Combatives

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο όρος Combatives (προφέρεται – Κομπάτιβς) προέρχεται από την λέξη Combative, η οποία στην Αγγλική γλώσσα χαρακτηρίζει την μαχητικότητα και την ανταγωνιστικότητα. Η λέξη Combative έχει την ρίζα του στην λέξη Combat η οποία μεταφράζεται στα Ελληνικά ως Μάχη. Συνεπώς ο όρος Combatives περιγράφει την ιδεολογία και τις τεχνικές ενός συστήματος μάχης και ειδικότερα μάχης σώμα-με-σώμα (ένοπλο και άοπλο).

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λέξη Combatives χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τις βρετανικές ένοπλες δυνάμεις προς το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Είναι πλέον ευρέως διαδομένη σαν έννοια, σαν ιδεολογία και σαν σύστημα μάχης σώμα-με-σώμα στις περισσότερες ένοπλες δυνάμεις του δυτικού κόσμου. Άλλη ονομασία που χρησιμοποιείται από τις ένοπλες δυνάμεις είναι το C.Q.C. ή Close Quarters Combat που στην Ελληνική γλώσσα μεταφράζεται ως Μάχη Κοντινής Εμβέλειας.

Αναγνωρισμένοι ως ιδρυτές του Combatives είναι ο Ουίλλιαμ Έουαρτ Φαίρμπαιρν (William Ewart Fairbairn)[1] και ο Έρικ Άντονι Σάικς (Eric Anthony Sykes). Άγγλοι και οι δύο, ήταν οι πρώτοι που κωδικοποίησαν και δίδαξαν αυτές τις αρχές και τεχνικές. Εξίσου σημαντική στην εξάπλωση των Combatives ήταν και η συνεισφορά των Ρεξ Απλγκέιτ (Rex Applegate) και Ουίλλιαμ Άντεργουντ (William Underwood). Ο πρώτος ήταν Αμερικανός και ο δεύτερος Άγγλος που είχε μεταναστεύσει στον Καναδά σε μικρή ηλικά. Ωστόσο, υπήρξαν και άλλοι, λιγότερο γνωστοί, που δίδαξαν τις τεχνικές του Combatives σε διάσπαρτες μυστικές βάσεις στην διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου στην Σκωτία, στον Καναδά και στις Η.Π.Α. και βοήθησαν στην εξάπλωσή τους την εποχή εκείνη.

Οι ρίζες των Δυτικών Combatives στην σημερινή τους μορφή ξεκινούν, κατά γενική άποψη, το 1920 στην Δημοτική Αστυνομία της Σαγκάη (S.M.P. - Shanghai Municipal Police) με τον Φαίρμπαιρν (Fairbairn), ο οποίος υπηρέτησε εκεί από το 1907 μέχρι την έναρξη του 2ου Π.Π.. Ο Fairbairn είχε λάβει εκτεταμένη εκπαίδευση σε 2 Ιαπωνικές και σε 2 Κινέζικες παραδοσιακές πολεμικές τέχνες. Οι Ιαπωνικές ήταν το Σιν-Νο-Σιν-Ντο Ρίου Τζου Τζούτσου / Ζίου Ζίτσου (Shin-no-Shin-do Ryu / Ju Jutsu, το οποίο προέρχεται από το Γιόσιν Ρίου Ζίου Ζίτσου - Yoshin Ryu Ju Jutsu) και το Τζούντο (Judo το οποίο προέρχεται από το Τέντζιν Σίνυο Ρίου Ζίου Ζίτσου - Tenjin Shinyo Ryu Ju Jutsu και το Κίτο Ρίου Ζίου Ζίτσου - Kito Ryu Ju Jutsu). Οι δύο Κινέζικες παραδοσιακές πολεμικές τέχνες ήταν το Μπα Κουά (Pa-Kua) και το Τσιν-να (Chin-Na). Σε αυτά ο Φαίρμπαιρν (Fairbairn) πρόσθεσε κάποιες δυτικές τεχνικές από το Γαλλικό Σαβάτ (Savate), Κινέζικες τεχνικές μαχαιριού, ινδικές τεχνικές γκλομπ, «βρώμικες» τεχνικές που είχε δει σε χρήση στον δρόμο και τεχνικές πιστολιού και οπλοπολυβόλου.

Ο συνδυασμός αυτών των συστημάτων αποτέλεσε την ιστορική αρχή των δυτικών Combatives και ονομάστηκε «Defendu» από το ίδιο τον Fairbairn στην δημοσιευμένη εργασία του. Κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ο Φαίρμπαιρν (Fairbairn) συχνά αναφερόταν στο σύστημά του ως «Μάχη Πεζοδρομίου» (gutter-fighting), όρος ο οποίος υιοθετήθηκε και από τον Ρεξ Απλγκέιτ (Rex Applegate).

Ο Φαίρμπαιρν (Fairbairn), μαζί με τον Σάικς (Sykes), (οι οποίοι υπήρξαν συνεργάτες και φίλοι), ανέπτυξαν το άοπλο και ένοπλο σύστημά τους αρχικά για αστυνομική χρήση. Με την εκτεταμένη εκπαίδευση που προσέφεραν στην αστυνομία, σημείωσαν τεράστια επιτυχία στην αντιμετώπιση της βίας στην πόλη, που την εποχή εκείνη θεωρείτο η πιο βίαιη στον κόσμο. Σχεδίασαν επίσης από κοινού το Μαχαίρι Μάχης Φαίρμπαιρν/Σάικς (Fairbairn/Sykes), δίκοπο μαχαίρι πάνω στο οποίο έχουν βασιστεί πολλά σύγχρονα σχέδια μαχαιριών μάχης στρατών ανά τον κόσμο και αποτελεί τμήμα στο σήμα πολλών ειδικών δυνάμεων.

Με την έναρξη του 2ου Παγκοσμίου πολέμου, οι Φαίρμπαιρν (Fairbairn) και Σάικς (Sykes) επέστρεψαν στην Αγγλία. Εκεί κλήθηκαν να εκπαιδεύσουν τα νεοσύστατα Βρετανικά κομάντο, την πρώτη ομάδα ειδικών δυνάμεων της Αγγλίας, όπως επίσης και τις μυστικές υπηρεσίες σε διάσπαρτες μυστικές βάσεις στην Σκωτία. Οι δύο φίλοι «αγρίεψαν» τις τεχνικές του Ντιφέντου (Defendu) που είχαν χρησιμοποιήσει ως τότε για τα αστυνομικά τους καθήκοντα (οι τεχνικές της αστυνομίας συμπεριλάμβαναν και μια σειρά από τεχνικές ελέγχου με λαβές). Κάνοντας αυτό, κατέστησαν τις τεχνικές και την νοοτροπία άκρως θανατηφόρες και κατάλληλες και για στρατιωτική χρήση (καταργήθηκαν οι λαβές και πρόσθεσαν περισσότερα κτυπήματα). Ο όρος «Μάχη Πεζοδρομίου» (Gutter-fighting) που χρησιμοποιούσε ο Φαίρμπαιρν (Fairbairn) μετατράπηκε στην επίσημη χρήση του σε «Σύστημα Φαίρμπαιρν» (The Fairbairn System).

«Γίνε σκληρός, γίνε του πεζοδρομίου, νίκησε πάση θυσία… διδάσκω αυτό που ονομάζεται «Μάχη Πεζοδρομίου». Δεν υπάρχει τίμιο παιχνίδι, δεν έχει κανόνες παρά μόνο έναν: σκότωσε ή θα σκοτωθείς!» - Φαίρμπαιρν (Fairbairn).[2]

Κατά την διάρκεια του πολέμου ζητήθηκε από τους Φαίρμπαιρν (Fairbairn) και Σάικς (Sykes) να εκπαιδεύσουν και τις νεοσύστατες ειδικές δυνάμεις των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, όπως και τις μυστικές Υπηρεσίες τους. Το μεγαλύτερο βάρος αυτής της εκπαίδευσης το ανέλαβε ο Φαίρμπαιρν (Fairbairn) μαζί με τον Ρεξ Απλγκέιτ (Rex Applegate). Ο Σάικς (Sykes) επέστρεψε στο Ηνωμένο Βασίλειο και συνέχισε την εκπαίδευση ατόμων σε μυστικές βάσεις στην Σκωτία. Ο Απλγκέιτ (Applegate) υπήρξε ο κύριος συντονιστής της εκπαίδευσης ατόμων των μυστικών αποστολών των Η.Π.Α. Βασίστηκε κατά μεγάλο βαθμό στις διδαχές του Φαίρμπαιρν (Fairbairn) τις οποίες εμπλούτισε με πληροφορίες που του δίνονταν από άτομα που είχαν εκτελέσει μυστικές αποστολές για λογαριασμό των Η.Π.Α.

Ο Απλγκέιτ (Applegate) προσελήφθη το 1941 από τον Μπιλ Ντόνοβαν (Bill Donovan) του O.S.S. (Office of Strategic Services, η σημερινή CIA). Του δόθηκε από τον Ντόνοβαν η εντολή να αποκτήσει γνώσεις σε όποιο είδος ένοπλης και άοπλης μαχητικής τέχνης υπήρχε την εποχή εκείνη, προκειμένου από αυτά να δημιουργήσει ένα άκρως αποτελεσματικό σύστημα μάχης. Για τον σκοπό αυτό, ο Απλγκέιτ (Applegate) αρχικά ξεκίνησε την μαθητεία του με τους Φαίρμπαιρν (Fairbairn) και Σάικς (Sykes) στην Σκωτία. Με την επιστροφή του στις Η.Π.Α., στην περιοχή η οποία είναι τώρα γνωστή ως Κάμπ Ντέιβιντ (Camp David), δημιούργησε και διοίκησε την «Σχολή κατασκόπων και δολοφόνων» (The School for Spies and Assassins).

Την ίδια εποχή που ο Απλγκέιτ (Applegate) ήταν στην Σκωτία, ο Ουίλλιαμ Άντεργουντ (William Underwood) σε άλλες μυστικές σχολές στις Η.Π.Α., δίδασκε το Combato. Ο Άντεργουντ (Underwood) είχε διδαχθεί για σύντομο χρονικό διάστημα από τους δύο Ιάπωνες δασκάλους τους Γιούκιο Τάνι και Τάρα Μάκι (Yukio Tani - Tara Maki) που είχε φέρει ο Ουίλλιαμ Μπάρτον Ράιτ (William Barton-Wright) στην Αγγλία. Ενώ ο Μπάρτον Ράιτ (Barton-Wright) είχε μάθει Τζούντο όσο ήταν στην Ανατολή, έφερε τους Ιάπωνες στην Αγγλία για να προωθήσει το σύστημά του Μπαρτίτσου (Bartitsu) και την σχολή που είχε ιδρύσει το 1900.

Ο Άντεργουντ (Underwood) και η οικογένειά του είχαν μεταναστεύσει στον Καναδά όταν ο ίδιος ήταν ακόμη νεαρός. Εκεί ανέπτυξε περεταίρω το σύστημα του για μάχη σώμα-με-σώμα, το επονομαζόμενο Combato. Οι δύο Ιάπωνες δάσκαλοί του προέρχονταν από το Κόντοκαν, την επίσημη αρχή του Τζούντο (Judo) παγκοσμίως. Κατά συνέπεια, το Combato έχει τις ρίζες του στο παλιό Τζούντο (Judo το οποίο προέρχεται από το Τέντζιν Σίνυο Ρίου (Tenjin Shinyo Ryu) Ζίου Ζίτσου και το Κίτο Ρίου (Kito Ryu) Ζίου Ζίτσου). Το ίδιο το σύστημα του Άντεργουντ (Underwood) δεν δίδασκε ένοπλες τεχνικές αλλά επειδή το σύστημά του αναπτύχθηκε στον Καναδά, μακριά από την επιρροή των Ιαπώνων δασκάλων του, είχε τον δικό του χαρακτήρα και φημιζόταν για την βαρβαρότητά του. Ο Άντεργουντ (Underwood) δεν φέρεται να συνεργάστηκε με τους Fairbairn, Sykes και Applegate. Παρά ταύτα, το σύστημά του υιοθετήθηκε άμεσα με την είσοδο των Η.Π.Α. στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, λόγω της αποτελεσματικότητάς του και της έλλειψης άλλων ικανών δασκάλων.

Γενεαλογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιδρυτές του Combatives είναι ουσιαστικά οι Ουίλλιαμ Έουαρτ Φαίρμπαιρν (William Ewart Fairbairn) και ο Έρικ Άντονι Σάικς (Eric Anthony Sykes). Οι δύο αυτοί Άγγλοι επέλεξαν μεθόδους και τεχνικές από το γενικότερο πλαίσιο της μάχης σώμα-με-σώμα (ένοπλη και άοπλη), τις κωδικοποίησαν και τις δίδαξαν. Ακολούθησαν οι πρώτοι τους μαθητές, οι οποίοι έγιναν οι κύριοι υπεύθυνοι για την εξάπλωση των Combatives. Ένας από αυτούς ήταν και ο Ρεξ Απλγκέιτ (Rex Applegate). Ο μόνος από τα διασημότερα ονόματα που συνέβαλαν στην εξάπλωση του Combatives και δεν είχε άμεση σχέση με τα τρία προαναφερόμενα άτομα ήταν ο Ουίλλιαμ Άντεργουντ (William Underwood).

Υπήρξαν και άλλα, λιγότερο γνωστά αλλά ενεργά ονόματα στον χώρο των Combatives. Ο Μπιλ Πίλκινγτον (Bill Pilkington) ήταν Άγγλος ο οποίος είχε αναπτύξει ένα εξαιρετικό σύστημα με στειλιάρι (κατά τον Φαίρμπαιρν). Ο Μπερτ Λέβι (Bert Levi), Καναδός ειδικός στην μάχη σώμα-με-σώμα (ένοπλη με μαχαίρι, άοπλη και ανταρτοπόλεμο), με εμπειρία στην Παλαιστίνη και στον Ισπανικό πόλεμο. Ο Στάνλεϊ Μπίσσελ (Stan Bissel), Άγγλος ο οποίος είχε εμπειρία στο Κάμπερλαντ (Cumberland wrestling, μία μορφή αγγλικής πάλης) και Τζούντο (Judo). Ο Τζορτζ Ντε Ρέλβισκοβ (Sergeant Major George de Relwyskow), Άγγλος Ρώσικης καταγωγής, ειδικός στην πάλη και μαθητής του Φαίρμπαιρν (Fairbairn) στα όπλα και, αργότερα, αντικαταστάτης του στο μυστικό «στρατόπεδο Χ» (Camp X) στον Καναδά. Ο Λέοναρντ Χέκτορ Γκραντ-Τέιλορ (Leonard Hector Grant-Taylor), Σκωτσέζος, ειδικός στα πυροβόλα όπλα, ο οποίος φημιζόταν για την απίστευτη ταχύτητα και ακρίβειά του στα πυρά.

Άλλοι, πιο σύγχρονοι δάσκαλοι των παραδοσιακών Combatives με γενεαλογική γραμμή στους ιδρυτές είναι:

1. Ο Συνταγματάρχης Ντρέξελ Μπίντελ (Colonel Drexel Biddle), Αμερικανός και αυτός και μαθητής του Φαίρμπαιρν (Fairbairn) όσο ήταν στην Αμερική.
2. Ο Ντέρμοτ ο’ Νηλ (Dermot O'Neill), Αμερικανός, μαθητής του Φαίρμπαιρν και του Σάικς (Sykes), αργότερα διοικητής (στον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο) της «Ταξιαρχίας του Διαβόλου».
3. Ο Λοχίας Κέλλυ (Sgt. Kelly) ήταν Αμερικανός πεζοναύτης, ο οποίος είχε λάβει εκπαίδευση κυρίως από τον Ντέρμοτ ο’ Νηλ (Dermot O'Neill) όσο ήταν στη Σαγκάη.
4. Ο Τσάρλυ Νέλσον (Charlie Nelson), Αμερικανός, αρχικά εκπαιδευμένος από τον Συνταγματάρχη Ντρέξελ Μπίντελ (Colonel Drexel Biddle). Ο Νέλσον (Nelson) έλαβε το κύριο μέρος της εκπαίδευσης του από άλλον μαθητή του Φαίρμπαιρν (Fairbairn), τον Λοχία Κέλλυ (Sgt. Kelly).
5. Ο Τζον Στάιερς (John Styers), Αμερικανός, εκπαιδευμένος επίσης από τον Συνταγματάρχη Ντρέξελ Μπίντελ (Colonel Drexel Biddle).
6. Ο Ταξίαρχος Μόρρις (Brigadier Morris), Άγγλος μαθητής του Σάικς (Sykes) στην Σκωτία.
7. Ο εν ζωή Μάικλ Ντάβιντοου (Michael Davidow) Νότιο Αφρικανός μαθητής του Μόρρις (Morris).

Χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα χαρακτηριστικά κριτήρια του Combatives είναι τα εξής:

  • Λίγες, σε αριθμό, τεχνικές
  • Να στηρίζονται σε βαριές μηχανικές κινήσεις
  • Αποτελεσματικές και δοκιμασμένες τεχνικές
  • Τεχνικές εύκολες να μαθευτούν
  • Τεχνικές εύκολες στην εφαρμογή τους
  • Τεχνικές εύκολες να συγκρατηθούν

Οι βασικές αρχές της απλότητας και αποτελεσματικότητας είναι διάχυτες σε όλο το φάσμα της φιλοσοφίας του Combatives (μάχης σώμα-με-σώμα) για στρατιωτική και αστυνομική χρήση. Οι λόγοι για αυτό είναι κυρίως για να μπορεί οποιοσδήποτε να εφαρμόσει τις αρχές και τις τεχνικές του κάτω από τις δύσκολες, αγχωτικές και πολλές φορές αποπροσανατολιστικές συνθήκες μιας συμπλοκής.[3]

Οι τεχνικές που χρησιμοποιούνται σε παραδοσιακής μορφής Combatives είναι κατά κανόνα λίγες, λιτές, στηρίζονται σε φυσικές, βαριές μηχανικές κινήσεις και πάντα δοκιμασμένες σε πραγματικές συνθήκες. Η απλότητα και η ευκολία εφαρμογής τους είναι αυτό που καθιστά αυτό το σύστημα μάχης ιδανικό για μια γρήγορη εκμάθηση. Θεωρείται ένα πολύ αποτελεσματικό, εφαρμόσιμο και ευπροσάρμοστο σύστημα αυτοάμυνας για επαγγελματίες και μη.

Σήμερα ο κύριος σκοπός των Combatives για στρατιωτική χρήση (Military Combatives), είναι να δίνει την ικανότητα σε έναν άοπλο επαγγελματία στρατιωτικό να μπορεί να οπλίζει τα χέρια του με οποιοδήποτε αντικείμενο φυσικό η μη. Για παράδειγμα, ως όπλα μπορούν να θεωρηθούν από το πυροβόλο όπλο του, την ξιφολόγχη του, το σκαπτικό εργαλείο του ή και η πλησιέστερη πέτρα. Στην χειρότερη περίπτωση αν δεν μπορέσει να το πράξει αυτό, να μπορεί να αμυνθεί αποτελεσματικά άοπλος.[4]

«Η άοπλη μάχη είναι μόνον για όσους είναι αρκετά χαζοί να πιαστούν χωρίς όπλο!» - Φαίρμπαιρν (Fairbairn).

Όσον αφορά στα Combatives για αστυνομική χρήση (Law Enforcement Combatives) , η προσέγγιση είναι τελείως διαφορετική. Για τον αστυνομικό, η χρήση του υπηρεσιακού του όπλου θεωρείται το τελευταίο στάδιο καταστολής. Συνεπώς, το κλασικής μορφής Combatives που καλείται να εφαρμόσει, συμπεριλαμβάνει κυρίως τεχνικές ακινητοποίησης και ελέγχου μέσω της εφαρμογής του πόνου (pain compliance techniques) .

Με το Combatives για πολιτική χρήση (Civilian Combatives) , ο πολίτης μπορεί να χρησιμοποιήσει το Combatives με την ίδια αποτελεσματικότητα για να αμυνθεί, άοπλος. Στις περισσότερες χώρες του κόσμου η ένοπλη συμπλοκή τιμωρείται νομικά. Στην χειρότερη περίπτωση, όταν απειλείται η ζωή του, αν δεν μπορέσει να αμυνθεί άοπλος, μπορεί να χρησιμοποιήσει σαν όπλο οποιοδήποτε φυσικό ή άλλο αντικείμενο σαν μέσο καταστολής. Σε όποιες χώρες επιτρέπεται, μπορεί να χρησιμοποιήσει τεχνητό όπλο (μαχαίρι, πτυσσόμενο γκλομπ, δακρυγόνο κ.α.) ή πυροβόλο όπλο για να αμυνθεί και να προστατεύσει τη ζωή του.

Σύγχρονα Combatives[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις μέρες μας τα Σύγχρονα Combatives προωθούν μια νοοτροπία διαφορετική από την παραδοσιακή των ιδρυτών του Combatives, όπως εφαρμόστηκε στον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, με σαφείς διαφορές.

Ήταν αδιανόητο για τους ιδρυτές και τους παραδοσιακούς μαχητές του Combatives να μάχονται στο έδαφος. Θεωρούσαν ότι αν ο μαχητής βρεθεί στο έδαφος έχανε το πλεονέκτημα της υψηλής θέσης, την ευκινησία του και τη δυνατότητά του για απομάκρυνση ή διαφυγή. Κατά συνέπεια, σκοπός του Combatives της εποχής εκείνης ήταν η ρίψη του αντιπάλου στο έδαφος, για να του στερήσει τη δυνατότητα αποτελεσματικής άμυνας. Η μάχη, κατά το Combatives, βασίζεται κυρίως σε εκρηκτικά, συνεχόμενα κτυπήματα, στοχευμένα σε κέραια σημεία με φυσικές, βαριές μηχανικές κινήσεις που σαν στόχο έχουν την εξουδετέρωση του αντιπάλου το συντομότερο δυνατόν.

Σύγχρονης μορφής συστήματα μάχης Αμερικάνικου τύπου επικεντρώνουν τις τεχνικές τους στις λεπτές μηχανικές κινήσεις και στην πάλη εδάφους. Στοχεύουν στο να καλλιεργούν «μαχητικό ήθος» και κουράγιο ώστε να κλείνουν οι μαχόμενοι την απόσταση με τον αντίπαλο. Αυτό προωθείται ακόμη και στις Αμερικάνικες Ένοπλες Δυνάμεις με τη διοργάνωση αγώνων και πρωταθλημάτων Μεικτές Πολεμικές Τέχνες (Mixed Martial Arts) με κανόνες, χρόνους, διαιτητές και έντονο μαχητικό πνεύμα.

Σημείωση: Κοινός παρονομαστής σε όλους όσους δίδαξαν Combatives στην διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, ήταν η παρότρυνσή τους προς τους μαθητές τους να ασκούν το μέγιστο της βίας μέχρις εσχάτου χωρίς σκέψη για τις συνέπειες και να οπλίζονται με την πρώτη ευκαιρία. Φυσικό αυτό αφού επρόκειτο για ένα αμιγώς πολεμικό σύστημα μάχης και μάλιστα εν καιρώ πολέμου.

Οι δύο αυτές φιλοσοφίες (παραδοσιακό και σύγχρονο Combatives) είναι πολύ διαφορετικές στην προσέγγισή τους. Οι μεν ένοπλες δυνάμεις του Ηνωμένου Βασιλείου εξακολουθούν να συγκεντρώνουν την διδαχή τους στην αρχική, παραδοσιακή προσέγγιση του Combatives, ενώ οι ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ στην σύγχρονη μορφή του Combatives, υιοθετώντας ακόμη και μάχη εδάφους.

Σήμερα υπάρχουν (συγκριτικά με τις παραδοσιακές πολεμικές τέχνες), ελάχιστοι δάσκαλοι παγκοσμίως που διδάσκουν την παραδοσιακή μορφή του Combatives όπως κωδικοποιήθηκε από τους δημιουργούς του.

Το Combatives σήμερα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τόσο απλή δομή, το σύστημα έχει εφαρμοστεί όχι μόνο σε κατάσταση πολέμου αλλά και σε αστικό περιβάλλον με μέτρο τους νόμους της εκάστοτε χώρας. Υπάρχουν ελάχιστοι δάσκαλοι με καθαρή γενεαλογική γραμμή στην παραδοσιακή μορφή του Combatives. Οι μαθητές της πρώτης και δεύτερης γενιάς έχουν αποβιώσει. Παραμένουν μόνο ελάχιστοι μαθητές τους, τρίτης γενιάς, εν ζωή που διδάσκουν ακόμα και σήμερα. Βρισκόμαστε πλέον στην τέταρτη γενιά, με ελάχιστους μαθητές άμεσα συνδεδεμένους με την γενεαλογική γραμμή των Combatives, που ασκούν ενεργή διδασκαλία του παραδοσιακού συστήματος.

Τα χαρακτηριστικά του παραδοσιακού Combatives, που ακολουθούν την παράδοση του Φαίρμπαιρν (Fairbairn), διδάσκονται σε πολίτες και αστυνομικούς. Περιλαμβάνουν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό την έννοια της πρόληψης παρά της καταστολής. Δηλαδή, η πρόληψη θεωρείται το πρώτο ενώ η καταστολή το τελευταίο στάδιο σε μια ενδεχόμενη συμπλοκή. Η πρόληψη (προ-λήψη) είναι στην ουσία η έγκαιρη λήψη μέτρων με σκοπό την αποτροπή μιας δυσάρεστης κατάστασης, δηλαδή, μιας συμπλοκής. Αν η συμπλοκή είναι αδύνατον να αποφευχθεί, η πρόληψη αποσκοπεί στη μείωση των συνεπειών της καταστολής και στην πιο ανώδυνη λύση της.

Αυτή η μεθοδολογία φέρνει το παραδοσιακό Combatives, σαν φιλοσοφία και τεχνοτροπία, πίσω στην αρχική του μορφή του Defendu, φτιαγμένο για αστική χρήση.

Για στρατιωτική (πολεμική) εφαρμογή, το Combatives φαίνεται ότι εξακολουθεί να είναι άκρως αποτελεσματικό στην αρχική μορφή που είχαν καθορίσει οι Φαίρμπαιρν (Fairbairn) και Σάικς (Sykes). Δηλαδή η πρόληψη δεν υφίσταται, ενώ η καταστολή θεωρείται το πρώτο και τελευταίο στάδιο μιας συμπλοκής.

Συμπέρασμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην ουσία το Combatives είναι η αποσταγμένη γνώση και μεθοδολογία τεχνικών που δοκιμάστηκαν στο πέρασμα των αιώνων στα διάφορα πεδία μάχης ανά τον κόσμο. Συνεπώς, έχει δοκιμαστεί επαρκώς σε πραγματικές συνθήκες μάχης σε βάθος χρόνου. Αυτό το καθιστά διαμετρικά αντίθετο με την αθλητική μορφή που αναπτύσσουν τα περισσότερα είδη παραδοσιακών πολεμικών τεχνών στις μέρες μας.

Το Combatives, από την σύλληψή του, δεν είχε τη δυνατότητα για μακροχρόνιες μελέτες όπως οι παραδοσιακές πολεμικές τέχνες. Αντιθέτως, οι ιδρυτές του επέλεξαν τις απλούστερες και αποτελεσματικότερες τεχνικές από ένα ευρύτατο φάσμα πολεμικών τεχνών από την αρχαιότητα μέχρι και τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Κατόπιν, τις προσάρμοσαν στον οπλισμό και τις συνθήκες της νέας εποχής.

Είχαν ελάχιστο χρόνο στην διάθεσή τους για να εκπαιδεύσουν μαχητές (περίπου 6 με 12 ώρες) ώστε να χρησιμοποιούν την μέθοδο και τεχνικές του αποτελεσματικά. Παρ’ όλα αυτά, κατόρθωσαν να δημιουργήσουν εξαιρετικά αποτελεσματικούς μαθητές (μαχητές) και να εισάγουν μια νέα, και άγνωστη μέχρι τότε, μεθοδολογία και μορφή μάχης σε σύγχρονους στρατούς.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Η ιστορία του William Ewart Fairbairn και η συμβολή του στη δημιουργία του Combatives: http://www.combatives.gr/william-fairbairn.php
  2. OSS Training in the National Parks and Service Abroad in World War II by John Whiteclay Chambers II (2008), U.S. National Park Service Washington, D.C., σελ. 192
  3. Kelly McCann (2009), Combatives for Street Survival, σελ. 19
  4. W. E. Fairbairn (1942), Get Tough, σελ. 32

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Get Tough! by William E. Fairbairn, 1942. Details basic commando techniques. Reprint ISBN 0-87364-002-0
  • Kill or Get Killed by Rex Applegate, 1943, 1954, 1976. Widely redistributed within the United States Marine Corps|USMC from 1991 as FMFRP 12-80. ISBN 0-87364-084-5
  • Cold Steel - John Styers ISBN 978-0873640251 | Edition: Reprint
  • Do or Die: A Supplementary Manual on Individual Combat - Anthony J. Drexel Biddle. ISBN 978-0873640282
  • Defendu - William Ewart Fairbairn. ISBN 978-1581606027
  • Scientific Self-Defense - William Ewart Fairbairn. ISBN 978-0866950039
  • All-In Fighting - William Ewart Fairbairn. ISBN 978-1847348531
  • Self Defense for Women and Girls - William Ewart Fairbairn
  • Shooting to Live: Expanded Edition - William Ewart Fairbairn and Eric Anthony Sykes. ISBN 978-1581606782
  • Combatives for Street Survival - Kelly McCann. ISBN 978-0897501767
  • The Legend of W.E. Fairbairn, Gentleman and Warrior: The Shanghai Years - Peter Robins with Nicholas Tyler. ISBN 978-0954949402

DVD[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "SELF-OFFENSE" A Hard-Core Guide to Offense-Based Defensive Tactics – with Kelly McCann, aka Jim Grover (DVD)
  • Kill or be Killed - Official training film of the US Army about close combat (2nd World War)

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]