Tractatus Logico-Philosophicus

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Tractatus Logico-Philosophicus (Λογικο-Φιλοσοφική Πραγματεία) αποτελεί το μοναδικό φιλοσοφικό έργο που δημοσίευσε ο Λούντβιχ Βιτγκενστάιν ενόσω ήταν εν ζωή. Σήμερα θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα φιλοσοφικά κείμενα του 20ού αιώνα, εγκαινιάζοντας μία νέα κατεύθυνση στη φιλοσοφία που αφορούσε στην ανάλυση της γλώσσας. Γράφτηκε, κατά το μεγαλύτερο ποσοστό, την περίοδο του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου και ενώ ο Βιτγκενστάιν υπηρετούσε στον Αυστροουγγρικό στρατό. Δημοσιεύτηκε αρχικά στη Γερμανία το 1921, με τον τίτλο Logisch-Philosophische Abhandlung, στο περιοδικό Annalen der Naturphilosophie. Ο μεταγενέστερος λατινικός τίτλος προτάθηκε από τον Τ.Ε. Μουρ παραπέμποντας συνειδητά στο έργο του Σπινόζα Tractatus Theologico-Politicus.

Αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τον Κύκλο της Βιέννης καθώς και μία σημαντική επίδραση στη σχολή ανάλυσης του Κέμπριτζ στη δεκαετία του 1920 και του 1930. Ενέπνευσε το ρεύμα του λογικού θετικισμού που με τη σειρά του υπήρξε ένα από τα πιο επιδραστικά φιλοσοφικά κινήματα του 20ού αιώνα[1]. Μετά την ολοκλήρωσή του, ο Βιτγκενστάιν πίστευε πως είχε λύσει όλα τα παραδοσιακά προβλήματα της φιλοσοφίας, την οποία εγκατέλειψε για περίπου μία δεκαετία. Αργότερα, αναθεώρησε αρκετές από τις ιδέες που είχε καταγράψει στην Tractatus. Έργο δύσκολο στην κατανόηση, χαρακτηρίζεται ως ένα πιο αινιγματικά φιλοσοφικά κείμενα που δημοσιεύτηκαν ποτέ, που ενέπνευσε εκτεταμένη βιβλιογραφία, χωρίς ωστόσο να υπάρχει μία γενική συμφωνία ως προς την ερμηνεία του[2].

Δομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το έργο είναι γραμμένο με τη μορφή αριθμημένων προτάσεων, ξεκινώντας από τις προτάσεις 1, 1.1, 1.11, 1.12, κ.ο.κ μέχρι τον αριθμό 7. Κατά αυτό τον τρόπο, κάθε παρατήρηση του Βιτγκενστάιν βασίζεται στην προηγούμενη και ενίοτε εξηγείται ή αναλύεται από μία επόμενη. Ο δεκαδικός αριθμός κάθε πρότασης δηλώνει τη λογική βαρύτητά της και κατά προέκταση την έμφαση που της αποδίδει ο συγγραφέας. Οι περισσότερες από τις προτάσεις εκτίθενται στη μορφή αξιωμάτων ή αφορισμών, χωρίς να παρέχεται κάποια επιχειρηματολογία. Αυτό συμβαίνει όχι από αδυναμία του Βιτγκενστάιν αλλά γιατί ο ίδιος πίστευε ότι οι θέσεις που αναπτύσσονταν ήταν απρόσβλητες και οριστικές. Ο ίδιος ανέφερε στις σημειώσεις που περιέχονταν στην έκδοση Philosophische Bemerkungen (1964) πως το ύφος της γραφής του ήταν έντονα επηρεασμένο από τον Φρέγκε. Όταν ο εκδότης του αναρωτήθηκε για τη χρησιμότητα των αριθμών, ο Βιτγκενστάιν απάντησε καταφατικά, θεωρώντας πως «μόνον αυτοί δίνουν στο βιβλίο διαύγεια και σαφήνεια, ενώ χωρίς αυτούς θα γινόταν ένα ακατανόητο συνονθύλευμα»[3].

Περιεχόμενο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα κύρια θέματα που πραγματεύεται ο Βιτγκενστάιν είναι η λογική δομή των προτάσεων, η φύση του λογικού συμπερασμού και τα όρια της σκέψης και της γλώσσας. Κεντρική θέση στο έργο κατέχει η διάκριση ανάμεσα στο λέγειν και στο δεικνύναι, το περιττό της θεωρίας των τύπων στη λογική και το μη εκφράσιμο των ηθικών αληθειών. Αντιμετωπίζει τα θεμελιώδη προβλήματα της φιλοσοφίας, τα οποία κατά τον Βιτγκενστάιν είναι αποτέλεσμα της παρανόησης της λογικής της γλώσσας. Σύμφωνα με τον ίδιο, το νόημα του βιβλίου συνοψίζεται στη φράση πως «ό,τι μπορεί γενικά να ειπωθεί, μπορεί να ειπωθεί με σαφήνεια και για όσα δεν μπορεί να μιλάει κανείς, για αυτά πρέπει να σωπαίνει». Μία από τις κεντρικές ιδέες που υποστηρίζει είναι πως ορισμένες αλήθειες είναι αδύνατο να εκφρασθούν αλλά μόνο να διαφανούν. Ένα από τα επιτεύγματα της Tractatus ήταν και η ερμηνεία των συναρτήσεων αλήθειας ως ταυτολογιών και όχι ως γενικών κανόνων της λογικής όπως θεωρούνταν έως τότε.

Οι βασικές προτάσεις και κύριες θέσεις του έργου είναι οι εξής:

  1. Ο κόσμος είναι όλα όσα συμβαίνουν.
  2. Το γεγονός, είναι η ύπαρξη καταστάσεων πραγμάτων.
  3. Κάθε σκέψη είναι μία λογική εικόνα των γεγονότων.
  4. Η σκέψη είναι μια πρόταση με νόημα.
  5. Η πρόταση είναι μια συνάρτηση αλήθειας των στοιχειωδών προτάσεων.
  6. Η γενική μορφή της συνάρτησης αλήθειας είναι [\bar p,\bar\xi, N(\bar\xi)].
    1. \bar p δηλώνει όλες τις ατομικές προτάσεις
    2. \bar\xi δηλώνει οποιοδήποτε σύνολο προτάσεων, και
    3. N(\bar \xi) δηλώνει την άρνηση των προτάσεων που συνιστούν το \bar xi.
  7. Για όσα δεν μπορεί να μιλά κανείς θα πρέπει να σωπαίνει.

Η πρώτη πρόταση αποτελεί εισαγωγή στην οντολογία του Βιτγκενστάιν και ορίζει τον κόσμο όχι ως το σύνολο των πραγμάτων, σύμφωνα με την παραδοσιακή αντίληψη, αλλά των γεγονότων (γερμ. Tatsache). Ένα γεγονός[4] είναι η ύπαρξη καταστάσεων πραγμάτων[4] (Sachverhalt)[5], οι οποίες με τη σειρά τους αποτελούν συνδυασμούς των αντικειμένων[6]. Για τον Βιτγκενστάιν κάθε αντικείμενο είναι απλό[7] και δεν μπορεί να είναι σύνθετο διότι αποτελεί την ουσία του κόσμου[8]. Μετά την έκθεση της οντολογίας του, ο Βιτγκενστάιν επιχειρεί να απαντήσει στο ερώτημα του πώς αντιλαμβάνεται ο άνθρωπος τον κόσμο, εισάγοντας την απεικονιστική θεωρία του (ή «θεωρία του συμβολισμού» κατά τον Ράσελ) σύμφωνα με την οποία, ο άνθρωπος «σχηματίζει εικόνες των γεγονότων»[9]. Μία εικόνα, κατά τον Βιτγκενστάιν, είναι ένα μοντέλο της πραγματικότητας, της οποίας τα αντικείμενα αντιστοιχούν στα στοιχεία της εικόνας. Η ίδια η εικόνα συνιστά ένα γεγονός και ο τρόπος με τον οποίο συσχετίζονται τα στοιχεία της, δηλαδή η δομή της, φανερώνει και τον τρόπο συσχέτισης των πραγμάτων. Με αυτό τον τρόπο «η εικόνα συνδέεται με την πραγματικότητα και φθάνει ως αυτήν». Όπως σημειώνει ο Βιτγκενστάιν, ανάμεσα στην εικόνα και την πραγματικότητα πρέπει να υπάρχει κάτι ταυτόσημο, ώστε το ένα να αποτελεί εικόνα του άλλου. Η αλληλεπίδραση εικόνας και πραγματικότητας καθιστά αναγκαία την εμπειρία, προκειμένου να διαπιστωθεί αν μία εικόνα είναι αληθής ή ψευδής, καθώς δεν υπάρχει a priori αληθής εικόνα[10].

Ο Βιτγκενστάιν αναζητά τους όρους που θα πρέπει να πληροί μία τέλεια, από την πλευρά της λογικής, γλώσσα. Σημειώνει πως κάθε πρόταση είναι μία εικόνα και συνεπώς αποτελεί ένα μοντέλο της πραγματικότητας, ενώ κάθε σκέψη είναι με τη σειρά της μία λογική εικόνα των γεγονότων και απεικονίζει τον κόσμο. Για τον Βιτγκενστάιν, μία πρόταση είναι ένα σύμβολο με νόημα, το οποίο αποκτά σημασία μόνο μέσα στην πρόταση[11]. Προκειμένου να μπορεί να καταφάσκει ένα γεγονός θα πρέπει να υπάρχει κάτι κοινό ανάμεσα στη δομή της πρότασης και στη δομή του γεγονότος. Το κοινό αυτό στοιχείο όμως, δεν μπορεί να ειπωθεί με τη γλώσσα παρά μόνο να δειχθεί, γιατί οτιδήποτε θα μπορούσαμε να πούμε θα ήταν απαραίτητο να έχει και πάλι την ίδια δομή. Ο Βιτγκενστάιν επιχειρεί μία σύγκριση της γλωσσικής έκφρασης με τη γεωμετρία. Ένα γεωμετρικό σχήμα μπορεί να προβληθεί με πολλούς τρόπους, καθένας από τους οποίους αντιστοιχεί σε μία διαφορετική γλώσσα, ωστόσο οι ιδιότητες του αρχικού σχήματος παραμένουν αμετάβλητες, ανεξάρτητα από τον τρόπο προβολής τους. Οι ιδιότητες αυτές αντιστοιχούν με τη σειρά τους στο κοινό στοιχείο που πρέπει να έχει η πρόταση και το γεγονός.

Ο Βιτγκενστάιν διακρίνει μεταξύ σημείου και συμβόλου, θεωρώντας πως το προτασιακό σημείο είναι υλικό και αντιληπτό, ενώ το σύμβολο είναι οτιδήποτε έχουν κοινό όλα τα σημεία που χρησιμοποιούνται για να εκφράσουν την ίδια σκέψη[12]. Οι συγχύσεις δημιουργούνται όταν δύο διαφορετικά σύμβολα μοιράζονται ένα κοινό σημείο την ίδια στιγμή που σημαίνουν κάτι διαφορετικό. Για παράδειγμα, η λέξη «είμαι» μπορεί να έχει την έννοια του «υπάρχω» αλλά και την έννοια της ισoδυναμίας. Ο τρόπος με τον οποίο μπορούμε να απαλλάξουμε τη φιλοσοφία από τέτοιου είδους εγγενείς συγχύσεις, κατά τον Βιτγκενστάιν, είναι η χρήση μίας γλώσσας σημείων που να μην επιτρέπει διαφορετικές σημασίες στα σημεία, μία «ιδεατή γλώσσα» που υπακούει στη λογική σύνταξη, όχι προς αντικατάσταση των συνηθισμένων γλωσσών αλλά προκειμένου να επιλυθούν συγκεκριμένα προβλήματα. Μία από τις κεντρικές ιδέες που αναπτύσσει, αφορά στην ύπαρξη θεμελιωδών συγχύσεων στη φιλοσοφία, οι οποίες οφείλονται στη λανθασμένη χρήση της γλώσσας και από τις οποίες η μόνη διέξοδος είναι η εφαρμογή μιας γλώσσας που υπακούει κατά τον Βιτγκενστάιν στη «λογική γραμματική». Τα περισσότερα φιλοσοφικά ερωτήματα για τον Βιτγκενστάιν δεν είναι λανθασμένα αλλά α-νόητα, συνεπώς δεν μπορούμε να απαντήσουμε σε αυτά αλλά μόνο να πιστοποιήσουμε πως δεν έχουν νόημα. Θεωρεί επιπλέον πως όλη η φιλοσοφία είναι μία κριτική της γλώσσας[13] και σκοπός της η διασαφήνιση των σκέψεων[14]. Με τη φιλοσοφία, τίθενται τα όρια ανάμεσα σε ό,τι έχει νόημα και ό,τι είναι α-νόητο. Κατά τον Βιτγκενστάιν, υπάρχουν εκείνα που δεν εκφράζονται μέσω της γλώσσας αλλά μπορούν μόνο να δειχθούν. Αυτά συνθέτουν τον «μυστικό χώρο» (das Mystische), όπως τον ονομάζει, όπου ανήκει η μεταφυσική και η ηθική.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Jorge J. E. Gracia, Gregory M. Reichberg, Bernard N. Schumacher, The Classics of Western Philosophy: A Reader's Guide, Blackwell Publishing, 2003, σ. 484
  2. Monk, σ. 48
  3. Monk, σ. 54
  4. 4,0 4,1 O Βιτγκενστάιν χρησιμοποιεί τον όρο Sachverhalt για να περιγράψει «απλά» γεγονότα που δεν συντίθεται από άλλα επιμέρους. Αντίθετα, «σύνθετα» γεγονότα ορίζονται ως Tatsache. Για παράδειγμα η πρόταση «Η Βικιπαίδεια είναι εγκυκλοπαίδεια» είναι Sachverhalt (αλλά και Tatsache) ενώ η πρόταση «Η Βικιπαίδεια είναι εγκυκλοπαίδεια και γράφεται από εθελοντές» είναιTatsache και όχι Sachverhalt.
  5. TLP 2
  6. TLP 2.01
  7. TLP 2.02
  8. TLP 2.021
  9. TLP 2.1
  10. TLP 2.225
  11. TLP 3.314
  12. Monk, σ. 69
  13. TLP 4.0031
  14. TLP 4.112

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]