Φιλίππο Λίππι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Φιλίππο Λίππι
Fra Filippo Lippi 007.1.jpg
Αυτοπροσωπογραφία του Λίππι
Πραγματικό όνομα Filippo Lippi
Γέννηση 30 Ιουλίου 1511
Τόπος γέννησης Αρέτσο, Τοσκάνη, Ιταλία
Θάνατος 1406
Τόπος θανάτου Φλωρεντία, Ιταλία
Εθνικότητα Ιταλική
Είδος Τέχνης Ζωγραφική
Καλλιτεχνικά ρεύματα πρώιμη Αναγέννηση
Fra Filippo Lippi - Μαντόνα με Χριστό και δυο αγγέλους, 1465

Ο Φιλίππο Λίππι (ιταλ. Filippo Lippi) ήταν Ιταλός ζωγράφος του 15ου αιώνα.

Σύντομο βιογραφικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λίππι γεννήθηκε σε μεγάλη αλλά φτωχή οικογένεια στη Φλωρεντία[1] γύρω στα 1406. Ο πατέρας του ονομαζόταν Τομμάζο (Tommaso) και ήταν χασάπης[2]. Αν το αρχικό βαπτιστικό του όνομα ήταν διαφορετικό, δεν διασώζεται. Οι γονείς του απεβίωσαν όταν ο Φιλίππο ήταν ακόμη παιδί και την ανατροφή του ανέλαβε η θεία του[3] Μόνα Λαπατσία (Mona Lapaccia). Το 1420 η θεία του τον έβαλε στο Τάγμα των Καρμηλιτών (Santa Maria del Carmine) της Φλωρεντίας, όπου απέκτησε και το προσωνύμιο «Φρα» (Fra = Αδελφός), όταν έδωσε τους κανονισμένους όρκους τον επόμενο χρόνο σε ηλικία 16 ετών.[2] Την περίοδο αυτή ο Μαζολίνο και ο Μαζάτσο είχαν αναλάβει, για λογαριασμό του Τάγματος των Καρμηλιτών, την εικονογράφηση του παρεκκλησίου Brancacci με έργα που επρόκειτο να προκαλέσουν «επανάσταση» στη φλωρεντινή σχολή.[4] Ο νεαρός Λίππι παρακολουθούσε στενά τις εργασίες των μεγάλων αυτών ζωγράφων, που τον αποσπούσαν από τις σπουδές του και συχνά ζωγράφιζε στα βιβλία του, όπως αναφέρει ο Τζόρτζιο Βαζάρι[3] στο Le Vite de' più eccellenti pittori, scultori, e architettori da Cimabue insino a' tempi nostri: «Αντί να μελετά, δαπανούσε όλο του τον χρόνο σκαρώνοντας εικόνες τόσο στα βιβλία του, όσο και στα βιβλία των άλλων». Ο ηγούμενος αποφάσισε να του δώσει την ευκαιρία να σπουδάσει ζωγραφική. Έτσι, ο Λίππι εγκατέλειψε τη μονή, χωρίς όμως να λάβει απαλλαγή από τους όρκους του. Σε μια επιστολή του, με ημερομηνία του 1439, αναφέρει ότι είναι «ένας φτωχός αδελφός, επιφορτισμένος με τη συντήρηση των έξι ανηψιών του, που είναι σε ηλικία γάμου».[2]. Ο Βαζάρι αναφέρει ότι σε ένα ταξίδι του στην Ανκόνα συνελήφθη από Βερβέρους πειρατές και κρατήθηκε αιχμάλωτος για μια διετία, αλλά κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να αληθεύει, αντίθετα φαίνεται ότι το 1434, κατά την περίοδο που αναφέρει ο Βαζάρι, δεν είχε εγκαταλείψει τη Φλωρεντία.[4], όπου είχε ήδη αρχίσει να αποκτά κάποια φήμη, ενώ σύμφωνα με άλλες πηγές εκείνη την εποχή βρισκόταν στην Πάδουα. Εκεί δεν διασώζεται κανένα έργο του, η επίδρασή του, ωστόσο, είναι εμφανής σε έργα άλλων ζωγράφων, όπως του Αντρέα Μαντένια.[1].

Το 1437 επέστρεψε στη Φλωρεντία, όπου η οικογένεια των Μεδίκων και συγκεκριμένα ο Κόζιμο των Μεδίκων τον πήρε υπό την προστασία του και του ανατέθηκε η εικονογράφηση ορισμένων ναών και μονών. Ο εγγονός του Κόζιμο, ο Λορέντσο των Μεδίκων, αργότερα θα πάρει υπό την προστασία του τον γιο του Λίππι Φιλιππίνο.[3]. Ο Κόζιμο του ανέθεσε να κοσμήσει το προσωπικό του παρεκκλήσιο και αυτή η ανάθεση είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία της Μαντόννα που σήμερα βρίσκεται στην πινακοθήκη Ουφίτσι.[4] Οι μεγαλύτερες ικανότητες που είχε αποκτήσει, φάνηκαν σε δύο ακόμη έργα του του 1437: Η Παρθένος και το Βρέφος ανάμεσα στους Αγίους Φρεντιάνο και Αυγουστίνο και Η Παρθένος και το Βρέφος. Και στα δύο αυτά έργα εξακολουθεί να είναι εμφανής η επίδραση του Μαζάτσιο στον νεαρό ζωγράφο. Τα έργα αυτά έχουν, ωστόσο, σημαντική αλλαγή στο στυλ, καθώς η απεικόνιση θυμίζει περισσότερο ανάγλυφο, με εμφανείς τις γραμμές σχεδίασης. Τα έργα αυτά έχουν θερμά χρώματα με σκιάσεις, που πλησιάζουν σε καθαρότητα αυτά του συγχρόνου του Φρα Αντζέλικο.[1] Το 1438 συνεχίζει την εργασία του, ζωγραφίζοντας το τρίπτυχο του Αγίου Πνεύματος (San Spirito), το οποίο σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο του Λούβρου και τη Στέψη της Ευλογημένης Παρθένου, την οποία τού παράγγειλε ο Τσαρλς Μαρζουππίνι (Charles Marsuppini) και σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο του Λατερανού στη Ρώμη. Το 1441 ζωγραφίζει μια παραλλαγή του ίδιου θέματος στη Φλωρεντινή Ακαδημία κατά παραγγελία της Μονής του Σαν Αμπρότζιο, έργο για το οποίο έλαβε ως αμοιβή 1.200 λίβρες. Το 1447 ζωγραφίζει για το παρεκκλήσιο της Σινιορία το περίφημο «Όραμα του Αγίου Βερνάρδου», έργο που σήμερα βρίσκεται στην Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου. Σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα, ο καλλιτέχνης ζει υπό διαρκείς παρενοχλήσεις, που οφείλονται στις περί ηθικής αντιλήψεις του, ολοσχερώς εκτός εποχής. Ήταν εμφανές ότι η θρησκευτική ζωή δεν του ταίριαζε[4].

Το 1442 ο Λίππι ονομάζεται εφημέριος στον ναό του Σαν Κίρικο (San Quirico) της Λενιάια (Legnaia), αλλά η ζωή του γίνεται περισσότερο πολυτάραχη, ενώ η φήμη που είχε αποκτήσει ήταν ενός ανθρώπου που κυριαρχείται από ερωτικές ιστορίες και ανυπόμονου. Οι περιπέτειές του κορυφώνονται όταν το 1456 φεύγει από το Πράτο (όπου εικονογραφούσε τη γυναικεία μονή της Σάντα Μαργκερίτα) μαζί με μια νεαρή μοναχή, την Λουκρητία Μπούτι (Lucrezia Buti), κόρη του Φλωρεντινού Φραντσέσκο Μπούτι (Francesco Buti), η οποία ήταν είτε δόκιμη είτε την είχε εμπιστευθεί στις μοναχές ο πατέρας της. Ο Λίππι της ζήτησε να ποζάρει για να δημιουργήσει τον πίνακα της Αγίας Μαργαρίτας (ή της Παναγίας) και τελικά συνήψε μαζί της ερωτική σχέση. Την πήρε από τη μονή και τη μετέφερε στο σπίτι του, παρά τις προσπάθειες των μοναχών να την επαναφέρουν στη μονή.[2] Τα επόμενα δύο χρόνια ζει μαζί με τη Λουκρητία, την αδελφή της και μερικές ακόμη καλόγριες. Η συμπεριφορά του, σε συνδυασμό με την αδυναμία του να παραδώσει έγκαιρα τις εργασίες για τις οποίες είχε συμβόλαιο, του δημιούργησαν σοβαρά προβλήματα: Συνελήφθη, προσάχθηκε σε δίκη και βασανίστηκε. Απελευθερώθηκε χάρη στην παρέμβαση του Κόζιμο των Μεδίκων και του επιτράπηκε να απαλλαγεί από τους όρκους της ιερωσύνης. Ο Πάπας αργότερα έδωσε άδεια στον πρώην ιερέα και νυν ζωγράφο να νυμφευθεί και από αυτό τον γάμο γεννήθηκε ο γιος του, που πήρε επίσης το όνομα Φιλίππο, αλλά αποκαλούνταν Φιλιππίνο, ο οποίος επρόκειτο να εξελιχθεί σε έναν από τους πλέον αξιοσημείωτους Φλωρεντινούς ζωγράφους του δεύτερο μισού του 15ου αιώνα.[1]

Ο Λίππι εγκαταστάθηκε στο Πράτο, κοντά στη Φλωρεντία, όπου ξεκίνησε να δημιουργεί νωπογραφίες[5] Στο χοροστάσιο του καθεδρικού ναού του Πράτο απεικόνισε τη ζωή του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή και του Αγίου Στεφάνου (στους δύο αντικριστούς τοίχους) και τα έργα αυτά θεωρούνται τα πλέον σημαντικά και μνημειώδη του ζωγράφου. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στην απεικόνιση της μορφής της Σαλώμης που χορεύει: Η εικόνα αυτή εμφανίζει σαφείς ομοιότητες με κατοπινές εργασίες του Σάντρο Μποτιτσέλλι, ο οποίος υπήρξε μαθητής του, αλλά και του γιου του ζωγράφου Φιλιππίνο. Σημαντική επίσης είναι η απεικόνιση της σκηνής του θρήνου γύρω από το σώμα του Αγίου Στεφάνου. Σε αυτή τη σκηνή πιστεύεται ότι ο ζωγράφος έχει απεικονίσει και τον εαυτό του, αλλά υπάρχουν ποικίλες γνώμες σχετικά με το ποια ακριβώς μορφή τον απεικονίζει. Ο ακραίος τοίχος του χοροστασίου του ναού κοσμείται από απεικονίσεις του Σαν Τζοβάννι Γκουαλμπέρτο και του Αγίου Αλβέρτου, ενώ στον θόλο του ο Λίππι έχει δημιουργήσει μνημειώδεις απεικονίσεις των τεσσάρων Ευαγγελιστών.[1]

Η τελευταία εργασία που ανέλαβε ο Λίππι ήταν στον καθεδρικό ναό του Σπολέτο το 1467. Σε αυτόν ο Λίππι ξεκίνησε να ζωγραφίζει μια σειρά νωπογραφιών εμπνευσμένων από τη ζωή της Παρθένου, την οποία τιτλοφόρησε Storie della Vergine (ιστορίες της Παρθένου), στις οποίες περιλαμβάνονται ο Ευαγγελισμός, η Κοίμηση, η Προσκύνηση του Βρέφους και η Στέψη της Παρθένου. Η σειρά δεν ολοκληρώθηκε από τον ίδιο, καθώς το 1469 ο ζωγράφος απεβίωσε. Την εργασία ολοκλήρωσε ο γιος του. Ο Λίππι τάφηκε στο εσωτερικό του καθεδρικού ναού, σε μνήμα το οποίο παράγγειλε και πλήρωσε ο Λορέντσο των Μεδίκων.΄[3] Σημαντικοί μαθητές του Λίππι, εκτός από τον γιο του, ήταν ο Σάντρο Μποτιτσέλλι και ο Φραντσέσκο Πεζελλίνο (Francesco Pesellino).

Επιλεγμένα έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]