HK G3

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
ΗΚ G3
DCB Shooting G3 pictures.jpg
Επάνω: G3A4
Κάτω: G3A3
Τύπος Τυφέκιο εφόδου
Προέλευση Δυτική Γερμανία
Υπηρεσιακή ιστορία
Υπηρεσία 1959 - σήμερα
Πόλεμοι Πορτογαλικός Αποικιακός Πόλεμος
Επανάσταση των Γαρυφάλλων
Ιστορία παραγωγής
Σχεδιαστής Mauser
CETME
Heckler & Koch
Κατασκευαστής Heckler & Koch
Rheinmetall
SEDENA, Defense Industries Organization, FBP
ΕΒΟ
Kongsberg Våpenfabrikk
MAS
Military Industry Corporation
MKEK
Pakistan Ordnance Factories
Royal Ordnance
Τεχνικά χαρακτηριστικά
Διαμέτρημα 7.62x51mm NATO
Βάρος

4.1 kg (9.04 lb) (G3A3)
4.7 kg (10 lb) (G3A4)
5.54 kg (12.2 lb) with optic (G3SG/1)

4.1 kg (9.0 lb) (G3K)
Χαρακτηριστικά λειτουργίας
Ταχυβολία 500-600 ριπές/λεπτό
Μέγιστο βεληνεκές 500 μέτρα(550 yd), 100–400 m sight adjustments

Το G3 είναι ένα τυφέκιο μάχης διαμετρήματος 7.62mm, το οποίο λειτουργεί με το σύστημα της επιβραδυνόμενης οπισθοδρόμησης, είναι τυφέκιο κλειστού τύπου κλείστρου και συνδιάζει δύναμη πυρός ελεύθερου σκοπευτή και ελαφρού πολυβόλου. Στον Ελληνικό Στρατό είναι το ατομικό τυφέκιο του στρατιώτη. Αναπτύχθηκε από την γερμανική εταιρία Heckler & Koch σε συνεργασία με την ισπανική κρατική CETME (Centro de Estudios Técnicos de Materiales Especiales).[1]

Συνηθέστερες παραλλαγές/μοντέλα του είναι τα G3A3 και G3A4. Φέρει πλαστικό χειροφυλακτήρα και το μεν G3A3 πλαστικό κοντάκιο, το δε G3A4 μεταλλικό πτυσσόμενο κοντάκιο. Στο αριστερό μέρος του όπλου βρίσκεται ο μοχλός οπλίσεως, καθώς και ο μοχλός πυρός και ασφαλείας, ενώ ο αναστολέας του γεμιστήρα βρίσκεται μεταξύ του γεμιστήρα και του υποφυλακτήρα της σκανδάλης. Το όπλο φέρει αφαιρούμενο δίποδα και φλογοκρύπτη, ο οποίος χρησιμοποιείται και για την εκτόξευση οπλοβομβίδων. Ο μηχανισμός σκόπευσης, που διατίθεται μαζί με τις οπλοβομβίδες, είναι μίας χρήσης και τοποθετείται είτε στα πτερύγια της βομβίδας είτε στον κορμό της. Στο αριστερό μέρος του όπλου, στην υποδοχή του γεμιστήρα, αναγράφεται <<G3>> καθώς και ο αριθμός μητρώου του όπλου και το έτος κατασκευής του.

Η χρήση και κατασκευή του σε άλλες χώρες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το G3 (Gewehr 3) αποτελεί τροποποίηση του ισπανικού τυφεκίου CETME. Η παραγωγή του ξεκίνησε αρχικά το 1941 από τη γερμανική κρατική βιομηχανία και συνεχίζεται μέχρι και σήμερα από τη Heckler und Koch, καθώς και από βιομηχανίες της Γαλλίας, της Πορτογαλίας, της Σουηδίας, της Τουρκίας, της Ελλάδας (από την ΕΒΟ) και πολλών ακόμη χωρών οι οποίες παράγουν το όπλο κατόπιν αδείας. Οι χώρες που χρησιμοποιούν το G3 ξεπερνούν τις 60. Οι τύποι του G3 που έχουν κατασκευαστεί είναι οι εξής: G3, G3A1, G3A2,G3A3, G3A3ZF, G3A4, GESG/1. Το τυφέκιο Α4 φέρει πτυσσόμενο κοντάκιο, το A3ZF φέρει διόπτρα και προορίζεται για ελεύθερους σκοπευτές και το GESG/1 κατασκευάστηκε για χρήση από τους ελεύθερους σκοπευτές της γερμανικής αστυνομίας. Οι διαφορές μεταξύ των άλλων τύπων είναι μικρές.

Το G3A3/A4 στον Ελληνικό Στρατό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1977 το Ελληνικό Δημόσιο υπέγραψε σύμβαση με τη Δυτικογερμανική εταιρία Heckler und Koch για την κατασκευή, από την Ελληνική Βιομηχανία Όπλων (ΕΒΟ), των τυφεκίων G3A3 και G3A4. Οι μονάδες του Ελληνικού Στρατού άρχισαν να εξοπλίζονται με αυτά από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Αρχικά χορηγήθηκαν στην πλειονότητα των μονάδων, με εξαίρεση αυτές των Ειδικών Δυνάμεων και του Δ'Σ.Σ., οι οποίες συνέχισαν να χρησιμοποιούν τυφέκια FN, καθώς και κάποιες μονάδες των Σωμάτων Ασφαλείας και του Εσωτερικού, οι οποίες έφεραν αμερικανικό οπλισμό. Στα τέλη της δεκαετίας του 1990 αντικαταστάθηκε και ο οπλισμός του Δ'Σ.Σ. από τυφέκια G3. Σήμερα τα G3 χρησιμοποιούνται από όλες σχεδόν τις μονάδες των Σωμάτων και του Εσωτερικού που χρησιμοποιούν τυφέκια FN. Το G3A3 φέρεται από τους στρατιώτες και το G3A4 από τους Υπαξιωματικούς και (από τη δεκαετία του 1990 και έπειτα) τους κατώτερους Αξιωματικούς.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ο οπλισμός του Ελληνικού Στρατού (1868-2004), Εκδόση ΓΕΣ/ΔΙΣ Έτος 2006

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Woźniak, Ryszard: Encyklopedia najnowszej broni palnej—tom 2 G-Ł, page 7. Bellona, 2001.