστηκε από τον ηθοποιό,που είχε συμβόλαιο με την Warner Bros.,τον Edd Byrnes που υποδήθηκε τον χαρακτήρα Gerald Lloyd "Kookie" Kookson III στην τηλεόραση της Warner στην τηλεοπτική σειρά 77 Sunset Strip.Η ιστορία που κρύβεται πίσω από τις ηχογραφίσεις απικονίζει τις αθέμιτες πρακτικές που χρησιμοποιούσαν συχνα οι μεγαλες δησκογραφικες εταιρείες.Η ηθοποιός και τραγουδίστρια Connie Stevens (που εμφανήστηκε στην τηλεοπική σειρά της Warner Hawaiian Eye)τραγούδισε το τραγούδι της χωροδίας,αλλά αν και το δισκογραφικό συμβόλαιό της,της της πρόσφερε μόνο το 5 τοις εκατό των δικαιωμάτων της,η εταιρεία αυθαίρετα όρισε την συμβολή της να είναι υπέρ του Byrnesκαι απέδοσε μόνο το 1 τοις εκατό των δικαιωμάτων του τραγουδιού σε εκείνη,παρά το γεγονός ότι ίδια σύντομα ανακάλυψε,το όνομά της αναγράφεται στην ετικέτα του τραγουδιού.Η Warner επίσης την επιβάρυνε και της ζουτουσε να μοιράσει το μερίδιο του κόστους,τα οποία έπρεπε να αντισταθμιστούν με την μείωση των δικαιωμάτων της.Όταν όμως ο Stevens ξεπέρασε την δική της επιτυχία με το "Sixteen Reasons" το 1960,η Warner Bros. αρνήθηκε να την αφήσει να το ερμηνεύσει στο Hawaiian Eye γιατί δεν είχε δημοσιευτεί από την MPHC και ακόμα την εμπόδισαν από το να τραγουδίσει στο The Ed Sullivan Show και με αυτόν τον τρόπο δεν μπόρεσε να προωθηθεί σε παγκόσμιο επίπεδο(και να πάρει 5000 δολάρια αμοιβή για μία εμφάνιση).

Συγκροτήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τραγουδιστές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Warner_Bros._Records της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]