Thèâtre de la Mode

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Εξώφυλλο της έκδοσης Théâtre de la Mode - Fashion Dolls: The Survival of Haute Couture με παράσταση από την έκθεση Thèâtre de la Mode.

«Thèâtre de la Mode» (Το θέατρο της μόδας) ήταν ο τίτλος της έκθεσης που έγινε στο Μουσείο Κοσμητικών Τεχνών ( Musee des Arts Decoratifs) του Παρισιού το 1945-1946. Ήταν από τα σημαντικότερα γεγονότα στο χώρο της μόδας και έδωσε νέα ώθηση στην παριζιάνικη μόδα μετά το τέλος του Β’ παγκόσμιου πολέμου και έκανε γνωστό σε όλο τον κόσμο ότι το Παρίσι συνέχιζε να φτιάχνει υπέροχα ενδύματα.

Εκείνη την χρονική περίοδο οι γάλλοι ήταν φοβισμένοι, απογοητευμένοι και στερημένοι από τον πόλεμο προσπαθώντας να συνέλθουν και να αρχίσουν να ζουν πάλι φυσιολογικά. Η Γαλλία ήταν ανίσχυρη και η οικονομική της κατάσταση σε κακή κατάσταση. Στα πλαίσια της ανοικοδόμησης και της στήριξης της Γαλλίας αλλά και των γάλλων σε αυτή την δύσκολη φάση ο τότε υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων του Γαλλικού Επιμελητηρίου των Σχεδιαστών Μόδας, Robert Ricci ( γιος της Nina Ricci και συνιδρυτής του ομώνυμου οίκου μόδας) πρότεινε να αναλάβει το Επιμελητήριο την οργάνωση μιας μεγάλης έκθεσης μόδας όπου τα εισιτήρια της θα βοηθούσαν αυτό το σκοπό.

Παρά τον ενθουσιασμό που υπήρχε με τις συμμετοχές οι σχεδιαστές δεν είχαν τα υλικά που χρειάζονταν για τις δημιουργίες τους για μια τέτοια έκθεση. Ο συνεργάτης του Ricci, Paul Caldagues, έδωσε την λύση προτείνοντας την παρουσίαση των ενδυμάτων σε ειδικά κατασκευασμένες κούκλες όπου η χρήση των υλικών θα ήταν η ελάχιστη δυνατή. Έτσι ανατέθηκε στον Eliane Bonabel να σχεδιάσει τις κούκλες μινιατούρες και την υλοποίηση τους ανέλαβε ο Jean Saint-Martin. Οι κούκλες, οι οποίες καθεμιά είχε το δικό της στυλ, είχαν 70 εκατοστά ύψος, ήταν φτιαγμένες από συρμάτινο πλέγμα και τα κεφάλια τους ήταν λευκά, γλυπτά, από γύψο, κατασκευασμένα από την παιδική φίλη του Πικάσο, Joan Rebull. Την καλλιτεχνική διεύθυνση της έκθεσης ανέλαβε ο Christian Bèrard (ζωγράφος και διακοσμητής) και τον φωτισμό ο Boris Kochno (συνεργάτης του Serge Diaghilev στα Ρώσικα Μπαλέτα). Οι ζωγράφοι Andrè Dignimont, Georgew Douking, Emilio Grau-Sala και Louis Touchgues μαζί με τους σκηνογράφους George Wakhevitch, Jean-Denis Malclès και Andrè Beaurepaire επιμελήθηκαν τον χώρο της έκθεσης. Την μουσική ανέλαβε ο Henri Sauguet. Πενήντα τρεις οίκοι μόδας συμμετείχαν στην έκθεση ανάμεσα τους και οι Worth, Molyneux, Schiaparelli, Jacques Fath, Hermes, Μπαλενθιάγα, Lelong, Carven, Madame Gres, Pierre Balmain, Jean Desses, Paquin, Nina Ricci, Callot Soeurs, Robert Piguet, Maggy Rouff, Marcel Rochas.

Στην έκθεση, που άνοιξε στις 27 Μαρτίου του 1945, παρουσιάστηκαν σε 13 «σκηνές», 237 δημιουργίες, από πρωινά ενδύματα μέχρι βραδινές τουαλέτες, συνοδευόμενα από εσώρουχα και αξεσουάρ (γάντια, τσάντες, ζώνες κ.λπ.) φτιαγμένα όλα με τέτοια λεπτομέρεια και προσοχή ώστε να ικανοποιούσαν και τον πιο απαιτητικό επισκέπτη. Η μόνη διαφορά τους ήταν ότι είχαν φτιαχτεί σε κλίμακα 1:3. Χαρακτηριστικό είναι ότι τα μικροσκοπικά κουμπιά περνούσαν μέσα σε κουμπότρυπες κατασκευασμένες όλες στο χέρι, τα καπέλα είχαν το μέγεθος νομίσματος και τα παπούτσια μινιατούρες ήταν φτιαγμένα από γνωστούς [υποδηματοποιός|υποδηματοποιούς]]της εποχής.Γούνες, φτερά και κοσμήματα (κατασκευασμένα από τους Cartier και Van Cleef & Arpels) ήταν στερεωμένα στα μαλλιά τα οποία είχαν επιμεληθεί οι κομμωτές Antoine και Guillaume.

Περισσότεροι από εκατό χιλιάδες άτομα επισκέφθηκαν την έκθεση από τις πρώτες εβδομάδες λειτουργίας της. Εκτός όμως από το μεγάλο ποσό που εισπράχθηκε από τα εισιτήρια και το κλίμα αισιοδοξίας που δημιουργήθηκε, η έκθεση ωφέλησε την γαλλική βιομηχανία της μόδας να ανοίξει τα φτερά της προς την Αμερική.

Λόγω της μεγάλης επιτυχίας της η έκθεση ταξίδεψε με επιτυχία στο Λονδίνο, Μπαρτσελόνα, Κοπενχάγη, Στοκχόλμη, Βιέννη και τέλος στη Νέα Υόρκη και το Σαν Φραντζίσκο.

Για σαράντα περίπου χρόνια το υλικό της έκθεσης θεωρούνταν χαμένο ώσπου στις αρχές της δεκαετία του 1950 η Alma Spreckels μέλος του συμβουλίου του Maryhill Museum of Art στην Ουάσινγκτον κανόνισε να μεταφερθούν οι κούκλες στο Μουσείο για φύλαξη. Από το 1954 η έκθεση στεγάζεται μόνιμα στο Maryhill Museum of Art.


Εκδόσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Théâtre de la Mode - Fashion Dolls: The Survival of Haute Couture γραμμένο από τους Edmond Charles-Roux Herbert R. Lottman, Stanley Garfinkel, Nadine Gasc, Colleen Schafroth, Paris Vogue, Susan Train, εκδόθηκε το 2002 από τους Palmer - Pletsch Publishing
  • Το 1991 εκδόθηκε το βιβλίο "Theatre de la Mode" από τον εκδοτικό οίκο Rizzoli με την ευκαιρία της έκθεσης στο Metropolitan Mueum of Art στη Νέα Υόρκη.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • François Baudot,“A century of fashion”, Thames & Hudson