Χίρου Ονόντα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Χίρου Ονόντα

Ο ανθυπολοχαγός Χίρου Ονόντα (Τόκιο 1922-16 Ιανουαρίου 2014)[1] ήταν ιάπωνας αξιωματικός του αυτοκρατορικού στρατού που συνέδεσε το όνομά του με μια από τις πλέον απίστευτες ιστορίες του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και η περίπτωσή του αποτελεί ακραίο δείγμα προσήλωσης σε εντολές ανωτέρων, τυπολατρείας, πείσματος, αλλά και αυτοθυσίας.

Ο Ονόντα έφθασε στη μικρή νήσο Λουμπάγκ των Φιλιππίνων τον Δεκέμβριο του 1944, ύστερα από εντολή του διοικητή του ταγματάρχη Γιασίμι Τανιγκούκι επικεφαλής μικρής ομάδας στρατιωτών, με στόχο την κατασκοπεία και τη δημιουργία αντάρτικου κατά των αμερικανικών δυνάμεων. Οι διαταγές που έλαβε ήταν να μη παραδοθεί, ακόμη κι αν του απομείνει μόνο ένας άνδρας. Πραγματικά, ο Ονόντα ξεκίνησε τις δολιοφθορές και η ομάδα του εμπλέχθηκε σε αρκετά περιστατικά συγκρούσεων με το στρατό των Φιλιππίνων, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα να σκοτωθούν σε μάχες οι περισσότεροι από τους συντρόφους του. Εγκλωβισμένος μέσα στη ζούγκλα της νήσου, ουδέποτε πληροφορήθηκε το τέλος του πολέμου και συνέχιζε να δρα σαν αυτός να συνεχίζεται. Μεγάλο ρόλο στην πλάνη του έπαιξε το γεγονός πως αγνοήθηκε από τους προϊσταμένους του που δεν ήλθαν σε επαφή μαζί του, ώστε να τον ενημερώσουν εγκαίρως για το πέρας των εχθροπραξιών.

Όπως δήλωσε πολλά χρόνια αργότερα, δεν πίστευε ότι η χώρα του θα παραδίνετο ποτέ και ως εκ τούτου, αφού δεν ειδοποιήθηκε για το αντίθετο, εκείνος συνέχιζε τον αγώνα του. Το μεγαλύτερο πλήγμα που δέχθηκε πάντως, ήταν, όπως επίσης είπε, ο θάνατος του μοναδικού επιζήσαντα από το Β' Π.Π. στρατιώτη του Κιπίσκι Κοζούκα, το 1972 ύστερα από συμπλοκή με την αστυνομία των Φιλιππίνων. Παρά τις προσπάθειες που έγιναν για την πληροφόρησή του, από την οικογένεια και τον ίδιο τον αδελφό του προς τα τέλη της δεκαετίας του '50, ο Ονόντα αρνείτο πεισματικά να πειστεί ότι έπρεπε να επιστρέψει στον πολιτισμό. Τελικά, το Δεκέμβριο του 1972 ένας νεαρός δημοσιογράφος που έφθασε στη ζούγκλα του νησιού, κατάφερε να τον κάνει να δεχτεί την αλήθεια, όμως ο Ονόντα του είπε πως θα παραδινόταν μόνο στον (πρώην) διοικητή του. Στις 9 Μαρτίου του 1974 ο ταλαιπωρημένος αξιωματικός παρέδωσε το ξίφος του 29 ολόκληρα χρόνια από τη στιγμή που είχε διαταχθεί να μεταβεί στο νησί. Ο Ονόντα, που δέκα ημέρες αργότερα θα συμπλήρωνε τα 52 του χρόνια, μεταφέρθηκε από τη Μανίλα στο Τόκυο όπου τον υποδέχθηκαν με τιμές ήρωα οι υπέργηροι γονείς του, ηλικίας αμφότεροι 80 ετών, κυβερνητικοί παράγοντες, δημοσιογράφοι και περίπου 7.000 κόσμος.

Στη σύντομη συνέντευξη Τύπου που παρατέθηκε αρνήθηκε να απαντήσει για το πως του φαινόταν η σύγχρονη Ιαπωνία, περιοριζόμενος να δηλώσει ότι δεν έχει πια σημασία αν κέρδισε ή όχι τον πόλεμο, εφόσον η χώρα ευημερεί. Για τα τότε μελλοντικά του σχέδια είπε ότι δεν είχε σκεφθεί τι θα πράξει.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Φύλλο εφημερίδας "Μακεδονία", ανταπόκριση από Τόκυο, 12 Μαρτίου 1974.
  • "Το μεγάλο Βιβλίο των σαλταρισμένων", τόμος 3, μέρος Α', ISBN 960-539-077-9, έκδοση "Μοντέρνοι Καιροί", Σεπτέμβριος 1998

Παραπομπή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικός σύνδεσμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα