Φωτοαγωγιμότητα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Με τον όρο φωτοαγωγιμότητα χαρακτηρίζεται η οποιαδήποτε αύξηση ηλεκτρικής αγωγιμότητας ενός ημιαγωγού, ως συνέπεια της έκθεσής του σε ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία, όπως είναι το φως.

Η φωτοαγωγιμότητα αναφέρεται σε τρεις τύπους: Ενδογενής, Εξωγενής και Φωτοβολταϊκή αγωγιμότητα

Ενδογενής φωτοαγωγιμότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ενδογενής φωτοαγωγιμότητα εμφανίζεται κυρίως στις περιπτώσεις των ενδογενών ημιαγωγών, που δεν περιέχουν δηλαδή προσμίξεις π.χ. γερμανίου ή πυριτίου, όταν κάποιο φωτόνιο προκαλεί μετάπτωση ενός ηλεκτρονίου από τη ζώνη σθένους στη ζώνη αγωγιμότητας μεσω μιας ταυτόχρονα δημιουργούμενης "τρύπας" (κενό θέσης ηλεκτρονίου) στην ενδιάμεση "απαγορευμένη ζώνη". Συνεπώς στο τύπο της ενδογενούς φωτοαγωγιμότητας ενός υλικού κύριοι παράγοντες δημιουργίας της είναι τόσο τα ελεύθερα ηλεκτρόνια όσο και οι δημιουργούμενες τρύπες.

Εξωγενής φωτοαγωγιμότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δε Εξωγενής φωτοαγωγιμότητα παρατηρείται στους ημιαγωγούς που φέρουν προσμίξεις έτσι ώστε να κατέχουν θέση δότου ή δέκτου ηλεκτρονίων μέσα στην απαγορευμένη ζώνη όπως είναι οι ημιαγωγοί τύπου n και τύπου p αντίστοιχα.

Επειδή στη πράξη η αγωγιμότητα αναφέρεται σε ημιαγωγούς λέγεται αντίστοιχα ενδογενής φωτοημιαγωγιμότητα και εξωγενής ομοίως. Έτσι ο μηχανισμός της εξωγενούς φωτοημιαγωγιμότητας είναι ανάλογος της ενδογενούς με τη διαφορά ότι για τη πραγματοποίησή της η ενέργεια που απιτείται να έχει το φωτόνιο μπορεί να είναι και λίγο μικρότερη.

Φωτοβολταϊκή αγωγιμότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανεξάρτητα από τους παραπάνω δύο τύπους φωτοαγωγιμότητας, η φωτοβολταϊκή αγωγιμότητα βασίζεται στο φωτοβολταϊκό φαινόμενο που παρουσιάζουν κάποια στοιχεία καλούμενα φωτοβολταϊκά με συνέπεια να μην απαιτεί επίδραση εξωτερικής διαφοράς δυναμικού, σε αντίθεση προς τις άλλες δύο προηγούμενες που θεωρείται αναγκαία, έστω και ορισμένη.