Tabula rasa

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Tabula Rasa είναι η λατινική έκφραση του όρου άγραφος πίνακας. Αναφέρεται στην επιστημολογική θεωρία που ορίζει πως ο άνθρωπος δεν γεννιέται με προϋπάρχουσες, έμφυτες γνώσεις, αλλά η γνώση του αποκτάται μέσω της εμπειρίας και αντίληψης του.

Στη Δυτική Φιλοσοφία, η έκφραση tabula rasa είναι συνδεδεμένη με το ρεύμα του εμπειρισμού. Πρώτη φορά εμφανίστηκε στη Λατινική μετάφραση του έργου του Αριστοτέλη 'Περὶ Ψυχῆς' (Λατινικά: De Anima). Αν και ο όρος είναι κεντρικός στο "Δοκίμιο για την Ανθρώπινη Νόηση" (1690) του Άγγλου εμπειριστή Τζων Λοκ, ο ίδιος χρησιμοποίησε την αγγλική μορφή του όρου (blank slate). Η λατινική του μορφή ως tabula rasa εμφανίστηκε στη Γαλλική μετάφραση του "Δοκιμίου" από τον Pierre Coste (1700).

Άλλες χρήσεις του όρου tabula rasa εμφανίζονται στην πολιτική φιλοσοφία, στην Ψυχανάλυση, και σε άλλους τομείς της επιστήμης.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Honderich T., 2005, The Oxford Companion to Philosophy, Oxford University Press



Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Tabula rasa της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).