1-βουτίνιο
| 1-βουτίνιο | |||
|---|---|---|---|
| Γενικά | |||
| Όνομα IUPAC | 1-βουτίνιο | ||
| Άλλες ονομασίες | Αιθυλακετυλένιο | ||
| Χημικά αναγνωριστικά | |||
| Χημικός τύπος | C4H6 | ||
| Μοριακή μάζα | 54,091 amu | ||
| Σύντομος συντακτικός τύπος |
CH3CH2C≡CH | ||
| Συντομογραφίες | EtC≡CH | ||
| Αριθμός CAS | 107-00-6 | ||
| SMILES | C#CCC | ||
| InChI | 1S/C4H6/c1-3-4-2/h1H,4H2,2H3 | ||
| ChemSpider ID | 7558 | ||
| Δομή | |||
| Ισομέρεια | |||
| Ισομερή θέσης | 8 | ||
| Φυσικές ιδιότητες | |||
| Σημείο τήξης | −125,7 °C | ||
| Σημείο βρασμού | 8,08 °C | ||
| Πυκνότητα | 678,3 kg/m3 (υγρό) | ||
| Εμφάνιση | Άχρωμο αέριο | ||
| Χημικες ιδιότητες | |||
| Θερμότητα πλήρους καύσης |
2.381,5 kJ | ||
| Επικινδυνότητα | |||
| Η κατάσταση αναφοράς είναι η πρότυπη κατάσταση (25°C, 1 Atm) εκτός αν σημειώνεται διαφορετικά |
|||
To βουτίνιο-1 (βιβλιογραφικά κυριαρχούσα ελληνική έκδοση της κατά IUPAC ονοματολογίας) ή 1-βουτίνιο ή βουτ-1-ίνιο (άλλες ελληνικές εκδόσεις της κατά IUPAC ονοματολογίας) ή αιθυλακετυλένιο ή αιθυλαιθίνιο (ονομασίες κατά τις οποίες η ένωση θεωρείται παράγωγη του αιθίνιου) είναι το μέλος της ομόλογης σειράς των αλκινίων, δηλαδή ένας ακόρεστος, άκυκλος υδρογονάνθρακας με ένα τριπλό δεσμό. Ο χημικός της τύπος είναι: C4H6, ενώ ο σύντομος συντακτικός της: CH3CH2C≡CH. Είναι ένα άκρως εύφλεκτο άχρωμο αέριο[1] που χρησιμοποιείται ευρύτατα ως καύσιμο και ως πρώτη ύλη σύνθεσης άλλων οργανικών ενώσεων. Έχει οκτώ (8) ισομερή:
- Το βουτίνιο-2: Ένα αλκίνιο.
- Το βουταδιένιο-1,2: Ένα αλκαδιένιο.
- Το βουταδιένιο-1,3: Ένα αλκαδιένιο.
- Το κυκλοβουτένιο: Ένα κυκλοαλκένιο.
- Το 1-μεθυλοκυκλοπροπένιο: Ένα κυκλοαλκένιο.
- Το 3-μεθυλοκυκλοπροπένιο: Ένα κυκλοαλκένιο.
- Το μεθυλενοκυκλοπροπάνιο: Ένα κυκλοαλκένιο.
- Το δικυκλοβουτάνιο: Ένα δικυκλοαλκάνιο.
Ονοματολογία [Επεξεργασία]
Η ονομασία «βουτίνιο-1» προέρχεται από την ονοματολογία κατά IUPAC. Συγκεκριμένα, το πρόθεμα «βουτ-» δηλώνει την παρουσία τεσσάρων (4) ατόμων άνθρακα ανά μόριο της ένωσης, το ενδιάμεσο «-ιν-» δείχνει την παρουσία ενός (1) τριπλού δεσμού μεταξύ ατόμων άνθρακα στο μόριο και η κατάληξη «-ιο» φανερώνει ότι δεν περιέχει χαρακτηριστικές ομάδες, δηλαδή ότι είναι υδρογονάνθρακας. Τέλος, ο αριθμός θέσης «-1» στο τέλος αναφέρεται στη θέση του ατόμου άνθρακα από το οποίο ξεκινά ο τριπλός δεσμος.
Δομή [Επεξεργασία]
Τα δυο (2) άτομα άνθρακα, του τριπλού δεσμού, που περιέχει βρίσκονται σε υβριδισμό sp και συνδέονται με τριπλό δεσμό, δηλαδή ένα (1) σ και δύο (2) π. Το άλλο βρίσκεται σε sp3 υβριδισμό. Οι π-δεσμοί στο μόριο του βουτινίου-1 είναι υπεύθυνος για τη χρήσιμη δραστικότητά του. Ή περιοχή του διπλού δεσμού χαρακτηρίζεται από (σχετικά) υψηλή ηλεκτρονιακή πυκνότητα, που επομένως είναι ευάλωτη σε επιδράσεις ηλεκτρονιόφιλων. Πολλές αντιδράσεις του βουτινίου-1 καταλύνται από διάφορα μέταλλα μετάπτωσης, που σχηματίζουν προσωρινά σύμπλοκα με τα π και π* τροχιακά του αιθινίου[2].
| Δεσμοί[3] | ||||
| Δεσμός | τύπος δεσμού | ηλεκτρονική δομή | Μήκος δεσμού | Ιονισμός |
|---|---|---|---|---|
| C-H | σ | 2sp-1s | 106 pm | 3% C- H+ |
| C#1≡C#2 | σ | 2sp-2sp | 120,6 pm | |
| C#1≡C#2 | π | 2py-2py | 120,6 pm | |
| C#1≡C#2 | π | 2pz-2pz | 120,6 pm | |
| C#2-#3 | σ | 2sp-2sp3 | 147 pm | |
| C#3-#4 | σ | 2sp3-2sp3 | 154 pm | |
| Κατανομή φορτίων σε ουδέτερο μόριο |
||||
| C#4 | -0,09 | |||
| C#3 | -0,06 | |||
| C#1 | -0,03 | |||
| C#2 | 0,00 | |||
| H | +0,03 | |||
Παραγωγή [Επεξεργασία]
Με απόσπαση υδραλογόνων [Επεξεργασία]
Με απόσπαση δύο μορίων υδραλογόνου από 1,1-διαλοβουτάνιο, με χρήση υδροξειδίου του νατρίου (NaOH), παράγεται βουτίνιο-1[4]:

Με απόσπαση αλογόνων [Επεξεργασία]
Με απόσπαση δύο μορίων αλογόνου από 1,1,2,2-τετρααλοβουτάνιο, με χρήση ψευδαργύρου (Zn), παράγεται βουτίνιο-1[5]:

Με αιθυλίωση αιθινίου [Επεξεργασία]
Το αιθινικό νάτριο μπορεί να αιθυλιωθεί με αιθυλαλογονίδιο[6]:

Χημικές ιδιότητες και παράγωγα [Επεξεργασία]
- Εμφανίζει όλες τις χαρακτηριστικές ιδιότητες των ακόρεστων υδρογονανθράκων:
Καύση [Επεξεργασία]
- Με το οξυγόνο του αέρα καίγεται παρέχοντας κυανή φλόγα υψηλότατης θερμοκρασίας:

Ενυδάτωση [Επεξεργασία]
Με επίδραση θειικού οξέος και στη συνέχεια νερού (ενυδάτωση) σε βουτίνιο-1, παρουσία ιόντων υδραργύρου (Hg), παράγεται βουτανόνη (CH3CH2COCH3) [7]:
![\mathrm{CH_3CH_2C \equiv CH + H_2O \xrightarrow[H_2SO_4]{Hg^{2+}} CH_3CH_2COCH_3 }](http://upload.wikimedia.org/math/0/d/e/0deb9358eb8abeb25adea5c62796e014.png)
- Ενδιάμεσα παράγεται βουτεν-1-όλη-2 (ασταθής ενόλη) που ισομερειώνεται σε βουτανόνη .
Προσθήκη υπαλογονώδους οξέος [Επεξεργασία]
Με επίδραση (προσθήκη) υποαλογονώδους οξέος (HOX) βουτίνιο-1 παράγεται 1-αλοβουτανόνη[8]:

- Το HOX παράγεται συνήθως επιτόπου με την αντίδραση:

- Ενδιάμεσα παράγεται 1-αλοβουτεν-1-όλη-2 (ασταθής ενόλη) που ισομερειώνεται σε 1-αλοβουτανόνη.
Καταλυτική υδρογόνωση [Επεξεργασία]
Με καταλυτική υδρογόνωση βουτίνιου-1 σχηματίζεται αρχικά βουτένιο-1 και στη συνέχεια (με περίσσεια υδρογόνου) βουτάνιο.[9]:
![\mathrm{
CH_3CH_2C \equiv CH + H_2 \xrightarrow{Ni\;\acute{\eta}\; Pd \;\acute{\eta}\; Pt} CH_3CH_2CH=CH_2 \xrightarrow[+ H_2]{Ni\;\acute{\eta}\; Pd \;\acute{\eta}\; Pt} CH_3CH_2CH_2CH_3
}](http://upload.wikimedia.org/math/6/6/c/66caac4db6e07cbf7f2648c59817c27f.png)
Αλογόνωση [Επεξεργασία]
Με επίδραση αλογόνου (X2) (αλογόνωση) σε βουτίνιο-1 έχουμε προσθήκη στον τριπλό δεσμό. Παράγεται αρχικά 1,2-διαλοβουτένιο-1 και στη συνέχεια (με περίσσεια αλογόνου) 1,1,2,2-τετρααλοβουτάνιο.[10]:
![\mathrm{
CH_3CH_2C \equiv CH + X_2 \xrightarrow{CCl_4} CH_3CH_2CX=CHX \xrightarrow[+X_2]{CCl_4} CH_3CH_2CX_2CHX_2
}](http://upload.wikimedia.org/math/7/e/5/7e52584716dac2459677b722d3c4d116.png)
Υδραλογόνωση [Επεξεργασία]
Με προσθήκη υδραλογόνων (HX) (υδραλογόνωση) σε βουτίνιο-1 παράγεται αρχικά 2-αλοβουτένιο-1 και στη συνέχεια (με περίσσεια υδραλογόνου) 2,2-διαλοβουτάνιο.[11]:

Υδροκυάνωση [Επεξεργασία]
Με προσθήκη υδροκυανίου (HCN) (υδροκυάνωση) σε βουτίνιο-1 παράγεται αιθυλοπροπενονιτρίλιο:

Διυδροξυλίωση [Επεξεργασία]
Η διυδροξυλίωση βουτίνιου-1 , αντιστοιχεί σε προσθήκη H2O2 και παράγει 1-υδροξυβουτανόνη[12]:
1. Επίδραση αραιού διαλύματος υπερμαγγανικού καλίου (KMnO4). Π.χ.:

2. Επίδραση καρβονικού οξέος και υπεροξείδιου του υδρογόνου:

- Ενδιάμεσα παράγεται βουεν-1-διόλη-1,2 (ασταθής ενόλη) που ισομερειώνεται σε 1-υδροξυβουτανόνη.
Επίδραση πυκνού υπερμαγγανικού καλίου [Επεξεργασία]
Με επίδραση πυκνού διαλύματος υπερμαγγανικού καλίου (KMnO4) παράγεται 2-οξοβουτανικό οξύ[13]:

Προσθήκη αλκοολών [Επεξεργασία]
Με επίδραση αλκοόλης (ROH) σε βουτίνιο-1 παράγεται 2-αλκοξυβουτένιο-1[14]:

Προσθήκη καρβονικών οξέων [Επεξεργασία]
Με επίδραση καρβονικών οξέων (RCOOH) σε βουτίνιο-1 παράγεται καρβονικός αιθυλοβινυλεστέρας[15]:

Οζονόλυση [Επεξεργασία]
Με επίδραση όζοντος (οζονόλυση) σε βουτίνιο-1 παράγεται αρχικά ασταθές οζονίδιο που τελικά διασπάται σε 2-οξοβουτανάλη[16]:

Σχηματισμός ακετυλιδίων [Επεξεργασία]
1. Με επίδραση μεταλλικού νατρίου σε βουτίνιο-1 παράγεται βουτινικό νάτριο[17]:

- Το βουτανικό νάτριο αποτελεί πρώτη ύλη για την παραγωγή άλλων παραγώγων με τριπλό δεσμό, γιατί αντιδρά με αλκυλαλογονίδια (RX):

2. Με επίδραση ιόντων αργύρου (Ag+) και παρουσία αμμωνίας (NH3) παράγεται ένα λευκό στερεό, ο βουτινικός άργυρος[18]:

3. Με επίδραση ιόντων μονοσθενούς χαλκού (Cu+) και παρουσία αμμωνίας (NH3) παράγεται ένα κεραμιδί στερεό, ο βουτινικός χαλκός[19]:

- Οι αντιδράσεις 2 και 3 χρησιμοποιούνται για την ανίχνευση της ομάδας -C ≡ CH.
Προσθήκη καρβενίων [Επεξεργασία]
Κατά την προσθήκη μεθυλενίου σε βουτίνιο-1 σχηματίζονται πεντίνιο-1, μεθυλοβουτίνιο, πεντίνιο-2 και 1-αιθυλοκυκλοπροπένιο[20]:
- Η αντίδραση είναι ελάχιστα εκλεκτική και αυτό σημαίνει ότι κατά προσέγγιση έχουμε:
- 1. Παρεμβολή στους τρεις (3) δεσμούς C4-H: Προκύπτει πεντίνιο-1, ένα αλκίνιο.
- 2. Παρεμβολή στους τρεις (2) δεσμούς C3-H: Προκύπτει μεθυλοβουτίνιο, ένα αλκίνιο.
- 3. Παρεμβολή στον έναν (1) δεσμό C1-H: Προκύπτει πεντίνιο-2, ένα αλκίνιο.
- 4. Προσθήκη στον έναν (1) τριπλό δεσμό: Προκύπτει 1-αιθυλοκυκλοπροπένιο, ένα κυκλοαλκένιο.
- Προκύπτει επομένως μίγμα πεντινίου-1 ~43%, μεθυλοβουτινίου-1 ~29%, πεντινίου-2 ~14% και 1-αιθυλοκυκλοπροπενιου ~14%.
- Με τη χρήση μεθυλενοδιιωδιδίου (CH2I2) και ψευδαργύρου (Zn) επικρατεί η προσθήκη, οπότε είναι:
Παρατηρήσεις, υποσημειώσεις και αναφορές [Επεξεργασία]
- ↑ Lide, David R. (2008). CRC Handbook of Chemistry and Physics, 89th Edition. CRC Press. σελ. 3–84. ISBN 978-0849304880.
- ↑ Organic Chemistry 7th ed. by J. McMurry, Thomson 2008
- ↑ Τα δεδομένα προέρχονται εν μέρει από το «Table of periodic properties of thw Ellements», Sagrent-Welch Scientidic Company και Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, Σελ. 34.
- ↑ Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ.153, §6.4.3.
- ↑ Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ.153, §6.3.1β.
- ↑ Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ. 159, §6.9.10α.
- ↑ Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ. 158, §6.9.3.
- ↑ Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ. 156, §6.8.4.
- ↑ Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ. 158, §6.9.4α.
- ↑ Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ. 158, §6.9.2.
- ↑ Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ. 158, §6.9.1.
- ↑ Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ. 157, §6.8.9.
- ↑ Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ. 158, §6.9.8.
- ↑ Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ. 158, §6.9.5.
- ↑ Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ. 158, §6.9.6.
- ↑ Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ. 158, §6.9.7α.
- ↑ Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ. 159, §6.9.10α.
- ↑ Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ. 159, §6.9.10β.
- ↑ Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ. 159, §6.9.10γ.
- ↑ Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982, σελ. 157, §6.8.7., σελ. 155, §6.7.3, R = CH2=CH
Πηγές [Επεξεργασία]
- Speight J. G., “Chemical and Process Design Handbook”, McGraw-Hill, 2002.
- Γ. Βάρβογλη, Ν. Αλεξάνδρου, Οργανική Χημεία, Αθήνα 1972
- Α. Βάρβογλη, «Χημεία Οργανικών Ενώσεων», παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1991
- SCHAUM'S OUTLINE SERIES, ΟΡΓΑΝΙΚΗ ΧΗΜΕΙΑ, Μτφ. Α. Βάρβογλη, 1999
- Ασκήσεις και προβλήματα Οργανικής Χημείας Ν. Α. Πετάση 1982
- NIST Chemistry WebBook page for 1-butyne
| Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Ethylacetylene της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες). |