Cadillac

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Το έμβλημα της Cadillac, στο εμπρόσθιο μέρος μίας Cadillac Brougham του 1989.

Η Cadillac (Κάντιλακ) είναι μία αμερικανική μάρκα κατασκευής αυτοκινήτων πολυτελείας, που ανήκει στον όμιλο της General Motors (GM). Είναι σήμερα ο παλαιότερος αμερικανικός κατασκευαστής αυτοκινήτων σε λειτουργία, καθώς και από τα παλαιότερα εμπορικά σήματα αυτοκινήτων στον κόσμο. Οι κυριότεροι ανταγωνιστές της είναι οι Mercedes-Benz, BMW, Lexus, Volvo και Saab, ενώ στη Βόρεια Αμερική και η Lincoln.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Tα πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Cadillac Model A του 1903.
Cadillac Series 452 V16 Convertible, του 1931.
Cadillac 90 Town Car, του 1940.
Cadillac με μακρύτερο μεταξόνιο (Limo) του 1941, το πρώτο έτος που οι προβολείς ενσωματώθηκαν στο σασί.

Ιδρύθηκε στις 22 Αυγούστου 1902, από τους William H. Murphy και Henry Martyn Leland, ως Cadillac Automobile Company. Οι ιδρυτές ονόμασαν έτσι την εταιρεία, προς τιμήν του Γάλλου εξερευνητή Antoine Laumet de La Mothe, sieur de Cadillac, ιδρυτή του Ντιτρόιτ εν έτει 1701, της πόλης που εξελίχθηκε στο παγκόσμιο κέντρο της αυτοκινητοβιομηχανίας.

Το 1909, η μάρκα εξαγοράστηκε από την General Motors και έγινε η πολυτελής εταιρεία του ομίλου, θέση την οποία διατηρεί μέχρι σήμερα. Κατά τα επόμενα 30 χρόνια, καθιερώθηκε ως η πολυτελέστερη μάρκα αυτοκινήτων των ΗΠΑ και ένα από τα σύμβολα της Αμερικής. Στο διάστημα αυτό, η Cadillac υπήρξε πρωτοπόρος σε πολλά αξεσουάρ στα αυτοκίνητα, καθώς υπήρξε η πρώτη εταιρεία που εισήγαγε πλήρως κλειστό αμάξωμα με οροφή από χάλυβα (1910) αντί από ξύλο, πλήρως ηλεκτρικά συστήματα (1912) για την ανάφλεξη (ηλεκτρική μίζα) και τους προβολείς, γυαλί με αντίσταση στη θραύση (1926) και το πρώτο χειροκίνητο κιβώτιο ταχυτήτων χωρίς συμπλέκτη (1928), υπό το όνομα Synchro-Mesh.

Παράλληλα, το 1914, η Cadillac έγινε η πρώτη αυτοκινητοβιομηχανία που έριξε σε μαζική παραγωγή κινητήρα V8. Από τότε έχει κατασκευάσει 8 γενιές κινητήρων V8 και ήταν και η τελευταία εταιρεία του ομίλου της General Motors που διατήρησε το δικό της ανεξάρτητο ντιζάιν στους V8 κινητήρες της, ενώ την εποχή του Μεσοπολέμου παρήγαγε και κινητήρες V12 και V16.

Στις 4 Ιανουαρίου 1930, στο Σαλόνι Αυτοκινήτου της Νέας Υόρκης, η Cadillac παρουσίασε τον πρώτο στην ιστορία της αυτοκίνησης 16-κύλινδρο κινητήρα. Ήταν διάταξης V16, είχε κυβισμό 452 κυβικές ίντσες (7,4 λίτρα) και ισχύ 185 ίππους και ήταν ένας από τους πιο ισχυρούς και αθόρυβους κινητήρες στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο κινητήρας αυτός τοποθετήθηκε στην σειρά μοντέλων Series 452, ενώ μεταγενέστερα και στα Series 60 και Series 90. Ως τον Aπρίλιο, 1.000 αντίτυπα είχαν κατασκευαστεί και ως τον Ιούνιο, 2.000 αντίτυπα. Ωστόσο, όταν οι επιπτώσεις της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης του 1929 άρχισαν να γίνονται αισθητές, η ζήτηση περιορίστηκε σε μόλις μερικές δεκάδες αυτοκίνητα ανά έτος και τελικώς η παραγωγή των κινητήρων V16 σταμάτησε τον Δεκέμβριο του 1939.

Γενικότερα, η τότε παγκόσμια οικονομική κρίση έφερε την εταιρεία στο χείλος του γκρεμού και το 1932 μάλιστα δημιουργήθηκε μία επιτροπή για να εξετάσει το ενδεχόμενο διακοπής της Cadillac. Σε σχετική συνεδρίαση που έλαβε χώρα μέσα σε πλοίο, το διοικητικό συμβούλιο της General Motors συμφώνησε να δώσει στον πρόεδρο της Cadillac, Nicholas Dreystadt, 18 μήνες για να παράγει καλύτερα αποτελέσματα.

Η Cadillac κατάφερε τελικώς να επιβιώσει της μεγάλης οικονομικής κρίσης, με το να είναι μέλος της GM. Ως το 1940 οι πωλήσεις της Cadillac αυξήθηκαν κατά δέκα φορές σε σύγκριση με το 1934, ενώ η ανάπτυξη και η εισαγωγή των V8, V12 και V16 βοήθησε την Cadillac να γίνει το «Standard of the World» («Πρότυπο του Κόσμου»). Στα μέσα του 1940, για την σεζόν του 1941, η Cadillac εισήγαγε το πρωτοποριακό Hydra-Matic Drive, το πρώτο πλήρως αυτόματο κιβώτιο σε αυτοκίνητο μαζικής παραγωγής, με επιπλέον χρέωση 125,00 δολάρια.

Τον Φεβρουάριο του 1942, λόγω της εισόδου των ΗΠΑ στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, η Cadillac ανέστειλε προσωρινά την παραγωγή αυτοκινήτων και άρχισε να κατασκευάζει αποκλειστικά στρατιωτικό υλικό για τις ανάγκες της χώρας, όπως συνέβη τότε και με το σύνολο των Αμερικανικών αυτοκινητοβιομηχανιών. Αμέσως μετά τη λήξη του Πολέμου, η παραγωγή της ξανάρχισε κανονικά και η πρώτη μεταπολεμική Cadillac κύλησε από τη γραμμή παραγωγής στις 17 Οκτωβρίου 1945. Τα πρώτα χρόνια μετά την επανεκκίνηση της παραγωγής, προσφέρονταν τα ίδια μοντέλα πριν την παύση. Από το 1948, εμφανίστηκε η επόμενη γενιά μοντέλων της εταιρείας.

Η ενδοξη περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Cadillac Sixty Special του 1948, το πρώτο έτος με καμπυλωτό παρμπρίζ και πίσω πτερύγια («tailfins»), σε έγχρωμη (!) φωτογραφία τον Μάιο του 1952.
Cadillac Eldorado Brougham του 1957 / εμπρός.
Cadillac Eldorado Brougham του 1957 / πίσω.
Cadillac Fleetwood του 1959 / τα χαρακτηριστικά πίσω πτερύγια, από το πλάι.
Cadillac Fleetwood του 1959 / τα χαρακτηριστικά πίσω πτερύγια, από πίσω.
Cadillac Fleetwood του 1959 / εμπρός.
Cadillac Fleetwood Brougham του 1971.

Κατά τη δεκαετία του 1950 και τη δεκαετία του 1960, η Cadillac γνώρισε ημέρες μεγάλης δόξας, τόσο στις ΗΠΑ, όσο και σε άλλες ηπείρους, ως το απαύγασμα πολυτέλειας και τεχνολογίας, καθώς και τεράστιων διαστάσεων και επιβλητικού ντιζάιν. Μάλιστα οι εξωτερικές διαστάσεις των μοντέλων της ήταν αισθητά μεγαλύτερες ακόμα και ως προς τα (γενικώς) υπερβολικά μεγάλα Αμερικανικά αυτοκίνητα των τότε δεκαετιών.

Το ίδιο συνέβη ταυτόχρονα και με τους V8 κινητήρες της. Το 1949 μάλιστα, ένα μεταγενέστερο μοντέλο του κινητήρα V8, που είναι γνωστό ως το σύστημα overhead valve (εναέριες βαλβίδες - δηλαδή είχαν τοποθετηθεί πάνω στην κυλινδροκεφαλή, όταν η τοποθέτηση των βαλβίδων στα πλαϊνά, πίσω από το πιστόνι / έμβολο ήταν ακόμα κοινή), έθεσε το πρότυπο για ολόκληρη την αμερικανική αυτοκινητοβιομηχανία. Το αποκορύφωμα των τεράστιων κυβισμών, ήρθε την σεζόν (model year) του 1968, με τον νέο κινητήρα 472 κυβικών ιντσών (7,7 λίτρων) που αυξήθηκε σε 500 κυβικές ίντσες (8,2 λίτρα) στην Cadillac Eldorado του 1970, αν και είχε σχεδιαστεί για τελική μέγιστη χωρητικότητα 600 κυβικών ιντσών, δηλαδή 9,8 λίτρα!

Το ντιζάιν της, επίσης, έγινε πραγματικά εντυπωσιακό και έθεσε τα στάνταρ της μόδας για την τότε αυτοκινητοβιομηχανία των ΗΠΑ, καθώς:

  • Από το 1948, καθιέρωσε το καμπυλωτό παρμπρίζ.
  • Ταυτόχρονα, εισήγαγε τους προεξέχοντες δοκούς «σαν οβίδες», στους μπροστινούς προφυλακτήρες. Καθώς η δεκαετία του 1950 προχωρούσε, οι προεξέχοντες δοκοί γίνονταν σταδιακά όλο και μεγαλύτεροι. Σύντομα έγιναν γνωστοί σαν «Dagmars», όρος που παρέπεμπε στο καλλιτεχνικό όνομα της αισθησιακής ηθοποιού της τηλεόρασης Dagmar (πραγματικό όνομα Virginia Ruth Egnor). Την σεζόν του 1958, οι δοκοί μειώθηκαν σε μέγεθος και από την σεζόν του 1959 καταργήθηκαν.
  • Μαζί με τα «Dagmars», η πρώτη γενιά της Cadillac Eldorado, που λανσαρίστηκε το 1953, εισήγαγε και το χαρακτηριστικό πανοραμικό παρμπρίζ και τα επιχρωμιωμένα καλύμματα των μπροστινών προβολέων, γνωστά ως «cadet vizors».
  • Κατά τη δεκαετία του 1950 υιοθετήθηκε το χρώμιο και για τις γρίλιες και άλλα σημεία των αυτοκινήτων της, αν και στη δεκαετία του 1960 οι ποσότητες χρωμίου μειώθηκαν εμφανώς.
  • Τα πασίγνωστα πίσω πτερύγια («tailfins») εμφανίστηκαν το 1948 στην Cadillac Sixty Special. Το σχεδιαστικό αυτό στοιχείο είχε επινοήσει ο επικεφαλής σχεδίασης Harley J. Earl (Xάρλεϊ Eρλ), μαζί με το βοηθό του, Tζούλιο Aντράντε. Η αρχική έμπνευση του Eρλ προήλθε από την σχεδίαση του πολεμικού αεροσκάφους Lockheed P38 Lightning και ο ίδιος μετά τελειοποίησε την έρευνά του με μία επίσκεψη στο αεροδρόμιο Selfridge Field. Αυτά τα πίσω πτερύγια έμελλαν να καθορίσουν το ντιζάιν των αυτοκινήτων για δεκαετίες, τόσο στην Αμερική, όσο και σε άλλες χώρες του πλανήτη. Τα πτερύγια αυξάνονταν σε ύψος, χρόνο με το χρόνο, με σχεδιαστικές εμπνεύσεις από τους διαστημικούς πυραύλους της τότε διαστημικής εποχής, κατά τη διάρκεια του παγκόσμιου ανταγωνισμού για την τεχνολογία, κατά την εποχή του Ψυχρού Πολέμου. Το 1959 έφτασαν στο απόλυτο μέγιστο ύψος τους, 97 εκατοστά, μόλις 40 εκατοστά χαμηλότερα από την οροφή. Όλες οι Cadillac του 1959 ήταν η επιτομή των πιο ακραίων και αναγνωρίσιμων πίσω πτερυγίων που έχουν υπάρξει ποτέ, οποιουδήποτε αυτοκινήτου παραγωγής. Ταυτόχρονα, τα πίσω φώτα σε σχήμα κεριών έδιναν ακόμα μεγαλύτερη έμφαση στο οδοντωτό σχήμα των πτερυγίων. Μάλιστα για αρκετά χρόνια, πολλοί έμποροι αυτοκινήτων έβαζαν, όταν νύχτωνε, τα μοντέλα μέσα στις αντιπροσωπείες έτσι ώστε να φαίνεται από τους εξωτερικούς περαστικούς το πίσω μέρος των αυτοκινήτων, αντί για το μπροστινό (κάτι πραγματικά πρωτοφανές και ανεπανάληπτο σε ολόκληρη την ιστορία της παγκόσμιας αυτοκίνησης!) και άφηναν επίτηδες τα φώτα των αυτοκινήτων αναμμένα για όλη την νύχτα, με σκοπό να προσελκύσουν την προσοχή των περαστικών με ένα εντυπωσιακό θέαμα. Η μόδα αυτή γνώρισε τέτοια απήχηση, ώστε οι προμηθευτές προσέφεραν ακόμα και aftermarket πίσω πτερύγια, κατάλληλα σχεδιαστικώς για παλαιότερα μοντέλα. Μεταξύ του 1960 και του 1964, οι διαστάσεις των πίσω πτερυγίων μειώνονταν σταθερά κάθε χρόνο και από το 1965 περιορίστηκαν οριστικά σε δύο λεπτούς κάθετους σχηματισμούς, έναν σε κάθε πίσω γωνία του αμαξώματος, με τα πίσω φώτα μέσα σε αυτούς.

Επίσης και οι καινοτομίες συνεχίζονταν:

  • Το 1953, εισήγαγε σύστημα κλιματισμού.
  • Η Cadillac Eldorado Brougham του 1957 προσέφερε μία λειτουργία «μνήμης για την θέση του οδηγού», που επέτρεπε αποθήκευση για τις θέσεις του καθίσματος του οδηγού, έτσι ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν από διαφορετικούς οδηγούς.
  • Το ίδιο μοντέλο, επίσης, παρουσίασε την πρώτη σε παγκόσμια κλίμακα αερανάρτηση.
  • Το 1964, η Cadillac καθιέρωσε το πρώτο πλήρως αυτόματο σύστημα θερμαντήρα & κλιματισμού, που επιτρέπει στον οδηγό να καθορίσει μία επιθυμητή θερμοκρασία, που μετά διατηρείται από το «climate control» (έλεγχος του κλιματισμού).
  • Στα τέλη της δεκαετίας του 1960, η Cadillac εισήγαγε σύστημα προειδοποίησης οπτικών ινών, για να ειδοποιεί τον οδηγό σε τυχόν βλάβη στους λαμπτήρες πυράκτωσης.
  • Από την σεζόν (model year) του 1971, όλες οι πισωκίνητες Cadillac άρχισαν να προσφέρουν ABS (Anti-lock Braking System / Σύστημα Αντιμπλοκαρίσματος Τροχών) υπό το όνομα «Trackmaster» (το οποίο όμως ενεργούσε μόνο στους πίσω τροχούς - το πρώτο ABS που ενεργούσε και στους 4 τροχούς, εισήχθη την ίδια σεζόν από την Chrysler, υπό το όνομα «Sure Brake», στο Imperial).
  • Από τα τέλη του 1973 έως το 1976, προσέφερε ακόμα και μπροστινούς αερόσακους οδηγού / συνοδηγού, ως προαιρετική επιλογή σε κάποια πολυτελή μοντέλα της.

Όλα αυτά σηματοδότησαν την έναρξη μίας περιόδου καλτ εικόνας των αυτοκινήτων της, καθιέρωσης των μοντέλων της Cadillac ως σύμβολα κοινωνικού στάτους και πίστης των αγοραστών στη φίρμα, που όμοιά της υπάρχει μόνο σε φίρμες όπως την Porsche και την Ferrari. Ιδιαίτερα τα αυτοκίνητα αυτής της περιόδου παραμένουν αντικείμενο λατρείας από πολλούς οπαδούς της αυτοκίνησης, για τους οποίους τα ιστορικά ονόματα Eldorado (ιδίως η Eldorado Brougham του 1957), De Ville, Fleetwood και Sixty Special εξακολουθούν να θεωρούνται «ιερά». Σε παγκόσμια κλίμακα μάλιστα, οι τεράστιες επιχρωμιωμένες Cadillac των τότε δεκαετιών θεωρούνται ακόμα και σήμερα από πολλούς ως ένα από τα σύμβολα του Nέου Kόσμου, μαζί με τα fast food, την Coca Cola, τους ουρανοξύστες, το αμερικανικό ποδόσφαιρο, τις ταινίες western και τους cowboys.

Το 1968 μάλιστα, οι πωλήσεις της Cadillac ξεπέρασαν για πρώτη φορά το ψυχολογικό όριο των 200.000 αυτοκινήτων και το 1970, επίσης, οι πωλήσεις της Cadillac ξεπέρασαν για πρώτη φορά ακόμα και αυτές της Chrysler,[1] που θεωρείται επίσημα ως ημι-πολυτελής εταιρεία.

Επιπτώσεις των πετρελαϊκών κρίσεων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Cadillac De Ville του 1977 - 1979.
Cadillac Fleetwood Brougham του 1980 - 1986.
Cadillac Eldorardo Convertible του 1985.
Cadillac De Ville του 1985 - 1988.
Cadillac Seville του 1986 - 1988.
Cadillac Eldorardo του 1986 - 1991.

Το μεγάλο πλήγμα ήρθε ξαφνικά και απρόβλεπτα τον Οκτώβριο του 1973, όταν χτύπησε η πρώτη πετρελαϊκή κρίση. Το σύνολο των μοντέλων της Αμερικανικής αυτοκίνησης βρέθηκε ξαφνικά εκτός τόπου και χρόνου σε έναν κόσμο που κυριολεκτικά αγωνιζόταν να εξοικονομήσει και την τελευταία σταγόνα καυσίμου, αν συνυπολογιστεί ότι η τιμή της βενζίνης διεθνώς σημείωσε τρομακτική άνοδο μέσα σε λίγους μήνες και ότι τα όρια ταχύτητας σε όλα τα κράτη μειώθηκαν για λόγους οικονομίας καυσίμων. Ειδικότερα στις ΗΠΑ θεσπίστηκε τότε ενιαίο όριο ταχύτητας, όλων των αυτοκινητοδρόμων της χώρας, στα 55 μίλια / ώρα (88 χιλιόμετρα / ώρα).

Οι συνέπειες ήταν ακόμα βαρύτερες στην Cadillac, η οποία κατέληξε εν ριπή οφθαλμού να θεωρηθεί ως μία εταιρεία άκρως αντιεμπορική, με μοντέλα που άρχισαν ξαφνικά να δέχονται ασφυκτικές πιέσεις από τα μικρότερα και οικονομικότερα ευρωπαϊκά και ιαπωνικά αυτοκίνητα. Η κατάσταση επιδεινώθηκε περαιτέρω με την δεύτερη συνεχόμενη πετρελαϊκή κρίση, η οποία ξέσπασε το 1979 και οξύνθηκε ραγδαία το 1980.

Προσπαθώντας τότε να απαντήσει η Cadillac, αναγκάστηκε για πρώτη φορά στην ιστορία της να συρρικνώσει τα μοντέλα της, όπως συνέβη τότε και με όλες τις αμερικανικές αυτοκινητοβιομηχανίες. Το πρώτο δείγμα ήταν η εισαγωγή της εμφανώς μικρότερης Cadillac Seville, τον Απρίλιο του 1975, ως μοντέλο 1976. Το νέο αυτό μοντέλο έφερε στάνταρ το πρώτο ηλεκτρονικό σύστημα ψεκασμού καυσίμου (electronic fuel injection system) στην ιστορία της Cadillac. Δύο συνεχείς συρρικνώσεις των μεγάλων μοντέλων της, De Ville και Fleetwood, έγιναν για τις σεζόν του 1977 και του 1985, ενώ στην δεύτερη συρρίκνωση τα αυτοκίνητα αυτά, επίσης, άλλαξαν από πισωκίνητα σε μπροστοκίνητα. Μία μικρότερη Eldorado εμφανίστηκε το 1979, με μία νέα γενιά της Seville να τοποθετείται στην ίδια πλατφόρμα το 1980. Για την σεζόν του 1986, και τα δύο μοντέλα (Eldorado και Seville) υπέστησαν και άλλη συρρίκνωση, πέφτοντας πλέον στην κατηγορία των «compact» πολυτελών αυτοκινήτων. Το ίδιο έτος όμως, σημειώθηκε μία μεγάλη πτώση των τιμών του πετρελαίου διεθνώς και η αγορά αντέδρασε εντελώς αρνητικά, με τις πωλήσεις να πέφτουν κατακόρυφα - ιδίως της Eldoradο, της οποίας έφτασαν μόλις στο 60% των πωλήσεων του 1985 και στο 1/5 των πωλήσεων του 1984.

Επιπλέον, για την σεζόν του 1981, στα πλαίσια της εξοικονόμησης καυσίμου, η Cadillac εισήγαγε τον κινητήρα «L62» 368 κυβικών ιντσών (6.0 λίτρων), που αναφερόταν και ως V8-6-4, λόγω του ότι έφερε ένα σύστημα διακοπής λειτουργίας των 2 ή 4 από τους 8 κυλίνδρους. Το σύστημα αυτό ονομαζόταν «Modulated Displacement» και είχε αναπτυχθεί από την Eaton Corporation. Βασιζόταν σε υπολογιστές που παρακολουθούσαν τον κινητήρα, αποφασίζοντας διαρκώς πόσοι κύλινδροι θε έπρεπε να τεθούν εκτός λειτουργίας, προκειμένου να επιτευχθεί η μικρότερη δυνατή κατανάλωση καυσίμου. Στην θεωρία προέβλεπε: 8 κυλίνδρους κατά την εκκίνηση, 6 κυλίνδρους κατά την συνήθη οδήγηση και μόλις 4 κυλίνδρους κατά την οδήγηση στον αυτοκινητόδρομο. Οι μεταβολές του αριθμού ήταν ομαλές και οι περισσότεροι οδηγοί δεν αντιλαμβάνονταν μεγάλες αλλαγές στην οδήγηση. Στην πράξη ωστόσο, η ηλεκτρονική Μονάδα Ελέγχου του Κινητήρα (Engine Control Module) απεδείχθη εντελώς ανίκανη για αποτελεσματικό έλεγχο της διακοπής λειτουργίας των κυλίνδρων υπό όλα τα πιθανά φορτία, ενώ και η ταχύτητα αντίδρασής της ήταν απελπιστικά αργή. Είναι εντυπωσιακό ότι η Cadillac, προσπαθώντας να βελτιώσει την αξιοπιστία της Μονάδας Ελέγχου, εξέδωσε μέσα σε 1 έτος δεκατρία βελτιωμένα τσιπ για αυτήν, παρόλα αυτά όμως, η κατάληξη ήταν ότι πολλοί αντιπρόσωποι της Cadillac έφτασαν στο σημείο να αποσυνδέουν οι ίδιοι το σύστημα «Modulated Displacement», αφήνοντας έτσι τα αυτοκίνητα με μόνιμα V8 κινητήρα.

Η αναξιοπιστία του ήταν τέτοια, ώστε ο «L62» 368 κ.ι. (6.0 λίτρων) κράτησε μόλις για 1 σεζόν και μετά το 1981 διακόπηκε, εκτός των Fleetwood Limousine, όπου διατηρήθηκε ως ο στάνταρ κινητήρας. Το 1982, αντικαταστάθηκε από έναν ελαφρύτερο V8 4.1 λίτρων, τον «HT-4100» (HT: High Technology), που έγινε ο στάνταρ κινητήρας για τις Seville, Eldorado και για πολλές εκδόσεις της De Ville (στάνταρ σε όλες από το 1985), ενώ ήταν προαιρετικός στην Fleetwood. Tελικώς όμως, ο «HT-4100» απεδείχθη επίσης αναξιόπιστος, με πλήθος από δυσλειτουργίες και προκαλούμενες ζημιές και κόστισε στην Cadillac μεγάλο αριθμό υποψήφιων αγοραστών.

Ένα άλλο αρνητικό σημείο, ήταν η προσφορά ενός κινητήρα diesel V8 της Oldsmobile, του «LF9» 350 κ.ι. (5.7 λίτρων) σε όλα τα μεγάλα μοντέλα της, στο διάστημα 1978 - 1985. Ένας diesel V6 ήταν επίσης διαθέσιμος για την σεζόν του 1985, σε ορισμένα από αυτά, αλλά γρήγορα αποσύρθηκε. Καθώς ο συγκεκριμένος V8 κινητήρας αναπτύχθηκε πάρα πολύ γρήγορα, με κάποιες αλλαγές που έγιναν σε έναν ήδη υπάρχοντα βενζινοκινητήρα (τον Rocket 350 V8 της Oldsmobile), αντί να σχεδιαστεί «από λευκό χαρτί», προκειμένου να βρεθεί επειγόντως οικονομικότερη λύση για του πελάτες που επιζητούσαν οικονομία καυσίμων, ο «LF9» υπέστη και αυτός καταστροφική αναξιοπιστία και τελικώς διακόπηκε.

Ανασυγκρότηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Cadillac Fleetwood Brougham (1993 - 1996).
Cadillac Seville SΤS (1995 - 1997).
Cadillac Seville SΤS (1998 - 2003).
Cadillac De Ville του 1997 - 1999.
Cadillac De Ville του 2004.
Τα πίσω φώτα LΕD μίας Cadillac De Ville (2000 - 2005), σε aftermarket μακρύτερη εκδοχή αμαξώματος.
Cadillac DTS του 2006 - 2007.
Cadillac Escalade του 2007 - 2008.

Η Cadillac αποφάσισε τότε να προβεί σε εκ νέου αύξηση των διαστάσεων των μοντέλων της και κατέβαλε, επίσης, σκληρή προσπάθεια να επανέλθει στο προσκήνιο ως μία εταιρεία με υψηλό τεχνολογικό επίπεδο. Η πρώτη προτεραιότητά της, ήταν να ξανακερδίσει κύρος στις νέες τεχνολογίες και στην ενεργητική και παθητική ασφάλεια.

Το πρώτο βήμα ήρθε το 1986, όταν εμφανίστηκε στην De Ville Σύστημα Αντιμπλοκαρίσματος Τροχών (ABS) και στους 4 τροχούς, που είχε αναπτυχθεί από την εταιρεία Teves, καθώς και εργοστασιακής τοποθέτησης κινητό τηλέφωνο, αν και η τιμή του έξτρα τηλεφώνου ήταν 2.850 επιπλέον δολάρια, ποσό εξαιρετικά υψηλό για την εποχή. Ως το 1990, το ABS και στους 4 τροχούς έγινε σταδιακά στάνταρ σε όλα τα μοντέλα της εταιρείας. Το 1989, για την σεζόν του 1990, ο αερόσακος επανήλθε σε όλες τις Cadillac (πλην της Cadillac Brougham, η οποία έφτασε έως το 1992) και αυτή τη φορά ως στάνταρ, αν και πριν την σεζόν του 1993 (σεζόν του 1994 για την De Ville) υπήρχε μόνο για τον οδηγό.

Το τελευταίο παραδοσιακό πισωκίνητο σεντάν τεράστιων διαστάσεων, που συνέχιζε την παράδοση των αμερικανικών λιμουζινών του παρελθόντος, η Cadillac Fleetwood, υιοθέτησε ένα πιο αεροδυναμικό ντιζάιν το 1993, με αεροδυναμικό συντελεστή Cd 0,36 και ταυτόχρονα στάνταρ 2 αερόσακους και Σύστημα Ελέγχου Πρόσφυσης (traction control system). Aπό την σεζόν (model year) του 1994, εξοπλίστηκε με τον 5.7 V8 κινητήρα της Chevrolet Corvette, βελτιώνοντας περαιτέρω και της επιδόσεις της. Παρόλα αυτά όμως, δεν μπόρεσε να αναθερμάνει το ενδιαφέρον του αμερικανικού αγοραστικού κοινού για τα αυτοκίνητα αυτού του είδους και τελικώς διακόπηκε οριστικά το 1996.

Το 1991, για την σεζόν (model year) του 1992, οι Cadillac Seville και Cadillac Eldorado επανασχεδιάστηκαν και κέρδισαν σε μέγεθος, συνεχίζοντας να βασίζονται σε κοινή πλατφόρμα (με την Seville να παραμένει το 4-πορτο sedan και την Eldorado το 2-πορτο coupé) και να έχουν ομοιότητες στο ντιζάιν. Οι πωλήσεις τους άρχισαν πάλι να ανεβαίνουν, αν και ποτέ δεν ξαναέφτασαν στα παλαιότερα επίπεδα. Το 1993 προστέθηκε στάνταρ αερόσακος συνοδηγού και στα δύο μοντέλα και το φθινόπωρο του 1996, για την σεζόν του 1997, άρχισαν (μαζί με την De Ville) να προσφέρουν το πρωτοποριακό σύστημα τηλεματικής OnStar, για πρώτη φορά στον όμιλο της General Motors.

Η Seville ανανεώθηκε το 1998, αποκτώντας και στάνταρ πλευρικούς αερόσακους. Το 2002 η έκδοση Seville STS υιοθέτησε μία ακόμα καινοτομία, την πρώτη παγκοσμίως Μαγνητικά Ελεγχόμενη Απόσβεση Ανάρτησης (γνωστή ως MagneRide), η οποία σήμερα προσφέρεται σε πολλά μοντέλα της Cadillac. Τελικώς, η ισχυρότερη έκδοση STS σταμάτησε να παράγεται τον Mάιο του 2003, ενώ η άλλη έκδοση, η SLS, τον Δεκέμβριο του 2003. Το 2005 αντικαταστάθηκε από την Cadillac STS, η οποία πήρε τον όνομά της από την ισχυρότερη έκδοση της Seville, την Seville STS. Αντιθέτως, η Eldorado δεν υπέστη άλλη ανανέωση και αποσύρθηκε οριστικά από την παραγωγή το 2002, χωρίς να υπάρξει ποτέ διάδοχος.

Το 1989 εισήχθη η 8-η γενιά της Cadillac De Ville, η οποία επίσης κέρδισε σημαντικά σε μέγεθος και μέσα στο ίδιο έτος απέκτησε στάνταρ αερόσακο οδηγού. Το 1994 λανσαρίστηκε η 9-η γενιά της, που είχε στάνταρ 2 αερόσακους και για πρώτη φορά βασίστηκε στην ίδια πλατφόρμα με την Seville, αλλά με μακρύτερο μεταξόνιο. Το 1996, για την σεζόν του 1997, υπέστη ένα λίφτινγκ στο μπροστινό μέρος και ταυτόχρονα έγινε το πρώτο αμερικανικό αυτοκίνητο με πλευρικούς αερόσακους και Σύστημα ελέγχου ευστάθειας ESP (υπό το όνομα «StabiliTrak»), όλα ως στάνταρ, ενώ άρχισε να προσφέρει το πρωτοποριακό σύστημα τηλεματικής OnStar, όπως προαναφέρθηκε. Τον Αύγουστο του 1999 (για την σεζόν του 2000) λανσαρίστηκε η 10-η γενιά της, με αεροδυναμικό συντελεστή Cd 0,30 και δύο εντυπωσιακές καινοτομίες:

  • Ήταν το πρώτο αυτοκίνητο παγκοσμίως με (προαιρετικό στην ισχυρότερη έκδοση, την DTS) σύστημα που επέτρεπε ορατότητα την νύχτα, υπό το όνομα «Night Vision» («Νυχτερινή Όραση»). Μία θερμογραφική κάμερα ανίχνευε την θερμική ακτινοβολία που εκπέμπουν τα αντικείμενα και απεικόνιζε στο παρμπρίζ ότι ήταν πέραν του οπτικού πεδίου που μπορούν να φωτίσουν τα λεγόμενα μακρινά φώτα.[2]
  • Επίσης, ήταν το πρώτο αυτοκίνητο παγκοσμίως με πίσω φώτα που αντί για τους παραδοσιακούς λαμπτήρες, διέθεταν στάνταρ το σύστημα που είναι γνωστό ως LΕD (Light-Εmitting Diode / Δίοδος Εκπομπής Φωτός), φωτίζοντας έτσι πολύ δυνατότερα.[3]

Ειδικότερα ωστόσο, το σύστημα Night Vision δεν βρήκε τότε μεγάλη απήχηση στο αγοραστικό κοινό και τελικώς διακόπηκε στα τέλη του 2004. Η παραγωγή της τελευταίας γενιάς που έφερε το όνομα De Ville, έληξε τον Ιούνιο του 2005 και αντικαταστάθηκε αμέσως από την Cadillac DTS. Η DTS πήρε το όνομά της από την ισχυρότερη έκδοση της De Ville, την De Ville DTS, όπως είχε συμβεί και με την Cadillac Seville και την διάδοχο Cadillac STS, όπως και με την Cadillac Catera και την διάδοχο Cadillac CTS. Στις ΗΠΑ και τον Καναδά η Cadillac DTS είναι επί του παρόντος η ναυαρχίδα της εταιρείας, ενώ στα άλλα κράτη διεθνώς η ναυαρχίδα της Cadillac είναι η STS.

Ως απάντηση στην νέα μόδα των SUV και ιδίως στον καινούριο εγχώριο αντίπαλο, το Lincoln Navigator, που είχε πρωτοκυκλοφορήσει τον Αύγουστο του 1997, πετυχαίνοντας εξαιρετικά υψηλές πωλήσεις, το 1998 η Cadillac λανσάρισε το πρώτο SUV στην ιστορία της: την Cadillac Escalade, ως μοντέλο 1999, με στάνταρ τετρακίνηση. Η πρώτη γενιά της Escalade (έως το 2000) ήταν αισθητικά μία σχεδόν πανομοιότυπη εκδοχή του GMC Yukon Denali, με μικρές μόνο διαφοροποιήσεις στο σαλόνι και δεν γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Αντιθέτως, η δεύτερη γενιά της (από τον Ιανουάριο του 2001, ως μοντέλο 2002) εναρμονίστηκε πλήρως αισθητικά με το σύνολο της παλέτας των μοντέλων της εταιρείας και σημείωσε τεράστια επιτυχία. Η ίδια συνταγή ακολουθήθηκε και με την τρίτη γενιά της (από τον Ιανουάριο του 2006, ως μοντέλο 2007), η οποία ξεκίνησε με επίσης υψηλές πωλήσεις στις ΗΠΑ, σε τέτοιο βαθμό που μάλιστα άρχισε για πρώτη φορά να εξάγεται επίσημα και στην Ευρώπη, αλλά από το 2008 και μετά οι πωλήσεις της, εντός και εκτός, επλήγησαν βαρύτατα από την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008.

Εποχή «Αrt and Science»[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Cadillac επιμένει να αντιστέκεται στην τάση για την παραγωγή «ρετρό» μοντέλων, όπως συνέβη με την αναβίωση του Mini (1959) με το BMW Mini (2000), του Volkswagen Beetle με το Volkswagen New Beetle, του Fiat 500 (1957) με το Fiat 500 (2007) και του Ford Thunderbird. Αντιθέτως, έχει επιλέξει μία νέα σχεδιαστική φιλοσοφία για τον 21ο αιώνα, που ονομάζεται «Αrt and Science» (Τέχνη και Επιστήμη), για την οποία λέει ότι «ενσωματώνει έντονες, καθαρές μορφές και οξείες άκρες - ένα λεξιλόγιο μορφών που εκφράζει έντονο, υψηλής τεχνολογίας σχεδιασμό και επικαλείται την υπάρχουσα τεχνολογία για να διαμορφώσει το design». Αυτή η νέα σχεδιαστική γλώσσα έχει εξαπλωθεί από την αρχική CTS σε ολόκληρη τη γραμμή, μέχρι και το roadster Cadillac XLR.

Η σημερινή παλέτα των μοντέλων της Cadillac περιλαμβάνει πισωκίνητα και τετρακίνητα sedan (Cadillac ATS, Cadillac CTS και Cadillac STS), coupé (πρόσφατη έκδοση της CTS, από την άνοιξη του 2010), crossover (Cadillac SRX) και SUV (Cadillac Escalade). Δύο πρόσφατες εξαιρέσεις, που όμως έχουν αποσυρθεί σήμερα από την παραγωγή, ήταν η μπροστοκίνητη Cadillac DTS (2005 - 2011) και η μπροστοκίνητη Cadillac BLS (2005 - 2009), η οποία όμως δεν κυκλοφόρησε στη Βόρεια Αμερική. Πολλά από αυτά ανταγωνίζονται με καθιερωμένα high-end πολυτελή αυτοκίνητα που παράγονται από Γερμανούς και Ιάπωνες κατασκευαστές. Η ναυαρχίδα των προσπαθειών αυτών είναι η δεύτερη γενιά της Cadillac CTS-V, που είναι άμεσος ανταγωνιστής της BMW M5. Μια αυτόματη έκδοση της CTS-V κατάφερε να διανύσει την πίστα του Nürburgring σε χρόνο 7:59.32 - στην εποχή του ήταν ρεκόρ για όλα τα sedan μαζικής παραγωγής.

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Flory, p.721.
  2. GM (January 16, 2000). «Cadillac Introduces "Night Vision" Technology». Press release.
  3. «What are LED taillights?». Ask.cars.com

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Bonsall, Thomas E. (2004). The Cadillac story: the postwar years. Stanford University Press. ISBN 978-0-8047-4942-8.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα