Macchi C.200

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Aeronautica Macchi C.200 Saetta
Macchi MC-200 920901-F-1234P-073.jpg

C.200 Saetta

Περιγραφή
Αποστολή Καταδιωκτικό
Πλήρωμα 1
Κατασκευαστής Aeronautica Macchi
Σχεδιαστής Mario Castoldi
Παρθενική πτήση 24 Δεκεμβρίου 1937
Είσοδος σε υπηρεσία 1939
Απόσυρση 1947
Πρωτεύων χρήστης Regia Aeronautica
Περίοδος παραγωγής 19391944
Συνολική παραγωγή 1.153
Κόστος μονάδας
Διαστάσεις
Μήκος 8,25 m
Εκπέτασμα 10,58 m
Ύψος 3,05 m
Επιφάνεια πτέρυγας 16,82 m²
Βάρος
Μεικτό 2.200 kg
Μέγιστο απογείωσης 2.395 kg
Σύστημα πρόωσης
Κινητήρες Ένας 14-κύλινδρος αερόψυκτος (αστεροειδής) Fiat A.74 R.C.38 των 870 hp
Επιδόσεις
Μέγιστη ταχύτητα 504 km/h
Αυτονομία 570 km
Μέγιστο ύψος 8.900 m
Βαθμός ανόδου 918 m/min
Οπλικό φορτίο
Πολυβόλα 2 πυροβόλα Breda-SAFAT των 12,7 mm, αναχορηγία 370 φυσίγγια ανά όπλο
Βόμβες Κάποια αεροσκάφη τροποποιήθηκαν για να μεταφέρουν μέχρι και 8 βόμβες των 15 kg ή 2 των 50, 100 ή 160 kg κάτω από τις πτέρυγες
Πρωτότυπο του C.200

Το Macchi C.200 Saetta (ο κεραυνός του Δία) υπήρξε ένα καταδιωκτικό του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, που κατασκευάστηκε στην Ιταλία, από την Aeronautica Macchi και χρησιμοποιήθηκε με πολλούς τρόπους και σε διάφορα θέατρα του πολέμου από την Ιταλική Βασιλική Αεροπορία (Regia Aeronautica).

Σχεδίαση και ανάπτυξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά το τέλος της Ιταλικής εκστρατείας στην Ανατολική Αφρική, ξεκίνησε ένα πρόγραμμα πλήρους επανεξοπλισμού της Regia Aeronautica με νέα καταδιωκτικά αεροσκάφη σύγχρονης σχεδίασης. Οι προδιαγραφές αρχικά ζητούσαν ένα αεροσκάφος που θα διέθετε έναν αστεροειδή κινητήρα, μία ώρα διάρκεια πτήσης και θα ήταν οπλισμένο με ένα μόνο πολυβόλο των 12,7 mm. Ο αριθμός των πολυβόλων αργότερα αυξήθηκε σε δύο.

Αρχισχεδιαστής της Macchi ήταν ο Mario Castoldi, δημιουργός αγωνιστικών αεροσκαφών που διακρίθηκαν στους διαγωνισμούς για το τρόπαιο Schneider, όπως το Macchi M.C.72, που μέχρι και σήμερα (2007) εξακολουθεί να κρατά το παγκόσμιο ρεκόρ ταχύτητας για εμβολοκινητήρια υδροπλάνα. Εκείνος πρότεινε ένα σύγχρονο ολομεταλλικό μονοπλάνο, με αυτο-στηριζόμενες ημιπτέρυγες σε χαμηλή θέση, εισελκόμενο σύστημα προσγείωσης και κλειστό κουβούκλιο. Η άτρακτος ήταν ημι-κελυφώδους κατασκευής, με αυτο-σφραγιζόμενες δεξαμενές καυσίμων, κάτω από τη θέση του πιλότου και στο κεντρικό τμήμα των ημιπτερύγων. Η χαρακτηριστική «καμπούρα» ανύψωνε το πιλοτήριο, ώστε να παρέχει στο χειριστή ανεμπόδιστη ορατότητα πάνω από τον κινητήρα. Μια ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια ήταν το προηγμένο σχέδιο των ημιπτερύγων. Τα υδραυλικά πηδάλια ήταν συνδεδεμένα με τα πτερύγια, έτσι ώστε όταν χαμήλωναν τα μεν να χαμηλώνουν και τα δε. Ακόμη, ο πιλότος διέθετε και την ασυνήθιστη για την εποχή πολυτέλεια ενός οργάνου ένδειξης του αριθμού των πυρομαχικών που απέμεναν στα πολυβόλα του!

Η ισχύς παρέχονταν από έναν αστεροειδή κινητήρα Fiat A.74 που απέδιδε 870 hp, αν και ο Καστόλντι προτιμούσε τους ευθύγραμμους (υγρόψυκτους) κινητήρες, τους οποίου είχε χρησιμοποιήσει σε όλα τα προηγούμενα σχέδιά του. Όμως, οι βιομηχανικοί ηγέτες της Ιταλίας είχαν πάρει την κυβερνητική οδηγία να εστιάσουν την προσοχή τους αποκλειστικά στους αερόψυκτους, λόγω της μεγαλύτερης αξιοπιστίας τους.

Το πρώτο πρωτότυπο C.200 πέταξε στις 24 Δεκεμβρίου 1937. Το ακολούθησε ένα δεύτερο στις αρχές του επόμενου έτους. Κατά τη διάρκεια των δοκιμών, το αεροσκάφος ανέπτυξε ταχύτητα 805 km/h σε μία βύθιση, αν και σε οριζόντια πτήση μπορούσε να φτάσει μόνο τα 500 km/h, λόγω του ανεπαρκούς κινητήρα. Ωστόσο, αυτό ξεπερνούσε την απόδοση των ανταγωνιστικών Fiat G.50, Reggiane Re.2000, A.U.T. 18, IMAM Ro.51 και Caproni Vizzola F.5. Στα 1938, το C.200 κέρδισε το διαγωνισμό και μιαν αρχική παραγγελία για 99 αεροσκάφη. Το G.50 επίσης τέθηκε σε περιορισμένη παραγωγή, διότι προλάβαινε να μπει νωρίτερα σε υπηρεσία. Όμως τα πρώτα C.200 παραγωγής παρουσίασαν προβλήματα χειρισμού σε ελιγμούς χαμηλών ταχυτήτων και το σχέδιο των πτερύγων τελικά τροποποιήθηκε από τον Sergio Stefanutti, αρχισχεδιαστή της SAI Ambrosini.

Επιχειρησιακή ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το C.200, που στο μεταξύ είχε πάρει το προσωνύμιο «Saetta» (Κεραυνός), άρχισε να μπαίνει σε υπηρεσία τον Οκτώβριο του 1939. Όταν η Ιταλία μπήκε στον πόλεμο στις 10 Ιουνίου 1940, 156 είχαν παραδοθεί και μερικά ήδη βρίσκονταν σε Μοίρες της πρώτης γραμμής. Παρότι τα πρώτα 240 αεροσκάφη διέθεταν πλήρως κλειστό κουβούκλιο, οι επόμενες παραλλαγές είχαν ανοικτό, λόγω απαίτησης των Ιταλών πιλότων. Οι πρώτες πολεμικές αποστολές τους ήταν η συνοδεία βομβαρδιστικών Savoia-Marchetti SM.79 που επετέθηκαν στη Μάλτα το Φθινόπωρο του 1940, ενώ κατόπιν συμμετείχαν και στις εκστρατείες κατά της Ελλάδας και Γιουγκοσλαβίας. Εφοδιασμένα με φίλτρα σκόνης και με την ονομασία «C.200AS», τα Saetta χρησιμοποιήθηκαν εντατικά στη Βόρειο Αφρική. Ορισμένα μάλιστα συμμετείχαν και στις επιχειρήσεις του Ανατολικού Μετώπου κατά το 1941-42, όπου μαζί με τα C.202 σημείωσαν μιαν αναλογία 88/15 καταρρίψεων προς τις απώλειές τους.

Το Saetta ήταν ένα εύκολο στο χειρισμό αεροσκάφος, με γερή κατασκευή και μεγάλη ευελιξία, που επέτρεπε σε επιδέξιους χειριστές να αντιμετωπίζουν επιτυχώς πιο σύγχρονα σχέδια αεροσκαφών, όπως το Βρετανικό Hawker Hurricane και το Αμερικανικό Curtiss P-40. Το μεγαλύτερο μειονέκτημά του ήταν ο ελαφρύς οπλισμός του από δύο πολυβόλα των 12,7 mm.

Σε μια προσπάθεια να βελτιωθούν οι επιδόσεις του, δημιουργήθηκε το πρωτότυπο C.201 με κινητήρα Fiat A.76 των 1.000 hp, αλλά εγκαταλείφθηκε υπέρ του C.202 με κινητήρα Daimler-Benz DB 601. Το Saetta έπρεπε να αντικατασταθεί πλήρως από το νέο τύπο μετά από ένα μόλις χρόνο παραγωγής, αλλά η ζωή του παρατάθηκε διότι η Alfa Romeo αδυνατούσε να παράγει αρκετούς από τους νέους κινητήρες RA.1000 (Ιταλικά αντίγραφα των Γερμανικών DB 601) και παράχθηκαν ακόμη περισσότερα C.200, χρησιμοποιώντας τμήματα του C.202, εν αναμονή της αύξησης της παραγωγής του.

Ένα σύνολο 1.153 Saetta παρήχθη από τις AerMacchi, Breda και S.A.I. Ambrosini, αλλά σχεδόν όλα είχαν χαθεί μέχρι την Ιταλική ανακωχή το Σεπτέμβριο του 1943. 23 διέφυγαν προς τα Συμμαχικά αεροδρόμια της Νοτίου Ιταλίας και πέταξαν για ένα διάστημα με πιλότους της Ιταλικής Συμμαχικής Αεροπορίας.

Εκδόσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

L'M.C.200 με παραλλαγή Β. Αφρικής

Το Saetta υπέστη ελάχιστες τροποποιήσεις κατά τη διάρκεια της υπηρεσιακής ζωής του. Εκτός από την αλλαγή στο ανοικτό κουβούκλιο, μετέπειτα αεροσκάφη εξοπλίστηκαν με βελτιωμένο ασύρματο και θωρακισμένο κάθισμα. Μερικά από τα τελευταία Saetta κατασκευάστηκαν με ημιπτέρυγες του MC.202 Serie VII, έτσι που προσέθεσαν δύο πολυβόλα Breda-SAFAT των 7,7 mm στον οπλισμό τους. Δύο προτάσεις για μελλοντικά C.200 ήταν:

C.200bis
Μετατροπή παραγωγής της Breda με κινητήρα Piaggio P.XIX R.C.45 που απέδιδε 1.180 hp στα 4.500 m. Τροποποίηση ενός παλαιότερου τύπου C.200. Πρώτη πτήση 11 Απριλίου 1942. Το αεροσκάφος κατόπιν εφοδιάστηκε με μεγαλύτερο έλικα και βελτιωμένο κάλυμμα κινητήρα. Η μέγιστη ταχύτητα στις δοκιμές ήταν 535 km/h. Δεν μπήκε σε υπηρεσία καθώς το C.200 είχε αντικατασταθεί από πιο προηγμένα σχέδια.
C.200AS
Τροποποίηση για το Βορειο-Αφρικανικό μέτωπο
C.200CB
Έκδοση μαχητικού-βομβαρδιστικού με δύο εξωτερικές δεξαμενές καυσίμων ή δύο βόμβες των 320 Kg
C.201
Πρόταση για αντικαταστάτη του C.200 με αναβαθμισμένη άτρακτο και κινητήρα Fiat A.76 R.C.40 των 1.000 hp. Αν και ειδικοί της Μάκι υπολόγιζαν τη μέγιστη ταχύτητα στα 550 km/h, το πρωτότυπο ακυρώθηκε όταν η Fiat εγκατέλειψε τον προβληματικό κινητήρα A.76.

Χρήστες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανάλογα αεροσκάφη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημείωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του πίνακα αφορούν σε πρώιμες σειρές του Macchi C.200

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα