Φρουρούμενη κοινότητα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Καρφιά στον τοίχο που περιβάλλει μια κλειστή κοινότητα στο Ηστ Εντ του Λονδίνου

Μια φρουρούμενη κοινότητα (gated community, αλλιώς και περιφραγμένη ή οχυρωμένη κοινότητα) είναι ένα οικιστικό σύνολο με περιορισμένη πρόσβαση. Οι φρουρούμενες κοινότητες μπορεί να περιβάλλονται από τοίχο, που άλλοτε έχει διακοσμητικό κι άλλοτε οχυρωματικό ή διαχωριστικό χαρακτήρα, όμως σχεδόν πάντοτε διαθέτουν σημεία ελέγχου στις εισόδους τους, είτε αυτόματα είτε επανδρωμένα, και συχνά περιπολούνται από ιδιωτική αστυνομία και παρακολουθούνται από κάμερες ασφαλείας. Οι φρουρούμενες κοινότητες αποτελούν μια ανερχόμενη τάση στον οικιστικό σχεδιασμό παγκόσμια, καθώς εκατομμύρια άνθρωποι ζουν σε αυτές, και νέες πόλεις που κατασκευάζονται συνήθως έχουν τέτοια χαρακτηριστικά, είτε εξ ολοκλήρου είτε εν μέρει.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πρώτες κοινότητες του είδους στην σύγχρονη εποχή εμφανίστηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες στα μέσα με τέλη του 19ου αιώνα, κυρίως σαν χώροι αναψυχής, κυνηγετικά καταφύγια κ.α., και στις αρχές του 20ου αιώνα στην Καλιφόρνια σαν χώροι διαμονής πλούσιων. Αποκλειστικές κοινότητες εμφανίστηκαν λίγο αργότερα στη Μέση Ανατολή, χτισμένες για τη διαμονή των ξένων που εργάζονταν σε πετρελαϊκές εταιρίες. Μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτέλεσαν οι "κλειστές πόλεις" της Σοβιετικής Ένωσης, οι παροικίες στέγασης Αμερικανών στρατιωτικών που υπηρετούσαν σε ορισμένες βάσεις του εξωτερικού αλλά και οι κοινότητες των Ισραηλινών εποίκων στα κατεχόμενα εδάφη της Μέσης Ανατολής.

Στις δεκαετίες του '60 και του '70 το φαινόμενο εξαπλώθηκε και συμπεριέλαβε εκτός από τους πλούσιους και μικρά τμήματα της ανώτερης μεσαίας τάξης των Ηνωμένων Πολιτειών, με την ίδρυση κλειστών κοινοτήτων για συνταξιούχους. Στη δεκαετία του '80 η ίδρυση τέτοιων κοινοτήτων εξαπλώθηκε και σε άλλες χώρες, όπως στην Ευρώπη και ειδικότερα στη Βρετανία (η Μ. Θάτσερ κατοίκησε σε μια από τις πρώτες από αυτές).

Σήμερα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις δεκαετίες 80-90, κυρίως λόγω του φόβου της εγκληματικότητας και της όξυνσης των ταξικών και φυλετικών διαφορών, οι φρουρούμενες κοινοτητες γνώρισαν άνθιση, εξαπλώθηκαν σε πολλές περιοχές του αναπτυγμένου και μη κόσμου και περιέλαβαν μέσα στα τείχη τους εκτός από πλούσιους και ανθρώπους με μέσο ή χαμηλό εισόδημα, που αναζητούσαν έτσι έναν τρόπο να προφυλαχθούν από την αυξημένη εγκληματικότητα των υποβαθμισμένων περιοχών στις οποίες ζούσαν. Σήμερα οι κάτοικοι κλειστών κοινοτήτων στις ΗΠΑ δεν είναι αποκλειστικά πλούσιοι αλλά κατανέμονται περίπου ομοιόμορφα σε υψηλού, μέσου και χαμηλού εισοδήματος, με ψηλότερα ποσοστά λευκών και Λατίνων και μικρότερα Αφροαμερικανών.

Το 2000, σύμφωνα με έρευνα της Αμερικανικής Στατιστικής Υπηρεσίας, περίπου οκτώ με εννιά εκατομμύρια άνθρωποι ζούσαν σε κοινότητες που είχαν κάποιο είδος ελέγχου στις εισόδους τους. Στα επόμενα χρόνια υπήρξε σχετική αύξηση, και πλέον 50-70% των νέων οικιστικών κατασκευών στην Καλιφόρνια αφορούν αυτό το είδος στέγης· οι κάτοικοι κλειστών κοινοτήτων υπολογίζονται σε πολύ περισσότερους. Στη Βρετανία, οι φρουρούμενες κοινότητες γνώρισαν επίσης μεγάλη άνοδο μετά το 2000 και σήμερα φτάνουν τις χίλιες, με περίπου 100.000 κατοίκους. Φρουρούμενες κοινότητες υπάρχουν πλέον σε αρκετές από τις μεγάλες πόλεις του πλανήτη, ιδιαίτερα όπου υπάρχει πρόβλημα εγκληματικότητας, όπως στο Παρίσι, τη Μανίλα, τη Λίμα, το Σάο Πάολο και το Ρίο ντε Τζανέιρο, τη Νότια Αφρική. Στην Κίνα, απαραίτητη προϋπόθεση για τα νέα οικιστικά συγκροτήματα που χτίζονται είναι να διαθέτουν ελεγχόμενα σημεία εισόδου.

Στην Ελλάδα μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν οργανωμένες κλειστές κοινότητες, καθώς η δημιουργία τους απαιτεί τον αποκλεισμό δημόσιων χώρων όπως δρόμοι, πάρκα κ.α. αλλά και λόγω υψηλού κόστους της επένδυσης.

Τύποι-χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη σχετική βιβλιογραφία αναγνωρίζονται κυρίως τρεις τύποι κλειστών κοινοτήτων:

  • Κοινότητες αναψυχής, όπου σπίτια και διαμερίσματα χτίζονται γύρω από κέντρα αναψυχής και άθλησης, όπως γήπεδα γκολφ, πισίνες, παραλίες, σπα κ.λ.π. Γνωστές τέτοιες κοινότητες είναι αυτές της αλυσίδας Leisure World, που απευθύνεται σε πλούσιους συνταξιούχους.
  • Οι λεγόμενες "κοινότητες γοήτρου" που χτίζονται αποκλειστικά για να φιλοξενήσουν πλούσιους και διάσημους κατοίκους, χρησιμοποιώντας το διαχωρισμό από τους έξω τόσο σαν μέσο αποφυγής της δημοσιότητας όσο και σαν σύμβολο κύρους.
  • Τέλος κοινότητες που οχυρώνονται με στόχο την αύξηση της ασφάλειάς τους, καθώς βρίσκονται είτε μέσα σε περιοχές υψηλής εγκληματικότητας, είτε γειτονεύουν με αυτές. Μια τέτοια κοινότητα δεν έχει απαραίτητα σχεδιαστεί με αυτή τη φυσιογνωμία, αλλά μπορεί να είναι μια συνηθισμένη γειτονιά μιας πόλης, της οποίας οι κάτοικοι χρησιμοποιούν τοίχους και μπάρες ελέγχου προκειμένου να μειωθεί η εγκληματικότητα ή η κίνηση των οχημάτων. Συχνά τα κίνητρα αυτού του διαχωρισμού μπορεί να είναι και φυλετικά, όπως συμβαίνει σε ορισμένες γειτονιές του Μαϊάμι και της Νέας Υόρκης.

Κάποιες κοινότητες μπορεί να είναι και συνδυασμός των παραπάνω τύπων.

Οι κοινότητες αυτές συνήθως διοικούνται από μια συνέλευση ιδιοκτητών που ρυθμίζει διάφορα θέματα, όπως τα τέλη για τη συντήρηση και λειτουργία των υπηρεσιών ασφαλείας, τους όρους και τις προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληροί κάποιος προκειμένου να γίνει μέλος της κοινότητας, τους κανόνες συμπεριφοράς κ.α. Ανάλογα με το μέγεθός τους, οι κοινότητες μπορεί να διαθέτουν διάφορα καταστήματα, εστιατόρια, χώρους αναψυχής, κέντρα υγείας κ.α.· οι μεγαλύτερες από αυτές είναι συνήθως αυτάρκεις όσον αφορά τις καθημερινές ανάγκες των κατοίκων.

Κίνητρα για την ανάπτυξη των κλειστών κοινοτήτων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ασφάλεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το βασικό κίνητρο για την ύπαρξη των φρουρούμενων κοινοτήτων είναι αναζήτηση ασφάλειας από τους κατοίκους τους. Η ύπαρξη τοίχων, περιφράξεων και σημείων ελέγχου ή συρόμενων πυλών στις εισόδους του οικισμού υποτίθεται ότι εξασφαλίζουν έλεγχο στο ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει από το χώρο. Όμως τέτοια εμπόδια δεν είναι εύκολο να σταματήσουν σοβαρούς εγκληματίες: οι τοίχοι μπορούν να υπερπηδηθούν, τα σημεία ελέγχου μπορούν να προσπελαστούν με τη μέθοδο του tailgating (με το να ακολουθήσει δηλαδή κάποιος ένα αυτοκίνητο που μόλις άνοιξε την πύλη με τον αυτόματο έλεγχο, ιδιαίτερα σε ώρες αιχμής και σε μεγάλα οικιστικά συγκροτήματα) και οι ιδιωτικοί αστυνομικοί δεν έχουν το δικαίωμα οπλοφορίας ή σύλληψης. Η αστυνομία δεν μπορεί να δει τι γίνεται πίσω από τον τοίχο, ενώ έχει αρκετές φορές πρόβλημα στο να επέμβει, δεδομένου ότι πρέπει να έχει κωδικούς για την αυτόματη πύλη. Σε άλλες περιπτώσεις, οι πύλες είναι ανοιχτές για τον καθένα, καθώς η κοινότητα αρνείται να πληρώσει για τον εξοπλισμό ή την εικοσιτετράωρη επάνδρωσή τους.

Κατά τα φαινόμενα, η περίφραξη μιας κοινότητας δεν μειώνει απαραίτητα την εγκληματικότητα[1] ή τη μειώνει σε βαθμό πολύ μικρό για να δικαιολογήσει την ύπαρξη όλων των μέτρων ασφαλείας και τον εγκλεισμό των κατοίκων[2].

Κοινωνικός περίγυρος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα μέρος των όσων ζουν σε περίκλειστες κοινότητες πηγαίνουν εκεί και για τον πρόσθετο λόγο της εξασφάλισης ενός κοινωνικού περίγυρου ορισμένου status, εισοδήματος, μόρφωσης ή -μέσω του εντοιχισμού τους- επιδιώκουν να αποφύγουν τη συναναστροφή με μια πλειοψηφία διαφορετικής φυλής ή χρώματος (π.χ. ένα παρακείμενο γκέτο). Επιπλέον από τις οικονομικές απαιτήσεις της αγοράς μιας τέτοιας κατοικίας, που εξασφαλίζει συγχρωτισμό με άτομα της επιθυμητής κοινωνικής/οικονομικής τάξης, συνήθως υπάρχει κι ένα σετ κανόνων που καθορίζει τη συμπεριφορά των κατοίκων τόσο σε σχέση με τη λειτουργία όσο και με την εικόνα της κοινότητας (υποχρεώσεις για την καθαριότητα και την σχεδόν ομοιόμορφη εμφάνιση των σπιτιών, απαγορεύσεις διάφορων τύπων οχημάτων, των σχοινιών απλώματος, των δορυφορικών πιάτων, των κατοικίδιων κ.α.) που τα νέα μέλη της κοινότητας δεσμεύονται να τηρήσουν.

Οικονομικά κίνητρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εγγύηση τόσο για την ασφάλεια των κατοίκων όσο και για την αποφυγή ανεπιθύμητων κοινωνικών συναναστροφών, η ανέγερση οχυρωματικών έργων και η εγκατάσταση και συντήρηση συστημάτων ασφαλείας ανεβάζουν το κόστος των κατοικιών. Έτσι συμφέρει τους εργολάβους να κατασκευάζουν τέτοιες κοινότητες, τις οποίες θα πουλήσουν σε αρκετά ψηλότερες τιμές από το συνηθισμένο. Οι ιδιοκτήτες, από την πλευρά τους, επενδύουν σε τέτοιες κατοικίες επειδή η τιμή τους είναι πιο σταθερή από τα συνηθισμένα ακίνητα· έτσι, η αγορά ενός ακινήτου μέσα σε φρουρούμενη κοινότητα θεωρείται σίγουρη επένδυση και έχει σημαντικές πιθανότητες κέρδους σε ενδεχόμενη μεταπώληση. Σε ένα τρίτο επίπεδο, μικροί Δήμοι είναι διατεθειμένοι να δεχτούν κλειστές κοινότητες στο χώρο δικαιοδοσίας τους, καθώς έτσι εξασφαλίζουν πρόσθετους δημοτικούς φόρους από τους πλούσιους κατοίκους, καθώς και μια ενδεχόμενη ανάπτυξη της τοπικής αγοράς, αν και οι σοβαρές περιφραγμένες κοινότητες περιλαμβάνουν στην περίμετρό τους καταστήματα για αρκετές από τις καθημερινές ανάγκες.

Κριτική και επιπτώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα βασικό σημείο κριτικής των περιφραγμένων κοινοτήτων είναι η κατακράτηση για δική τους χρήση χώρων και υπηρεσιών που κανονικά θα έπρεπε να είναι δημόσιοι, όπως δρόμοι, πεζοδρόμια, πάρκα, παραλίες κλπ. Επιπλέον, στην περίπτωση που αποτελέσουν μέρος ενός Δήμου, όπως γίνεται συχνά στην Καλιφόρνια, οι περιφραγμένες κοινότητες χρησιμοποιούν δημόσιες υπηρεσίες και πόρους (νερό και αποχέτευση, αποκομιδή απορριμμάτων, χρήματα για εξωραϊσμό του περιβάλλοντος) που πληρώνονται από όλους τους δημότες, στους οποίους όμως απαγορεύεται η χρήση των χώρων που βρίσκονται πίσω από τον τοίχο.

Επίσης, οι φρουρούμενες κοινότητες προκαλούν αύξηση της εγκληματικότητας στις γύρω περιοχές (καθώς "εκτοπίζουν" τους εγκληματίες) αλλά και πτώση της αξίας γης σε αυτές (επειδή η αξία των ακινήτων μέσα σε μια περιφραγμένη κοινότητα παραμένει σταθερότερη απ' ότι έξω). Έτσι αναγκάζουν και τις γειτονικές συνοικίες ή περιοχές να υψώσουν τα δικά τους τείχη, πράγμα που εξηγεί την πυκνή διάταξη τέτοιων κοινοτήτων σε ορισμένες πόλεις των ΗΠΑ[3].

Πέρα απ' αυτά, οι φρουρούμενες κοινότητες έχουν αποτελέσει στόχο έντονης κριτικής από κοινωνιολογικής άποψης. Η αναπαραγωγή της κουλτούρας του διαχωρισμού και της αποφυγής της συναναστροφής με "ανεπιθύμητους", θεωρείται ότι οδηγεί στη διάρρηξη του κοινωνικού ιστού και, μακροπρόθεσμα, σε εντελώς αντίθετα αποτελέσματα όσον αφορά την καταπολέμηση της εγκληματικότητας και την ασφάλεια των ανθρώπων τόσο μέσα όσο και έξω από τις κοινότητες αυτές. Η ανάπτυξη της "νοοτροπίας του φρουρίου" (fortress mentality) οδηγεί όχι σε μεγαλύτερη αίσθηση ασφάλειας, μα σε μεγαλύτερο φόβο για τους "απ' έξω": σύμφωνα με έρευνα του Πανεπιστημίου της Γλασκώβης, στις φρουρούμενες κοινότητες της Βρετανίας οι κάτοικοι συχνά πιστεύουν ότι η εγκληματικότητα έξω απ' τον τοίχο είναι υψηλότερη, ενώ δεν συμβαίνει απαραίτητα κάτι τέτοιο, ειδικά όταν οι κοινότητες αυτές βρίσκονται σε αγροτικές περιοχές[4]. Θέτοντάς το διαφορετικά, όσο συγκεκριμενοποιείται και περιορίζεται ο χώρος στον οποίο κάποιος νιώθει ασφαλής, τόσο μεγαλώνει ο χώρος στον οποίο θα νιώθει ανασφαλής. Κάτι που θεωρείται κακό τόσο για τους κάτοικους των συγκεκριμένων κοινοτήτων (τα επίπεδα φόβου απέναντι στο έγκλημα στις κλειστές κοινότητες δεν φαίνονται να είναι χαμηλότερα, παρά τον εγκλεισμό[5]) όσο και για τα παιδιά που θα μεγαλώσουν σ' ένα τέτοιο περιβάλλον. Για αρκετούς ερευνητές, η τάση αύξησης των περίκλειστων κοινοτήτων θεωρείται σαν επιστροφή στις οχυρωμένες κοινότητες του Μεσαίωνα, και εξετάζεται σαν φαινόμενο κοινωνικής και αστικής παθολογίας.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία-πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]