Φρουρά επί του Ρήνου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Φρουρά Επί Του Ρήνου
Watch On The Rhine
Watch on the Rhine poster.jpg
Σκηνοθεσία Χέρμαν Σούμλιν
Παραγωγή Χαλ Ουόλις
Σενάριο Ντάσιελ Χάμετ
Λίλιαν Χέλμαν (Θεατρικό)
Πρωταγωνιστές Μπέτι Ντέιβις
Πολ Λούκας
Λουσίλ Γουότσον
Τζορτζ Κουλούρις
Κυκλοφορία 1943
Πρώτη προβολή Country flag 27/8/1943
Μουσική Μαξ Στάινερ
Διάρκεια 114 λεπτά
Γλώσσα Aγγλικά
Σελίδα IMDb
Σελίδα Cine.gr

Η ταινία Φρουρά επί του Ρήνου (Αγγλικός τίτλος Watch On The Rhine) είναι δράμα παραγωγής 1943 σε σκηνοθεσία Χέρμαν Σούμλιν. Η ταινία αποτελεί κινηματογραφική μεταφορά του ομώνυμου θεατρικού έργου της Λίλιαν Χέλμαν, το οποίο διασκεύασε για τη μεγάλη οθόνη ο συγγραφέας και σύντροφος της Χέλμαν Ντάσιελ Χάμετ. Πρωταγωνιστές της ταινίας είναι οι Μπέτι Ντέιβις και Πολ Λούκας. Η ταινία προτάθηκε για Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας κι ο Λούκας βραβεύτηκε με όσκαρ Α' Ανδρικού Ρόλου για την ερμηνεία του.

Υπόθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

To 1940, ενώ η Ευρώπη μαστίζεται από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Γερμανός Κουρτ Μούλερ (Πολ Λούκας), η Αμερικανίδα γυναίκα του Σάρα (Μπέτι Ντέιβις) και τα τρία τους παιδιά, αφήνουν την γηραιά ήπειρο και φτάνουν στην Αμερική όπου ζει η οικογένεια της Σάρα. Η Σάρα δεν έχει δει την οικογένειά της για 17 χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων ο σύζυγός της, πρώην μηχανικός, συμμετείχε ενεργά σε μυστική οργάνωση που έχει ως σκοπό τον αγώνα κατά του Ναζισμού. Φτάνοντας στο σπίτι της η Σάρα συναντά τη μητέρα της Φάνι Φάρελι (Λουσίλ Γουότσον) και τον αδελφό της Ντέιβιντ (Ντόναλντ Γουντς) μετά από τόσα χρόνια. Στο σπίτι των Φάρελι φιλοξενούνται και ο Ρουμάνος κόμης Τεκ Ντε Μπράνκοβις (Τζορτζ Κουλούρις) με την Αμερικανίδα σύζυγό του Μάρθε (Τζέραλντιν Φιτζέραλντ). Ενώ ο Κουρτ προσπαθεί να εξηγήσει στη μητέρα και τον αδελφό της Σάρα, την κατάσταση στην Ευρώπη και την αντιναζιστικό του αγώνα, ο κόμης Ντε Μπράνκοβις, που είναι φίλος των Γερμανών, ψάχνει απεγνωσμένα να βρει τον τρόπο να βρει εύκολο χρήμα και βίζα για να επιστρέψει στην Ευρώπη. Αφού ο κόμης ανακαλύψει την ύπαρξη ενός χαρτοφύλακα με χρήματα, προκηρύξεις και ένα όπλο που μεταφέρει η οικογένεια Μούλερ, εκβιάζει τον Κουρτ και σπεύδει στην Γερμανική Πρεσβεία για να πουλήσει τις πληροφορίες του. Ο Κουρτ και η Σάρα που βρίσκονται στην Αμερική για την συγκομιδή χρημάτων που πρόκειται να βοηθήσουν την αντίσταση κατά του φασιστικού καθεστώτος προσπαθούν να βρουν τρόπους προκειμένου να φέρουν την αποστολή τους εις πέρας και έρχονται σε σύγκρουση με τον ανέντιμο κόμη.

Παραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κινηματογραφική μεταφορά του αντιπολεμικού θεατρικού δράματος της συγγραφέως Λίλιαν Χέλμαν αποτελούσε το πιο φιλόδοξο εγχείρημα της εταιρίας Warner για το 1943, ενώ οι Η.Π.Α. είχαν ήδη μπει στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Το θεατρικό είχε ανέβει στο Μπρόντγουεϊ το 1941 για 378 παραστάσεις και είχε κάνει μεγάλη επιτυχία[1]. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους εμφανίζονταν οι: Πολ Λούκας, Μαντι Κριστιανς, Λουσίλ Γουότσον, Τζορτζ Κουλούρις και Χέλεν Τρένχολμ. Ο Τζακ Γουόρνερ αγόρασε τα δικαιώματα του θεατρικού για 150.000 δολάρια καθώς πίστευε ότι η μεταφορά του στη μεγάλη οθόνη, εν καιρώ πολέμου, θα ενδυνάμωνε το πατριωτικό αίσθημα και θα έδινε κουράγιο στον κόσμο που είχε συγγενείς στο μέτωπο[2][3] . Η ταινία είχε επίσης σκοπό να ενημερώσει τους Αμερικάνους, για την επικινδυνότητα του Ναζιστικού κινήματος. Όπως η Φάνι και ο Ντέιβιντ που δείχνουν να καταδικάζουν το Ναζισμό, χωρίς να ξέρουν ακριβώς τι μπορεί να σημαίνει η εξάπλωσή του, έτσι κι ο Αμερικανικός λαός, όντας μακριά από την εστία του κακού, ήταν διχασμένος και δεν ήξερε το λόγο για τον οποίο γινόταν αυτός ο πόλεμος.

Η Μπέτι Ντέιβις που εκείνη την περίοδο γύριζε την ταινία Το ξέσπασμα μιας ψυχής (Now Voyager, 1942) δεν ήταν διαθέσιμη για το ρόλο της Σάρα Μούλερ. Έτσι ο παραγωγός Χαλ Ουόλις ξεκίνησε την ανεύρεση της κατάλληλης ηθοποιού για να ερμηνεύσει το ρόλο, ενώ ο Ντάσιελ Χάμετ (ο συγγραφέας του μυθιστορήματος Το γεράκι της Μάλτας, που συζούσε για χρόνια με τη Χέλμαν) άρχισε να γράφει το σενάριο, ενώ βρισκόταν στη φάρμα του στο Πλέζαντβιλ. Ο Ουάλις πρότεινε το ρόλο της Σάρα στην Άιριν Νταν. Η Νταν θεώρησε το ρόλο μικρό και τον απέρριψε. Έπειτα ο παραγωγός προσέγγισε τις Μάργκαρετ Σάλαβαν και Χέλεν Χέιζ, που επίσης τον απέρριψαν. Ενώ ακόμη δεν είχε βρεθεί η κατάλληλη ηθοποιός για να ερμηνεύσει τη Σάρα, ο Χάμετ τραυματίστηκε στην πλάτη και πήρε άδεια για κάμποσο καιρό. Όταν ήταν έτοιμος για να συνεχίσει τη συγγραφή του σεναρίου, η Ντέιβις είχε τελειώσει με τα γυρίσματα της ταινίας Το ξέσπασμα μιας ψυχής. Ο Ουόλις έστειλε το ημιτελές σενάριο του Χάμετ στην Ντέιβις που ήταν φανατική οπαδός του φιλελεύθερου κόμματος και του Φράνκλιν Ρούσβελτ, καθώς και πολέμιος του φασισμού. Η ηθοποιός, που κατά τη διάρκεια του πολέμου είχε δημιουργήσει, με τη βοήθεια του Τζον Γκάρφιλντ και του Τζακ Γουόρνερ, ένα κλαμπ διασκέδασης όπου διάφοροι ηθοποιοί του Χόλιγουντ εμψύχωναν τους στρατιώτες κι όπου μαζεύονταν χρήματα για να σταλθούν στο εξωτερικό και να βοηθήσουν την αντίσταση κατά του φασισμού, δέχτηκε αμέσως το ρόλο.

Ο Ουόλις ήθελε τον Σαρλ Μπουαγιέ για το ρόλο του Κουρτ Μούλερ[3], αλλά θεωρούσε ότι η γαλλική προφορά του δεν ταίριαζε στο ρόλο κι έτσι αποφάσισε ότι Ούγγρος Πολ Λούκας που τον είχε ερμηνεύσει στο Μπρόντγουεϊ και είχε τιμηθεί με βραβείο για την ερμηνεία του, θα ήταν το καταλληλότερο άτομο[2] .

Το γεγονός ότι η Ντέιβις ανέλαβε το ρόλο της Σάρα, που ήταν δευτερεύοντας χαρακτήρας στο θεατρικό, έδωσε την ελευθερία στο Χάμετ να εμπλουτίσει το ρόλο, προσθέτοντας στοιχεία που δεν υπήρχαν στο θεατρικό[3]. Η Ντέιβις είχε δεχτεί το ρόλο, επειδή πίστευε στην αξία της ταινίας, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι ήταν μικρός. Το όνομα της που ήταν το εμπορικότερο στο Χόλιγουντ εκείνη την περίοδο θα ωθούσε περισσότερο κόσμο να δει την ταινία.

Το γραφείο Χέιζ, που ασκούσε λογοκρισία στις ταινίες, θεώρησε ότι ο Κουρτ δεν έπρεπε να μείνει ατιμώρητος για το φόνο του Τεκ και πρότεινε να γίνει αναφορά στο φόνο του Κουρτ από τους Ναζί στο τέλος της ταινίας. Η Χέλμαν αντέδρασε υποστηρίζοντας ότι τα κίνητρα του Κουρτ που τον ήθελαν να σκοτώνει τον Τεκ ήταν δικαιολογημένα. Η Warner υποστήριξε την άποψή της και η σκηνή έμεινε ως είχε[3].

Γυρίσματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα γυρίσματα ξεκίνησαν τον Ιούνιο του 1942, μόλις μια βδομάδα μετά τη λήξη της ταινίας Το ξέσπασμα μιας ψυχής, αφήνοντας στη Ντέιβις ελάχιστο καιρό για διακοπές μεταξύ των γυρισμάτων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να καυγαδίσει αμέσως με το σκηνοθέτη της ταινίας Χέρμαν Σούμλιν, που σκηνοθέτησε το θεατρικό στο Μπρόντγουεϊ, αλλά δεν είχε εμπειρία στον κινηματογράφο. Η Ντέιβις είχε επίσης κακές σχέσεις με τη Λουσίλ Γουότσον που είχε αναλάβει το ρόλο της μητέρας της και που σε αντίθεση με τη φιλελεύθερη Ντέιβις, άνηκε στη συντηρητική παράταξη[3].

Ο Ουάλις ανακοίνωσε στην Ντέιβις ότι το όνομά της επρόκειτο να εμφανιστεί πρώτο στους τίτλους έναρξης, για να προσελκύσει περισσότερο κόσμο. Εκείνη διαφώνησε υποστηρίζοντας ότι κάτι τέτοιο ήταν γελοίο εφόσον ο ρόλος της ήταν δευτερεύων[3]. Το γραφείο διαφήμισης της Warner επέμεινε όμως ότι ήταν το όνομά της που επρόκειτο να προσελκύσει το κοινό και παρά τις αντιδράσεις της τοποθέτησε το όνομά της πάνω από του Πολ Λούκας, τόσο στους τίτλους όσο και στο τρέιλερ και την αφίσα της ταινίας. Η ταινία αποτέλεσε τη δεύτερη συμμετοχή της ηθοποιού σε κινηματογραφική μεταφορά έργου τις Χέλμαν, μετά τις Μικρές Αλεπούδες (The Little Foxes, 1941) του Γουίλιαμ Γουάιλερ.

Κριτικές και Βραβεία Όσκαρ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ταινία έκανε πρεμιέρα στις Η.Π.Α. τον Αύγουστο του 1943 και έλαβε θετική υποδοχή τόσο από το κοινό όσο και από τους κριτικούς[4][5]. Οι κριτικοί της Νέας Υόρκης βράβευσαν την ταινία, ως την καλύτερη του 1943, καθώς και την ερμηνεία του Λούκας. Έλαβε τέσσερις υποψηφιότητες για όσκαρ μεταξύ των οποίων και εκείνο για την "Καλύτερη ταινία" του 1943, σε μια χρονιά που και οι δέκα υποψήφιες ταινίες είχαν τις ίδιες πιθανότητες να στεφθούν νικήτριες. Η επική παραγωγή, θρησκευτικού χαρακτήρα Ουράνια Οπτασία (The Song Of Bernadette) οδηγούσε την κούρσα με 13 υποψηφιότητες ακολουθούμενη από την κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος του Έρνεστ Χέμινγουεϊ Για ποιον χτυπά η καμπάνα (For Whom The Bell Tolls) με 9. Μέχρι εκείνη τη στιγμή κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι η ταινία του Μάικλ Κερτίζ Καζαμπλάνκα (Casablanca) θα υπερίσχυε όλων αποσπώντας εκτός από το όσκαρ Καλύτερης Ταινίας και όσκαρ σεναρίου και σκηνοθεσίας. Η Φρουρά επί του Ρήνου κατάφερε να αποσπάσει ένα αγαλματίδιο, εκείνο για την ερμηνεία του Πολ Λούκας, ο οποίος κατάφερε να υπερισχύσει των αντιπάλων του και ιδιαίτερα του Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, με την ειλικρινή και θερμή του ερμηνεία. Η Λουσίλ Γουότσον έχασε το όσκαρ Β' Γυναικείου Ρόλου από τη δική μας Κατίνα Παξινού που αναδείχτηκε νικήτρια για το Για ποιον χτυπά η καμπάνα και ο Ντάσιελ Χάμετ έχασε από τους αδελφούς Έπσταϊν και τον Χάουαρντ Κοχ για το Καζαμπλάνκα.

Βραβεία Ακαδημίας Κινηματογράφου (Όσκαρ)

Βράβευση:

  • Α’ Ανδρικού Ρόλου - Πολ Λούκας

Υποψηφιότητες:

  • Καλύτερης Ταινίας – Χαλ Ουόλις
  • Β’ Γυναικείου Ρόλου – Λουσίλ Γουότσον
  • Διασκευασμένου Σεναρίου – Ντάσιελ Χάμετ

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Watch on the Rhine at the Internet Broadway Database
  2. 2,0 2,1 Stine, Whitney, and Davis, Bette, Mother Goddam: The Story of the Career of Bette Davis. New York: Hawthorn Books 1974. ISBN 0-8015-5184-6, pp. 170-172
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 3,5 Higham, Charles, The Life of Bette Davis. New York: Macmillan Publishing Company 1981. ISBN 0-025-51500-4, pp. 164-166
  4. New York Times review
  5. Variety review