Φρανκ Ντώσον Άνταμς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο γεωλόγος Φρανκ Ντώσον Άνταμς

Ο Φρανκ Ντώσον Άνταμς (Frank Dawson Adams, 17 Σεπτεμβρίου 185926 Δεκεμβρίου 1942) ήταν Καναδός γεωλόγος.

Τα πρώτα του χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Φρανκ Ντώσον `Ανταμς γεννήθηκε στο Μόντρεαλ, σε μία εύπορη μεσοαστική οικογένεια,και απεφοίτησε από το ιδιωτικό γυμνάσιο Montreal High School. Ως μαθητής εκεί ο `Ανταμς έλαβε μία κλασική μόρφωση, και η γνώση του των λατινικών υπήρξε πολύτιμη αργότερα, στις ιστορικές μελέτες του. Σε ηλικία 16 ετών έγινε δεκτός στο «Πρόγραμμα Εφαρμοσμένης Επιστήμης» του Πανεπιστημίου ΜακΓκιλ του Μόντρεαλ, όπου σπούδασε γεωλογία με τον Τζων Γουίλιαμ Ντώσον και Μπέρναρντ Χάρινγκτον (ο οποίος είχε δημιουργήσει και το «Πρόγραμμα Εφαρμοσμένης Επιστήμης»). Σε αδημοσίευτες σημειώσεις[1] ο `Ανταμς αναφέρει τον Χάρινγκτον ως «τον καθηγητή που κυρίως τον επηρέασε.»[2].

Ο `Ανταμς απεφοίτησε με άριστα ως πτυχιούχος της «Εφαρμοσμένης Επιστήμης» το 1878 και μετά πέρασε ένα έτος στην επιστημονική σχολή του Γέιλ, όπου μελέτησε γερμανικά, γαλλικά και ορυκτολογία. Εκεί συνάντησε τον George Wessel Hawes (1848-1882), ένα πρωτοπόρο Αμερικανό πετρολόγο, που είχε εργασθεί με τον Χάρυ Ρόζενμπους στη Γερμανία. Με τον συμφοιτητή του Andrew Cowper Lawson δημοσίευσαν την πρώτη τους εργασία το 1888, που είχε ως θέμα το ορυκτό σκαπόλιθο. Επιστρέφοντας στο Μόντρεαλ, ο `Ανταμς διορίσθηκε ως βοηθός χημικού στην καναδική Γεωλογική Υπηρεσία (Geological Survey of Canada) και το επόμενο έτος ως «βοηθός χημικού και πετρογράφος»[3]. Στη συνέχεια πέρασε σχεδόν δύο χρόνια στη Χαϊδελβέργη, μελετώντας με τον Ρόζενμπους, τον κορυφαίο τότε στη μικροσκοπιακή πετρογραφία των ηφαιστειογενών πετρωμάτων[4]. Ο Ρόζενμπους προσέλκυε φοιτητές από πολλές διαφορετικές χώρες και ο `Ανταμς γνωρίστηκε στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης με τους Βίκτορ Γκόλντσμιντ και A. Οσάν, μετέπειτα διάσημους Ευρωπαίους γεωχημικούς[5]. Το 1883 ο `Ανταμς δημοσίευσε την πρώτη εργασία στον Καναδά που αξιοποιούσε πλήρως το πετρογραφικό μικροσκόπιο. Πήρε μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών (Master) από το McGill το 1884 και το διδακτορικό του από το Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης το 1892. Η διδακτορική διατριβή του πάνω στον ανορθοσίτη του Morin κατέδειξε ότι αυτά τα πετρώματα δεν ήταν μεταμορφωμένα ιζηματογενή, όπως πιστευόταν μέχρι τότε, αλλά ηφαιστειογενή που είχαν εισδύσει στα ιζήματα της Γκρένβιλ και αργότερα είχαν μεταμορφωθεί κατά την Ορογένεση Γκρένβιλ.

Μετέπειτα ζωή και έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1889 ο `Ανταμς έγινε λέκτορας της γεωλογίας στο Πανεπιστήμιο Μακγκίλ και καθηγητής μετά την αποχώρηση του Ντώσον το 1892. Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι τη συνταξιοδότησή του το 1924. Παρότι εργαζόταν με πλήρη απασχόληση στο Μακγκίλ, συνέχισε να περνά τα καλοκαίρια του ερευνώντας σε διάφορες περιοχές με την οικονομική υποστήριξη της καναδικής Γεωλογικής Υπηρεσίας, αρχίζοντας με τις κομητείες Γκρένβιλ και Χαλιμπέρτον του Οντάριο. Οι έρευνές του εκεί, μετά το 1896 σε συνεργασία με τον Alfred Barlow της Γεωλογικής Υπηρεσίας, δημοσιεύθηκαν από την Υπηρεσία το 1908 και θεωρούνται κλασικό έργο της καναδικής γεωλογίας. Τα πετρώματα, ανάμεσά τους και ασυνήθιστα αλκαλικά, δεν χαρτογραφήθηκαν απλώς, αλλά μελετήθηκαν λεπτομερώς με τη χρήση πετρογραφικών και χημικών μεθόδων, ενώ εξάχθηκαν στέρεα συμπεράσματα σχετικά με την πετρογένεσή τους. Συγχρόνως, ο `Ανταμς μελετούσε τα ιδιόμορφα πετρολογικά χαρακτηριστικά μιας ομάδας αλκαλικών εισδύσεων πολύ νεότερης ηλικίας (προσδιοριζόμενης σήμερα στην πρώιμη κρητιδική περίοδο), που την απεκάλεσε «Λόφοι Μοντερέτζιαν». Αυτή η δουλειά συνεχίσθηκε από τους φοιτητές του, ιδίως από τον Τζόζεφ `Ωστιν Μπάνκροφτ (1882-1957), ο οποίος διαδέχθηκε τον `Ανταμς στην έδρα του στο Μακγκίλ[6]. Παρακινημένος από τις παρατηρήσεις του σχετικά με τη ροή μεταμορφωμένων ασβεστολίθων στο Γκρένβιλ, ο `Ανταμς άρχισε μία σειρά πρωτοποριακών πειραματικών μελετών των φυσικών ιδιοτήτων των πετρωμάτων σε υψηλές πιέσεις και θερμοκρασίες, που έγιναν σε συνεργασία με τον Τζων Τόμας Νίκολσον, καθηγητή της μηχανικής στο Πανεπιστήμιο Μακγκίλ[7]. Αυτό έγινε πολύ πριν διεξαχθεί συγκρίσιμη έρευνα στη Γερμανία ή στις ΗΠΑ. Παρότι ο πειραματικός εξοπλισμός ήταν πρωτόγονος σε σχέση με αυτόν που αναπτύχθηκε αργότερα στις ΗΠΑ, η εργασία του `Ανταμς έτυχε μεγάλης αναγνωρίσεως από το μόλις ιδρυμένο Ινστιτούτο Κάρνετζι της Ουάσινγκτον, το οποίο τον υποστήριξε οικονομικά και προσπάθησε να τον πείσει να μεταναστεύσει στις ΗΠΑ[2][8][9]. Ο `Ανταμς ωστόσο παρέμεινε στο Μακγκίλ, όπου υπηρέτησε ως κοσμήτορας της Σχολής Εφαρμοσμένης Επιστήμης (1905-1919) και στη συνέχεια (1919-1922) ως αντιπρύτανης. Υπήρξε ο πρόεδρος του 12ου Διεθνούς Γεωλογικού Συνεδρίου, που έγινε στο Τορόντο το 1913[10], και πρόεδρος της Γεωλογικής Εταιρείας της Αμερικής το 1918. Ανακηρύχθηκε εταίρος (μέλος) της Βασιλικής Ακαδημίας του Καναδά το 1896, εταίρος της Βασιλικής Εταιρείας το 1907 και επίτιμο μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Επιστημών το 1917[11].

Μετά τη συνταξιοδότησή του από το Μακγκίλ, ο `Ανταμς άρχισε να ταξιδεύει πολύ, συνέλεξε πολλά βιβλία για την ιστορία της γεωολογίας, καθώς και δείγματα πετρωμάτων και ορυκτών για το πανεπιστήμιό του. Δημοσίευσε αρκετές εργασίες για τη γεωλογία της Σρι Λάνκα, μεταξύ των οποίων και τον πρώτο γεωλογικό της χάρτη, καθώς και για την ιστορία της γεωλογίας, που κορυφώθηκαν στο βιβλίο του Birth and Development of the Geological Sciences (= Η γέννηση και η ανάπτυξη των γεωλογικών επιστημών, 1938), το οποίο έγινε κλασικό και επανεκδόθηκε το 1954. Πέθανε στο Μόντρεαλ σε ηλικία 83 ετών. Κληροδότησε τη συλλογή του από σπάνια βιβλία (1581 τόμοι) στο Πανεπιστήμιο Μακγκίλ.

Τιμητικές διακρίσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μετάλλιο Flavelle για συνεισφορά στις βιολογικές επιστήμες (1937)
  • Τιμητική πλάκα στο Μουσείο Ρέντπαθ της Πανεπιστημιούπολης του Μακγκίλ (1950)
  • Το κτήριο Frank Dawson Adams του Πανεπιστημίου Μακγκίλ ονομάσθηκε έτσι προς τιμή του.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. McGill archives
  2. 2,0 2,1 Flett, J.S. (November 1943). "Frank Dawson Adams, 1859-1942". Obituary Notices of Fellows of the Royal Society 4 (12): 381–393. doi:10.1098/rsbm.1943.0010. 
  3. Zaslow, M., 1975. Reading the Rocks: The Story of the Geological Survey of Canada, 1842-1872. Toronto, Macmillan.
  4. Young, D.A., 2003. Mind Over Magma: The Story of Igneous Petrology. Princeton University Press, σσ. 154-165
  5. Mahler, J.P. & H.W. Pfefferkorn, 1988. The influence of the University of Heidelberg on the development of geology in North America between 1860 and 1913. Earth Sciences History, 7:33-43.
  6. «History». Department of Earth and Planetary Sciences. McGill University. http://www.mcgill.ca/eps/department/history. Ανακτήθηκε στις 24 Ιανουαρίου 2013. 
  7. Easkins, P.R., 1972. Frank Dawson Adams - Founder of modern structural geology. Proceedings of the Geological Association of Canada, 24: 13-16.
  8. Geschwind, C.-H., 1995. Becoming interested in experiments: American igneous petrologists and the Geophysical Laboratory, 1905-1965. Earth Sciences History, 14:47-61
  9. Yochelson, E.L. and H.S. Yoder, Jr., 1994. "Founding of the Geophysical Laboratory, 1901-1905: A scientific bonanza from perception of persistence". Geological Society of America Bulletin, 106:338-350
  10. Middleton, G.V., 2007. The 12th International Geological Congress, Toronto, 1913. Episodes, 30:1-12.
  11. «Book of Members, 1780-2010: Chapter A». American Academy of Arts and Sciences. http://www.amacad.org/publications/BookofMembers/ChapterA.pdf. Ανακτήθηκε στις 1 Απριλίου 2011. 

Πηγές - εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Frank Dawson Adams της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).