Χανς Μάγιερ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Χανς Μάγιερ (γερμ: Hannes Meyer) (1889-1954) ήταν Ελβετός αρχιτέκτονας.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στην πόλη Βασιλεία της Ελβετίας . Ξεκίνησε τις σπουδές του (1905-1909) στο τεχνικό σχολείο της Βασιλείας, ενώ παράλληλα εργάσθηκε σαν μαθητευόμενος κτίστης. Στη συνέχεια σπούδασε (1909-1912) στο Βερολίνο εφαρμοσμένες τέχνες. Έπειτα, κατέληξε στην Αγγλία μελετώντας τον πολεοδομικό σχεδιασμό (1912-1913). Δούλεψε σε διάφορα αρχιτεκτονικά γραφεία στο Βερολίνο και στο Μόναχο. Το 1919 άνοιξε το αρχιτεκτονικό γραφείο του στη Βασιλεία. Το 1924 ήταν συνιδρυτής του αρχιτεκτονικού περιοδικού 'ABC Beiträge zum Bauen' (Contributions on Building) μαζί με καλλιτέχνες του κονστρουκτιβισμού και του De Stijl, όπως τους Hans Schmidt, Μαρτ Σταμ και τον Ελ Λισίτσκι. Εκεί υιοθέτησε την ιδέα μιας ριζοσπαστικά λειτουργικής αρχιτεκτονικής, η οποία απέρριπτε εντελώς την έννοια της τέχνης. Το 1927 διαδέχθηκε τον Γκρόπιους και γίνεται πλέον ο δεύτερος διευθυντής της σχολής Μπαουχάους στο Ντεσάου. Στη συνέχεια και αφού χάνει τη θέση του στο Μπαουχάους, ο Meyer μεταβαίνει στη Σοβιετική Ένωση μαζί με επτά μαθητές του και εκεί ίδρυσαν την αρχιτεκτονική ομάδα Left Column. Το 1930 δίδαξε στην σχολή WASI της Μόσχας. Μέχρι το 1936 ασχολήθηκε με τον αστικό σχεδιασμό βασισμένο, όμως, σε μαρξιστικές ιδέες. Το 1936 επέστρεψε στην Ελβετία και μετά από ένα σύντομο διάστημα παραμονής εκεί βρέθηκε στο Μεξικό όπου το 1938 έγινε διευθυντής στο the Institute of Urbanism and Planning του Μεξικού. Μετά από μια δεκαετία εκεί επέστρεψε ξανά στην Ελβετία, όπου και πέθανε το 1954.

Μπαουχάους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την 1η Απριλίου 1928, ο Walter Gropius διορίζει τον Μέγιερ ως διευθυντή της σχολής του Μπάουχαους. Το Bauhaus τότε βρίσκεται στην πιο πολιτικοποιημένη του περίοδο. Ο Μάγιερ επανεξετάζει τους στόχους της σχολής και κάνει πολλές αλλαγές στο πρόγραμμα σπουδών για μια πιο πολύπλευρη και κοινωνικά ευαισθητοποιημένη εκπαίδευση. Η συμβολή του στη σχολή ήταν καθοριστική, μιας και επεσήμανε την αρχιτεκτονική ως τη σημαντικότερη δραστηριότητα της δίνοντας λιγότερη έμφαση στην τέχνη και την αισθητική. Διαχώρισε τις επιστήμες από τις τέχνες και ενσωμάτωσε μαθήματα που σχετίζονται με την τεχνολογία, τις φυσικές και ανθρωπιστικές επιστήμες. Οργάνωσε μαθήματα αρχιτεκτονικής βασισμένα σε επιστημονικές αρχές απορρίπτοντας με αυτόν τον τρόπο το φορμαλιστικό στυλ που επικρατούσε και οδήγησε τη σχολή σε μια πιο ρεαλιστική και επαγγελματική κατεύθυνση. Σε αντίθεση με την στάση του Γκρόπιους («εξερεύνηση των αρχών σχεδιασμού»), ο Μέγιερ ώθησε τους σπουδαστές να σχεδιάζουν με βάση την υπάρχουσα κατάσταση, αλλά και να μελετούν τη διαδικασία της ζωής του εκάστοτε χρήστη. Επίσης, αναδιοργάνωσε εργαστήρια για να καλύψει τις ανάγκες τις βιομηχανίας, καθώς και τα κοινωνικά ιδεώδη. Καινοτομία του αποτέλεσε και η δημιουργία ερευνητικών και παραγωγικών ομάδων με στόχο την κατανόηση των ανθρωπίνων αναγκών. Στην προσπάθεια της αναγνώρισης των ανθρώπινων αναγκών ενσωμάτωσε σε όλα τα εργαστήρια κοινωνικές επιστημονικές γνώσεις όπως διαλέξεις και μαθήματα κοινωνιολογίας. Παράλληλα, σε συνεργασία με τους σπουδαστές του κατασκευαστικού τμήματος της σχολής :

  • Ερεύνησε και αποτύπωσε διαγράμματα του βιωτικού χώρου σε τυπικές εργατικές και μεσαίες τάξης οικογένειες στο Ντεσάου και στα περίχωρα

Σχεδίασε μοντέλα κατοικιών για τους εργαζόμενους σε βιομηχανίες και γραφεία

  • Δημιούργησε το περιοδικό «Μπαουχάους» και προσπέκτους όπως το «Jungen Menschen kommt αus Bauhaus» (οι νέοι προέρχονται από το Μπαουχάους).

Το 1929 ο Μέγιερ φέρνει στη σχολή τη δική του ριζοσπαστική και φονξονιαλιστική άποψη σχετικά με την ανέγερση κτηρίων και την ονομάζει «Die neue Bauleher» (ο νέος τρόπος κτισίματος). Η άποψη αυτή αναφέρεται στην αρχιτεκτονική η οποία δεν έχει σχέση με την αισθητική, αλλά θα πρέπει να έχει χαμηλό κόστος και θα είναι σχεδιασμένη έτσι ώστε να εξυπηρετεί τις κοινωνικές ανάγκες. Επιχειρεί, επίσης, και την ανταλλαγή φοιτητών του Bauhaus και της Σοβιετικής σχολής Vkhutemas. Στόχος του Μάγιερ, με βάση το πολιτικό και ιδεολογικό του υπόβαθρο, ήταν η μεγάλη αύξηση της παραγωγής αντικειμένων φθηνών σύμφωνα με τις ανάγκες του λαού. Η παραγωγή και οι πωλήσεις της σχολής αυξήθηκαν σημαντικά. Το διάστημα, όμως αυτό στο Bauhaus ήταν πολύ σύντομο, αφού την πρώτη Αυγούστου του 1930 εξαναγκάστηκε σε παραίτηση λόγω των μαρξιστικών-κομμουνιστικών του πεποιθήσεων και των επιλογών του στη σχολή, σε αντίθεση με τους λεπτούς-ουδέτερους χειρισμούς του Γκρόπιους, σε ένα κλίμα όπου θεωρούνταν πρόκληση για τις δυνάμεις τις δεξιάς, που κέρδιζαν συνεχώς έδαφος. Τη διεύθυνση του Bauhaus αναλαμβάνει στη συνέχεια ο Μις φαν ντερ Ρόε, ο οποίος μετατρέπει τη σχολή σε ιδιωτική.

Ο νέος κόσμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1926 ο Μέγιερ συνόψισε την περίοδο της έντονης ενασχόληση του με τη νέα πραγματικότητα στο δοκίμιό του «The New World» (ο νέος κόσμος). Αντιλαμβάνεται πλέον τις τεχνολογικές αλλαγές οι οποίες έχουν εμφανώς επηρεάσει την ικανοποίηση των αναγκών του ανθρώπου, αλλά και τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό. Μελετά το κτήριο σε λειτουργικό και βιολογικό επίπεδο, καθώς ‘δίνει’ σχήμα στη διαδικασία της ζωής, πράγμα που οδηγεί σε μία αγνή κατασκευή. Στηρίζει τον σχεδιασμό στην κάλυψη των αναγκών έχοντας ως παραμέτρους τις εξής : 1) σεξουαλική ζωή, 2) συνήθειες ύπνου, 3) κατοικίδια, 4) κηπουρική, 5) προσωπική υγιεινή, 6) προστασία από τις καιρικές συνθήκες, 7) χώροι υγιεινής μέσα στο σπίτι, 8) χώροι στάθμευσης,9) μαγειρική, 10) θέρμανση, 11) απομόνωση, 12) υπηρεσία Πέραν όμως από αυτές τις παραμέτρους ο σχεδιασμός του συνοδεύεται και με μία ανάλυση του κτηρίου που καλύπτει τα εξής : α) τεχνο-οικονομικά στοιχεία, β) πολιτικο-οικονομικά στοιχεία, γ) ψυχο-καλλιτεχνικά στοιχεία. Εκτός από αυτά τα στοιχεία μελετά επίσης και την καθημερινότητα του κάθε ατόμου που πρόκειται να ζήσει μέσα στο σπίτι και σύμφωνα με αυτή δημιουργεί τα λειτουργικά διαγράμματα για τον πατέρα, τη μητέρα, τα παιδιά και όποιον άλλο κατοικεί μέσα σε αυτό. Με αυτόν τον τρόπο εξετάζεται η σύνδεση μεταξύ της κατοικίας και των κατοίκων σε σχέση με το εξωτερικό περιβάλλον.

Επιλεγμένα Έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Basel Petersschule (1926)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε συνεργασία με τον Hans Wittwer. Δε κτίστηκε ποτέ (συμμετοχή σε διαγωνισμό), αλλά εκφράζει αρκετά καλά τις ιδέες του, όπως τον πλήρη φονξιοναλισμό που πίστευε. Ήταν πολύ ριζοσπαστικό σχέδιο και ίσως το πιο ενδιαφέρον του διαγωνισμού. Πρόκειται για ένα σχολείο θηλέων, 11 τάξεων . Το κτήριο βρίσκεται στην παλιά πόλη της Βασιλείας και περιβάλλεται από ψηλά κτήρια που σκιάζουν τον χώρο του σχολείου, ενώ παράλληλα έχει κακό αερισμό. Πρόκειται για μία περιοχή αρκετά μικρότερης έκτασης από αυτή που προβλέπεται (1240 τ.μ. ενώ η αυλή χρειάζεται περίπου 500 τ.μ.). Το σχολείο υψώνεται πάνω από το έδαφος σε επίπεδο όπου υπάρχει φως και αέρας. Στο ισόγειο υπάρχει κλειστός χώρος που περιλαμβάνει το κολυμβητήριο και το γυμναστήριο. Η περιοχή που απομένει διατίθεται σαν δημόσιος χώρος και πάρκινγκ. Αντί της καθιερωμένης αυλής ο χώρος αναψυχής των παιδιών βρίσκεται στις επίπεδες στέγες του κτηρίου αλλά και σε δύο αιωρούμενες χαλύβδινες πλατφόρμες οι οποίες συγκρατιούνται από τέσσερα καλώδια. Οι ανοιχτοί και οι εσωτερικοί χώροι συνδέονται με κλιμακοστάσια που βρίσκονται μέσα σε τζαμαρίες. Το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένο το κτήριο είναι ο χάλυβας.

Geneva League of Nations Building (1927)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επίσης συμμετοχή σε διαγωνισμό και δεν κτίστηκε ποτέ.Σχεδιάστηκε και αυτό σε συνεργασία με τον Χανς Βίτβερ (Hans Wittwer). Πρόκειται για ένα κτήριο με υγιείς χώρους εργασίας για πολυάσχολους αντιπροσώπους. Δεν υπάρχουν σκοτεινοί διάδρομοι για την παρασκηνιακή διπλωματία αλλά αίθουσες με τζαμαρίες για τις δημόσιες συζητήσεις τίμιων αντρών. Το κτήριο σχεδιάστηκε με βάση τη λογική όχι σαν άσκηση του στυλ. Μία τέτοια φιλοσοφία απαιτεί τη δημιουργία μιας αίθουσας συνελεύσεων σαν ένα επισυναπτόμενο χώρο που τα χαρακτηριστικά του εξαρτώνται κυρίως από τους ακουστικούς παράγοντες και σε υπολογισμούς βασισμένους σε επιστημονικές αρχές. Το κτήριο που στεγάζει τη γραμματεία περιλαμβάνει 550 γραφεία-κύτταρα. Η υλικότητα του κτηρίου είναι από οπλισμένο σκυρόδεμα.

Trade Union School of ADGB (1928-1930)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε συνεργασία με τον Hans Wittwer. Βρίσκεται 25 μίλια βόρεια του Βερολίνου, στο Μπερνάου (Bernau). Είναι ένα από τα λίγα πραγματοποιημένα κτίρια του, που θεωρείται ίσως το σημαντικότερο επίτευγμά του και ένα από τα μνημεία της σύγχρονης αρχιτεκτονικής. Και αυτό σαν σχεδιασμός αντανακλά τις ιδέες του φονξιοναλισμού.

Balcony Access Houses (1929-1930)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε συνεργασία με μαθητές της σχολής του Bauhaus κτίστηκαν πέντε πτέρυγες, πριν την παραίτησή του, ακολουθώντας τη φιλοσοφία ότι η αρχιτεκτονική δεν πρέπει να υπηρετεί μόνο τις ανώτερες τάξεις, αλλά πρέπει να είναι προσιτή σε όλους. Συνολικά πρόκειται για 90 διαμερίσματα.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Hays, K. Michael (1995), Modernism and the Posthumanist Subject: The Architecture of Hannes Meyer and Ludwig Hilberseimer, The MIT Press
  • Schnaidt, Claude; Hannes Meyer, Dennis Quidell Stephenson (english version) (1965), Hannes Meyer : Bauten, Projekte und Schriften, London: Teufen; A. Niggli
  • Wingler, Hedwig (1978), Bauhaus: Weimar, Dessau, Berlin, Chicago, The MIT Press
  • Winkler, Klaus-Jurgen,(1989) Der Architekt Hannes Meyer: Anschauungen und Werk, Bauhaus; 1. Aufl edition
  • Berlin Bauhaus-Archiv, (1989) Hannes Meyer 1889 - 1954: Architekt, Urbanist, Lehrer, Wilhelm Ernst & Sohn Verlag fur Architektur und technische Wissenschaften
  • Sima Ingberman: ABC: International Constructivist Architecture, 1922-1939, The MIT Press
  • Hannes Meyer/ Vida y Obra. Patricia Barbero Rivadeneyra. Mexico : UNAM, Facultad de Architectura, 2004
  • U.Poerschke: Funktion als Gestaltungsbegriff. Dissertation BTU Cottbus 2005

Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]