Φερνάντο Μποτέρο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Φερνάντο Μποτέρο
Μπρούντζινο γλυπτό του Μποτέρο που εκτίθεται στην πλατεία Μποτέρο της Μεδεγίν στην Κολομβία.

Ο Φερνάντο Μποτέρο (Fernando Botero, 19 Απριλίου 1932) είναι Κολομβιανός καλλιτέχνης. Θεωρείται ένας από τους πιο πετυχημένους καλλιτέχνες της Λατινικής Αμερικής, του οποίου η φήμη έχει εδραιωθεί σε παγκόσμια κλίμακα. Το έργο του ξεχωρίζει για τις παραμορφωμένες διαστάσεις των αντικειμένων που απεικονίζει και για τις ογκώδεις και ευτραφείς ανθρώπινες μορφές του.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μποτέρο γεννήθηκε το 1932 στην πόλη Μεδεγίν της Κολομβίας, γνωστή για τις κακόφημες συνοικίες της. Ο πατέρας του ήταν έμπορος και πέθανε ενώ ο Φερνάντο ήταν δύο έτων. Η πρώτη του επαφή με τη ζωγραφική προήλθε εξ ολοκλήρου από βιβλία και αντίγραφα. Στην ηλικία των δώδεκα ετών, παράλληλα με τις σπουδές του, άρχισε να εκπαιδεύεται ως ταυρομάχος, κατόπιν προτροπής κάποιου θείου του, ωστόσο δεν έδειξε ποτέ ιδιαίτερο εδιαφέρον στην τέχνη της ταυρομαχίας. Οι σκηνές των ταυρομαχιών, αποτέλεσαν όμως ένα από τα θέματα που επιχείρησε να αποδώσει στα πρώιμα έργα του, παράλληλα με αρκετές τοπιογραφίες, τις οποίες ζωγράφιζε στην ύπαιθρο. Μέρος της θεματολογίας και έμπνευσής του προερχόταν ακόμα από τα βιβλία του πατέρα του, με θέμα τη γαλλική επανάσταση, τα οποία ήταν εικονογραφημένα με αρκετές προσωπογραφίες της εποχής. Η πρώτη του ατομική έκθεση οργανώθηκε με μεγάλη επιτυχία το 1952, στη γκαλερί του Leo Matiz, στην πόλη της Μπογοτά όπου είχε εγκατασταθεί νωρίτερα. Τον ίδιο χρόνο, συμμετείχε στο 9ο Σαλόνι Κολομβιανών Καλλιτεχνών και απέσπασε το δεύτερο βραβείο, γεγονός που του εξασφάλισε φήμη στον κύκλο των καλλιτεχνών και διανοουμένων της Μπογοτά, αλλά και αρκετά χρήματα ώστε να πραγματοποιήσει ένα ταξίδι στην Ευρώπη.

Το φθινόπωρο του 1952, ο Μποτέρο εγκαταστάθηκε στη Μαδρίτη και γράφτηκε στην Ακαδημία του Σαν Φερνάντο για σπουδές στη ζωγραφική. Παρέμεινε στην ακαδημία για δύο εξάμηνα, μελετώντας παράλληλα τα κλασικά έργα που φιλοξενούνταν στο μουσείο του Πράδο και στη συνέχεια, αφού επισκέφτηκε για ένα διάστημα το Παρίσι, την καλλιτεχνική πρωτεύουσα στη δεκαετία του 1950, μετακόμισε στη Φλωρεντία όπου γράφτηκε στην Ακαδημία του Αγίου Μάρκου. O Μποτέρο σπούδασε για πρώτη φορά τις θεωρητικές βάσεις της ζωγραφικής παράλληλα με τις τεχνικές πλευρές της, παρακολουθώντας τις διαλέξεις των διακεκριμένων ιστορικών τέχνης Ρομπέρτο Λόνγκι (Roberto Longhi) και Μπέρναρντ Μπέρενσον (Bernard Berenson). Παράλληλα, ταξιδεύοντας στην Ιταλία, μελέτησε τα έργα των κλασικών τηςαναγέννησης, όπως του Πιέρο ντέλα Φραντσέσκα στο Αρέτσο ή των Τιτσιάνο και Τζορτζόνε στη Βενετία.

Tον Μάρτιο του 1955, επέστρεψε στην Μπογοτά όπου πραγματοποίησε ατομική έκθεση, με έργα που είχε ολοκληρώσει κατά την περίοδο της διαμονής του στην Ιταλία. Η έκθεση αυτή σημείωσε αποτυχία, καθώς τα έργα έγιναν δεκτά με περιορισμένο ενδιαφέρον και θεωρήθηκαν αρκετά «ακαδημαϊκά». Χωρίς οικονομικούς πόρους από τα έργα του, ο Μποτέρο αναγκάστηκε για ένα μικρό χρονικό διάστημα να συντηρηθεί οικονομικά εργαζόμενος ως πωλητής ελαστικών αυτοκινήτων. Λίγους μήνες αργότερα, αναχώρησε για το Μεξικό, το οποίο πρωταγωνιστούσε εκείνη την εποχή στην καλλιτεχνική ζωή της Λατινικής Αμερικής, με καλλιτέχνες διεθνούς ακτινοβολίας όπως η Φρίντα Κάλο ή ο Ντιέγο Ριβέρα. Ο Μποτέρο επηρεάστηκε από το μοντέρνο κίνημα στο Μεξικό, αν και ο ίδιος δεν το ακολούθησε ποτέ πιστά, και σύντομα άρχισε να συνεργάζεται με επαγγελματικές γκαλερί και να διαπραγματεύεται εκθέσεις έργων του σε χώρες του εξωτερικού. Την ίδια περίπου περίοδο, ξεκίνησε να διαφοροποιεί τον όγκο των μορφών που απεικόνιζε στους πίνακές του, υιοθετώντας ογκώδεις και παραμορφωμένες φιγούρες, στοιχεία που τα επόμενα χρόνια θα συνιστούσαν το κύριο χαρακτηριστικό του έργου του. Ένα από τα πρώτα έργα στα οποία εφάρμοσε την τεχνοτροπία αυτή, αποτέλεσε η Νεκρή φύση με μαντολίνο, το οποίο παρουσίασε στα τέλη του 1956 και τις αρχές του 1957, στα πλαίσια της συμμετοχής του σε μία έκθεση της Παναμερικανικής Ένωσης, που διοργανώθηκε στην Ουάσιγκτον. Στην Αμερική, ο Μποτέρο είχε επίσης την ευκαιρία να έρθει σε επαφή με τον Αφηρημένο Εξπρεσιονισμό και το έργο καλλιτεχνών όπως ο Τζάκσον Πόλοκ και ο Βίλεμ ντε Κούνιγκ.

Μετά την επιστροφή του στη Μπογκοτά, διορίστηκε καθηγητής ζωγραφικής στη Σχολή Καλών Τεχνών, σε ηλικία μόλις 26 ετών και αναγνωρισμένος ως ένας από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες της νέας γενιάς. Την περίοδο αυτή ξεκίνησε να φιλοτεχνεί και «παραφράσεις» γνωστών πινάκων. Ανάμεσα στα διάσημα έργα από τα οποία εμπνεύστηκε για να φιλοτεχνήσει τη δική του εκδοχή, ανήκει η Μόνα Λίζα του Λεονάρντο και το Παιδί του Vallecas, έργο του Ντιέγο Βελάσκεθ. Το 1960 ταξίδεψε εκ νέου στην Ουάσιγκτον, με την ευκαιρία μίας ακόμα έκθεσης, και αυτή τη φορά αποφάσισε να παραμείνει στις Ηνωμένες Πολιτείες, μετακομίζοντας στη Νέα Υόρκη. Τα επόμενα χρόνια διαμόρφωσαν σημαντικά τον Μποτέρο ως καλλιτέχνη, κατά τρόπο ανάλογο με την μαθητεία του στην Ευρώπη. Μέχρι το 1965 κατέληξε στο ύφος της εικονογράφησής του, χωρίς να επηρεαστεί ιδιαίτερα από τις τεχνικές του Αφηρημένου Εξπρεσιονισμού ή της Ποπ Αρτ που αποτελούσαν τότε τα κυρίαρχα ρεύματα στη Νέα Υόρκη. Παράλληλα εξασφάλισε την οικονομική επιτυχία μέσα από τα έργα του, τα οποία άρχισαν να εκτιμώνται ακόμα περισσότερο από τις αρχές του 1966. Τη χρονιά αυτή, οργανώθηκε μία έκθεση του Μποτέρο στο Ανόβερο, που συνοδεύτηκε από ευμενή σχόλια και κριτικές, καθώς και μία δεύτερη ατομική έκθεση στο Κέντρο Τέχνης του Μιλγουόκι, η οποία τον έκανε ευρύτερα γνωστό στο αμερικανικό κοινό. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, πίνακες του Μποτέρο φιλοξενούνταν στις συλλογές του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης, του Μητροπολιτικού Μουσείου ή του Μουσείου Γκούγκενχαϊμ.

Ρωμαίος μονομάχος, Μεδεγίν (πλατεία Μποτέρο), Κολομβία

Το 1973 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι και στράφηκε εκ νέου προς τη γλυπτική, με την οποία είχε ήδη από το 1964 πειραματιστεί. Τον επόμενο χρόνο, διοργανώθηκε η πρώτη του αναδρομική έκθεση στην Μπογοτά, ενώ τα επόμενα χρόνια ακολούθησαν και άλλες, στο Καράκας της Βενεζουέλας (1976), στο Τόκιο και την Οσάκα (1980), στο Μαρτινύ της Ελβετίας (1990), στο Μεξικό (1997), στη Στοκχόλμη και την Κοπεγχάγη (2001) και στην Αθήνα (2006). Στις αρχές του 1980, εγκαταστάθηκε στην Τοσκάνη όπου ζει μέχρι σήμερα, ταξιδεύοντας τακτικά στη Νέα Υόρκη και την Κολομβία.

Έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το έργο του Μποτέρο περιλαμβάνει προσωπογραφίες (συνήθως ομαδικές), τοπία και αναπαραστάσεις νεκρής φύσης ή καθημερινών σκηνών, προσηλωμένο στην παραστατική ζωγραφική και κατά βάση ανθρωποκεντρικό. Αν και χαρακτηρίζεται ως εικονιστικός ζωγράφος, το έργο του απέχει από τον ρεαλισμό, αποδίδοντας την πραγματικότητα μέσα από ογκώδεις διαστάσεις των αντικειμένων και υπερτροφικές, ευτραφείς ανθρώπινες μορφές. Η υπερβολή αυτή, επαναλαμβανόμενη στο έργο του Μποτέρο, αποτελεί βασικό στοιχείο του ιδιαίτερου και άμεσα αναγνωρίσιμου ύφους του, μαζί με την καθαρότητα στην απόδοση των μορφών που παραπέμπει στην αναγεννησιακή τέχνη. Ο Μποτέρο απεικόνισε όλο το φάσμα της λατινοαμερικανικής μικροαστικής τάξης, σπανίως στο χώρο εργασίας της, προσεγγίζοντάς την με συμπάθεια, αίσθημα αλληλεγγύης και «αγάπη σε κάθε πινελιά», όπως ο ίδιος σημειώνει, αποτυπώνοντας την συνήθως μέσα σε ένα κλίμα ευφορίας. Από το έργο του δεν λείπει και το στοιχείο της πολιτικής και κοινωνικής ευαισθησίας. Τα βασανιστήρια που υπέστησαν οι ιρακινοί αιχμάλωτοι στις φυλακές του Αμπου Γκράιμπ, στις αρχές του 2003, τον ενέπνευσαν για μία σειρά από πίνακες που αποτυπώνουν το γεγονός αυτό.

Τα γλυπτά του είναι εμπνευσμένα από αρκετές διαφορετικές πηγές, με κυρίαρχες επιρροές από την πρώιμη αιγυπτιακή τέχνη και τα ανθρωπόμορφα αγγεία και γλυπτά των προκολομβιανών πολιτισμών. Χαρακτηρίζονται συχνά από τις γιγαντιαίες διαστάσεις τους και βασίζονται κυρίως στο μονόχρωμο μπρούντζο, αγαπημένο υλικό του Μποτέρο. Βασικό στοιχείο για το σύνολο των γλυπτών του είναι ακόμα η άρτια εκτέλεση και οι ομαλές, λείες επιφάνειες, στοιχείο που υπογραμμίζει τον αισθησιασμό των έργων. Υπερμεγέθη γλυπτά του Μποτέρο εκτέθηκαν δημόσια, για πρώτη φορά, στο Καστέλο Μπελβεντέρε της Φλωρεντίας, το 1991, και αμέσως μετά στο καζίνο του Μόντε Κάρλο και στα Ηλύσια Πεδία του Παρισιού. Το 1993 υπήρξε ο πρώτος καλλιτέχνης του οποίου γλυπτά παρουσιάστηκαν στην Παρκ Άβενιου της Νέας Υόρκης, ενώ το 1999 τριάντα γλυπτά του εκτέθηκαν στην Πιάτσα ντελα Σινιορία της Φλωρεντίας, ανάμεσα σε έργα του Μιχαήλ Άγγελου και του Τσελίνι.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]