Χοσέ Κλεμέντε Ορόσκο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Φλεγόμενος άνθρωπος, χαρακτηριστικό δείγμα τέχνης του Ορόσκο στην οροφή του Hospicio Cabañas, στη Γουαδαλαχάρα, στο Χαλίσκο του Μεξικού.

Ο Χοσέ Κλεμέντε Ορόσκο (José Clemente Orozco, 23 Νοεμβρίου 1883 - 7 Σεπτεμβρίου 1949) ήταν Μεξικανός ζωγράφος.

Γεννήθηκε στο Zapotlán el Grande του Μεξικού (τωρινή Σιουδάδ Γκουσμάν). Ήταν ένας από τους μεγαλύτερους τοιχογράφους του 20ου αιώνα και διακόσμησε δημόσια κτίρια στο Μεξικό. Ήταν ένας από τους "Τρεις Μεγάλους" τοιχογράφους του Μεξικού, μαζί με τους Diego Rivera και Νταβίδ Αλφάρο Σικέιρος (Los Tres Grandes). Κυρίως επηρεασμένος από το Συμβολισμό[1], ήταν επίσης λιθογράφος και σατιρικός σκιτσογράφος. Από το 1922 ως το 1948 δημιούργησε τοιχογραφίες στην Πόλη του Μεξικού, στην Ορισάμπα, στο Claremont της Καλιφόρνια, στη Νέα Υόρκη, στο Νιου Χάμσαϊρ, στην Γουαδαλαχάρα, Χαλίσκο, και στο Χικίλπαν, Μιτσοακάν.

Η τέχνη του αποτελεί σπάνιο συνδυασμό ενός έντονου, προσωπικού εξπρεσιονισμού, με απλοποιημένες συνθετικές μορφές. Το καλλιτεχνικό του στιλ, όπως και η αισθητική του φιλοσοφία, επηρέασαν πολλούς καλλιτέχνες της Αμερικής στο τέλος του 20ου αιώνα.

Πέθανε στην πόλη του Μεξικού τo 1949.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νεανικά χρόνια και σπουδές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γονείς του ήταν ο Ιρενέο Ορόσκο, επαγγελματίας και η Μαρία Ρόσα δε Φλόρες Ορόσκο, οικοκυρά και ερασιτέχνης τραγουδίστρια. Η οικογένεια του μετακόμισε από τη Σιουδάδ Γκουσμάν (Ciudad Guzmán) στη Γουαδαλαχάρα και αργότερα στην Πόλη του Μεξικού, όπου και παρακολούθησε το δημοτικό. Καθημερινά, περνώντας από το δρόμο για το σχολείο έβλεπε ένα σατιρικό ζωγράφο, τον Χοσέ Γουαδαλούπε Ποσάδα, ο οποίος εκείνη την περίοδο δούλευε μπροστά στο κοινό διακοσμώντας βιτρίνες καταστημάτων. Με τα έργα του για το Μεξικάνικο πολιτισμό και με πολιτικά θέματα καλούσε τους Μεξικάνους να σκέφτονται μετά το τέλος της επανάστασης. Ο Ορόσκο αναφέρει στην αυτοβιογραφία του "Σταματούσα και περνούσα μερικά μαγευτικά λεπτά κοιτάζοντάς τον Ποσάδα...Αυτή ήταν η ώθηση που πρώτα κίνησε τη φαντασία μου και με έσπρωξε να γεμίζω το χαρτί με τις πρώτες μου μικρές φιγούρες, αυτό ήταν το ξύπνημά μου στην ύπαρξη της τέχνης της ζωγραφικής"[2] (Orozco, 1962) Συνεχίζει λέγοντας πως άρχισε να χρησιμοποιεί χρώμα βλέποντας τις διακοσμήσεις του Ποσάδα.

Παρακολούθησε νυχτερινά μαθήματα στην φημισμένη Ακαδημία Καλών Τεχνών του Σαν Κάρλος. Οι γονείς του, όμως, πίστευαν πως η ζωγραφική δεν θα μπορούσε να του εξασφαλίσει τα απαραίτητα, για αυτό και τον έστειλαν στην επαρχία όπου θα μπορούσε να σπουδάσει μηχανικός αγρονομίας. Με το επάγγελμα αυτό μπορούσε να είναι βέβαιος για το μέλλον του, να διαχειρίζεται και να καλλιεργεί τη γη του. Επέστρεψε όμως άρρωστος και άρχισε σπουδές αρχιτεκτονικής. Λίγο αργότερα ο πατέρας του πέθανε από τύφο και αναγκάστηκε να κάνει διάφορα επαγγέλματα για να θρέψει τη μητέρα του και τα μικρότερά του αδέρφια. Στα 17 του, εξαιτίας ενός ατυχήματος με βεγγαλικά τα οποία πήγε να πουλήσει για την Ημέρα της Ανεξαρτησίας έχασε το αριστερό του χέρι και το ένα του μάτι[3] [4]. Εγκατέλειψε τις σπουδές αρχιτεκτονικής και άρχισε να εργάζεται ως σατιρικός καρτουνίστας σε πολιτικές εφημερίδες.

Πρώτα Έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα πρώτα χρόνια ως ζωγράφος, από το 1911 ως το 1916, συνεργαζόταν με εφημερίδες και άλλες περιοδικές εκδόσεις, ανάμεσα σε άλλες με τις La Vanguardia και El Hijo del Ahuizote. Με αυτόν τον τρόπο είχε την οικονομική δυνατότητα να αφοσιωθεί στην ενασχόλησή του και να δημιουργήσει μια σειρά από αξιοσημείωτες ακουαρέλες. Αντλούσε τα θέματά του περιπλανώμενος στις φτωχές συνοικίες της Μεξικάνικης πρωτεύουσας και επομένως σε αυτά κυριαρχούν τα νυχτερινά μέρη. Απεικονίζονται οι βρώμικες συνοικίες των κόκκινων φαναριών και πόρνες υπό το βλέμμα τόσο του ζωγράφου όσο και του σατιρικού σκιτσογράφου, πρωτοτυπία που φαίνεται να έχει επηρεαστεί και από εξπρεσιονιστικές τάσεις. Η πρώτη του έκθεση με έργα της περιόδου έγινε το 1916 στη βιβλιοθήκη Biblos στην Πόλη του Μεξικού με τίτλο "Το Σπίτι των Δακρύων" (La Casa de las Lágrimas). Οι περισσότεροι κριτικοί είτε τον αγνόησαν είτε του επιτέθηκαν.

Απόγειο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ερνάν Κορτές, τοιχογραφία του Χοσέ Κλεμέντε Ορόσκο στο Hospicio Cabañas

Το 1927 αποφάσισε να ταξιδέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες για να εκθέσει σχέδιά του για την Επανάσταση. Στις αρχές τα έβγαζε πέρα πολύ δύσκολα, ωστόσο τα πράγματα άλλαξαν όταν η Άλμα Ριντ, αδελφή του Τζον Ριντ, είδε τη δουλειά του. Η Άλμα Ριντ, η οποία είχε σημαντική θέση σε μια ομάδα που χρηματοδοτούσε η Madame Siquilianos και διάβαζε ποίηση ο Χαλίλ Γκιμπράν, έγινε η ατζέντης του και ο Ορόσκο άρχισε να κάνει εκθέσεις. Έγραψε βιβλία για αυτόν και έκλεισε την γκαλερί έργων τέχνης Delphic Studios, όπου μπορούσε να πουλάει τα έργα του.[5]

Ο Χοσέ Κλεμέντε Ορόσκο ήταν από τους πρώτους καλλιτέχνες που, βιώνοντας την οικονομική κρίση του 1929, ζωγράφισε την πολιτική διάστασή της.[6]

Το 1930 ζωγράφισε τις τοιχογραφίες του Κολλεγίου της Πομόνα στην Καλιφόρνια, ανάμεσα στις οποίες ξεχωρίζει ο Προμηθέας (Prometeo) και ένα χρόνο αργότερα διακόσμησε τη New School for Social Research της Νέας Υόρκης. Έφτασε στο αποκορύφωμά του με τις τοιχογραφίες με τεχνική φρέσκο (νωπογραφία) για το Hospicio Cabañas της Γουαδαλαχάρα. Ανάμεσα σε αυτά τα φρέσκο περιλαμβάνονται ένα ιστορικό πανόραμα του Μεξικού, που δείχνει την προ-Ισπανική περίοδο με τους μεγάλους ινδιάνικους πολιτισμούς, την Κατάκτηση, τους κινδύνους της δικτατορίας, την Επανάσταση και έναν άνθρωπο σε φλόγες.

Ακτιβισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χοσέ Κλεμέντε Ορόσκο πήρε μέρος αρκετές φορές σε πολιτικές δραστηριότητες. Μαζί με τον Diego Rivera και τον Νταβίδ Σικέιρος ίδρυσε το Σωματείο Εργατών Τέχνης, Ζωγράφων και Γλυπτών το 1930. Ωστόσο σε αντίθεση με τον Ριβέρα, η βαθιά συμπόνια του Ορόσκο για τον ανθρώπινο πόνο δεν μεταφράστηκε σε έντονο πολιτικό ακτιβισμό.

Η τελευταία δημόσια πολιτική πράξη ήταν τον Ιούνιο του 1948 όταν μαζί με τον Diego Rivera, τη Φρίντα Κάλο, τον Νταβίδ Σικέιρος και άλλους έκαναν πορεία στο Del Prado Hotel. Σκοπός της πορείας ήταν η αποκατάσταση της φράσης "δεν υπάρχει" σε μια τοιχογραφία του Ριβέρα, η οποία αρχικά έγραφε "Ο Θεός δεν υπάρχει".

Εικόνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Οι τελευταίες ισπανικές δυνάμεις εγκαταλείπουν με τρόμο το οχυρό του Σαν Χουάν ντε Ουλούα (1915)
  • El hombre de lucha contra la naturaleza
  • Hombre cayendo
  • Ο Χριστός καταστρέφει το σταυρό του
  • Μητρότητα (1923-1924)
  • Οι αριστοκράτες (Νωπογραφία 1923-1924)
  • Τα κοινωνικά σκουπίδια (Νωπογραφία 1923-1924)
  • Η τάφρος (1923-1926)
  • Η καταστροφή της παλιάς τάξης (Νωπογραφία 1923-1926)
  • Η Επαναστατική Τριάδα (εργάτης, αγρότης και στρατιώτης) (1923-1926)
  • Επαναστάτες (Νωπογραφία 1926)
  • Η Οικογένεια (Νωπογραφία 1926)
  • Η Ευλογία (Νωπογραφία 1926)
  • Ο Κορτές και η Ϻαλίντσε (1923-1926)
  • Προμηθέας (1930)
  • Las migraciones
  • Los sacrificios humanos
  • La aparición de Quetzalcóatl
  • La cultura del maíz
  • La conquista y la evangelización
  • Η βιομηχανοποίηση
  • Angloamérica
  • Hispanoamérica
  • Η επιστήμη
  • Ανθρώπινη θυσία
  • Μοντέρνα θυσία
  • Ο Χριστός καταστρέφει το σταυρό του
  • Omnisciencia
  • Μαύροι

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Desmond Rochfort, Mexican Muralists: Orozco, Rivera, Siqueiros, Chronicle Books 1998, σελ 25, ISBN 978-0-8118-1928-2
  2. Jose Clemente Orozco, John Palmer Leeper, Jose Clemente Orozco: An Autobiography, Courier Dover Publications 2001, σελ. 8, ISBN 978-0-486-41819-3
  3. Raymond Barrio, Mexico's Art & Chicano Artists: A Comprehensive Survey of the History of Mexico's Art, and Its Influence on Chicano Artists, Ventura Press 1975, σελ. 45
  4. Harold Osborn, The Oxford Companion to Twentieth-century Art, Oxford University Press 1981, σελ. 420, ISBN 978-0-19-866119-1
  5. Susannah Joel Glusker, Anita Brenner, Anita Brenner: A Mind of Her Own, University of Texas Press 1998, σελ. 50, ISBN 978-0-292-72810-3
  6. Dore Ashton, Denise B. Hare, Noguchi East and West: East and West, University of California Press 1993, σελ. 48, ISBN 978-0-520-08340-0