Φέρντιναντ Σαίρνερ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Γιόχαν Φέρντιναντ Σαίρνερ
Bundesarchiv Bild 183-L29176, Ferdinand Schörner.jpg
Ferdinand Schörner signature.svg
Ο Φέρντιναντ Σαίρνερ ως Υποστράτηγος στην Ακρόπολη των Αθηνών (Απρίλιος του 1941)
Γέννηση 12 Ιουνίου 1892
Μόναχο, Βαυαρία
Θάνατος 2 Ιουλίου 1973 (ετών 81)
Μόναχο
Ενταφιασμός Μίτενβαλντ
Ψευδώνυμο Ο αιμοβόρος Φέρντιναντ
Υπηκοότητα Flag of Germany.svg Γερμανός
Υπηρεσία/κλάδος Flag of the German Empire.svg Γερμανικό Ράιχ
Flag of Germany (3-2 aspect ratio).svg Δημοκρατία της Βαϊμάρης
Flag of the NSDAP (1920–1945).svg Ναζιστική Γερμανία
War Ensign of Germany 1903-1918.svg Ράιχσχεερ (ως το 1918)
Flag of Weimar Republic (war).svg Ράιχσβερ (ως το 1935)
Balkenkreuz.svg Βέρμαχτ (ως το 1945)
Εν ενεργεία 1911 - 1945
Βαθμός Στρατάρχης (Generalfeldmarschall)
Διοικήσεις 6η Ορεινή Μεραρχία, ΧΧΧΧ Σώμα Στρατού, Ομάδα Στρατιών «Νότια Ουκρανία», Ομάδα Στρατιών «Βορράς», Ομάδα Στρατιών «Κέντρο»
Μάχες/πόλεμοι Α' Παγκόσμιος Πόλεμος

Β' Παγκόσμιος Πόλεμος

Διακρίσεις Pour le Mérite
Σταυρός των Ιπποτών του Σιδηρού Σταυρού με Φύλλα Δρυός, Ξίφη και Διαμάντια

Ο Γιόχαν Φέρντιναντ Σαίρνερ (γερμανικά: Johann Ferdinand Schörner) (συναντάται και ως Φερδινάνδος ή Φέρντιναντ Σαίρνερ) (12 Ιουνίου 1892, Μόναχο2 Ιουλίου 1973, Μόναχο) ήταν Βαυαρικής καταγωγής Γερμανός Στρατάρχης, εγκληματίας πολέμου, κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Έγινε διάσημος για την ιδιόρρυθμη ιδιοσυγκρασία του και τη σκληρότητά του απέναντι στους στρατιώτες του, κυρίως για τις συνοπτικές εκτελέσεις στρατιωτών του στα τέλη του πολέμου. Υπήρξε επίσης ο μοναδικός Στρατάρχης της Γερμανίας που ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του ως απλός στρατιώτης, κάτι που αποδίδεται συχνά στην τυφλή αφοσίωσή του στο Ναζιστικό Κόμμα και στο πρόσωπο του Αδόλφου Χίτλερ.

Γόνος μικροαστικής οικογένειας και γιος αστυνομικού, ο Σαίρνερ επιθυμούσε να ακολουθήσει τη σταδιοδρομία του φιλολόγου, αφού έληξε η εθελοντική μονοετής του θητεία στον στρατό, αλλά ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος ανέτρεψε τα σχέδιά του. Διακρίθηκε επανειλημμένα στις αιματηρές μάχες του Δυτικού Μετώπου, των Βαλκανίων και της Ιταλίας, όπου κέρδισε το παράσημο Pour le Mérite. Κατά το Μεσοπόλεμο ασχολήθηκε με την ανάπτυξη των γερμανικών ορεινών στρατευμάτων. Όταν ξεκίνησε ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, το σύνταγμα του Σαίρνερ διακρίθηκε ιδιαίτερα στην Πολωνία. Διοίκησε την 6η Ορεινή Μεραρχία στη Γαλλία και τη Λαπωνία και διήυθυνε την δύσκολη υποχώρηση του 1943-1944 από το Νίκοπολ της Ουκρανίας. Κατόπιν έγινε επικεφαλής του Εθνικοσοσιαλιστικού Σώματος Κατήχησης, έλαβε μέρος στην καταστροφική υποχώρηση από την Κριμαία με την Ομάδα Στρατιών «Νότια Ουκρανία» και, ως επικεφαλής της Ομάδας Στρατιών «Βορράς», στις μάχες στις χώρες της Βαλτικής. Τον Ιανουάριο του 1945, ο Σαίρνερ έγινε ένας από τους 27 μόνον αποδέκτες των Διαμαντιών στον Σταυρό των Ιπποτών του Σιδηρού Σταυρού, μετά Φύλλων Δρυός και Ξιφών. Ανέλαβε τη διοίκηση της Ομάδα Στρατιών «Κέντρο» στις αιματηρές μάχες της Σιλεσίας και της Τσεχοσλοβακίας. Με με τη διαθήκη του Χίτλερ διορίστηκε Ανώτατος Διοικητής του Στρατού, λίγες μέρες πριν την κατάρρευση της Ναζιστικής Γερμανίας.

Μόλις ο πόλεμος τελείωσε, ο Σαίρνερ δραπέτευσε μεταμφιεσμένος σε πολίτη στις Άλπεις, όπου συνελήφθη από αμερικανικά στρατεύματα και παραδόθηκε στους Σοβιετικούς. Καταδικάστηκε δις σε εκοσιπενταετή κάθειρξη για εγκλήματα πολέμου, αλλά απελευθερώθηκε τα Χριστούγεννα του 1954. Απέρριψε τα υψηλά αξιώματα που του προσφέρθηκαν για να παραμείνει στην Ανατολική Γερμανία και επέστρεψε στο Μόναχο. Εκεί καταδικάστηκε εκ νέου για παράνομες εκτελέσεις στρατιωτών και καταδικάστηκε σε κάθειρξη τεσσεράμισι ετών και στέρηση της σύνταξής του. Απελευθερώθηκε τον Δεκέμβριο του 1966 και έζησε στην ένδεια ως τον θάνατό του από καρδιακή προσβολή επτά χρόνια αργότερα. Ήταν ο τελευταίος στρατιωτικός της Γερμανίας που έφτασε το βαθμό του Στρατάρχη, και κανένας ως σήμερα δεν έχει ακόμη προαχθεί στο βαθμό αυτό.

Πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Φέρντιναντ Σαίρνερ γεννήθηκε στο Μόναχο στις 12 Ιουνίου 1892. Ήταν γιος του αστυνομικού Γιόχαν Σαίρνερ (1859-1931) και της Άννα Καταρίνα Μπάουερ (1866-1930), και ήταν ενδεχομένως συγγενής του διάσημου χημικού Γιόχαν Βόλφγκανγκ Ντεμπεράινερ (Johann Wolfgang Döbereiner, 1780-1849).[1] Η χαμηλή κοινωνική τάξη στην οποία ανήκαν οι γονείς του έκαναν τον Σαίρνερ να αποφεύγει τις συζητήσεις γύρω από την οικογένειά του, καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής του.[2] Το 1911 μετά το απολυτήριο (Abitur) του, κατετάγη εθελοντικά για ένα χρόνο στον Βαυαρικό Στρατό[1] και εισήλθε την 1η Οκτωβρίου 1911 στο 12ο Τάγμα[3] του επίλεκτου Βασιλικού βαυαρικού Συντάγματος Σωματοφυλάκων Πεζικού (Königlich Bayerisches Infanterie-Leib-Regiment) όπου προήχθη σε Υποδεκανέα την 1η Απριλίου 1912 και σε Λοχία Α' Τάξης τέσσερις μήνες αργότερα, ενώ στις 22 Μαΐου του επόμενου χρόνου έφθασε το βαθμό του εν εφεδρεία Vizefeldwebel.[Σημ. 1][4]

Αντίθετα με τους υπόλοιπους Γερμανούς αξιωματικούς που έφτασαν το βαθμό του Στρατάρχη στο Γ' Ράιχ, ο Σαίρνερ δεν σκόπευε να ακολουθήσει τη σταδιοδρομία του στρατιωτικού, αλλά φιλοδοξούσε να σπουδάσει φιλολογία και γλωσσολογία. Έτσι, μετά τη λήξη της εθελοντικής του θητείας στο Στρατό, στις 30 Σεπτεμβρίου 1912,[3] προγραμμάτισε να σπουδάσει, για έξι σχολικές περιόδους, Φιλοσοφία και Ρομανική φιλολογία στη γενέτειρά του αλλά και στη Λωζάνη της Ελβετίας, στη Γκρενόμπλ της Γαλλίας και την Φλωρεντία της Ιταλίας,[1][3] ενώ απέκτησε και το πτυχίο του διερμηνέα της γαλλικής και της ιταλικής γλώσσας.[3] Αν και η φοίτησή του έπρεπε να διαρκέσει ως τον Ιούνιο του 1915, το ξέσπασμα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου τον Αύγουστο του 1914 όμως ανέτρεψε τα σχέδιά του, καθώς ανακλήθηκε σε υπηρεσία στο Σύνταγμά του εν όψει της πολεμικής κινητοποίησης και ονομάστηκε διοικητής διμοιρίας.[3] Στις 28 Αυγούστου 1914 έφτασε τον βαθμό του Offiziers-Stellvertreter.[Σημ. 2][4]

Α' Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Φέρντιναντ Σαίρνερ παρασημοφορημένος με το Pour le Mérite Ανθυπολοχαγός (1918)

Ο Σαίρνερ ανήκε, στο μεγαλύτερο μέρος του πολέμου, στο σώμα των Γερμανών Αλπινιστών.[5] Έχοντας προαχθεί σε Ανθυπολοχαγό του Πεζικού εν εφεδρεία στις 29 Νοεμβρίου 1914,[4] ο Σαίρνερ συμμετείχε αρχικά στις μάχες του Δυτικού Μετώπου,[6] κατόπιν στο Μέτωπο της Σερβίας, στα Βαλκάνια και από το 1915 στην Ιταλία.[7] Από τις 2 Σεπτεμβρίου 1915 διοικούσε το 12ο Τάγμα του Συντάγματος αυτού. Στις 20 Δεκεμβρίου 1915 τραυματίστηκε στον ώμο κοντά στο Αλεξινάκ της Σερβίας και διακομίστηκε στο Α' Εφεδρικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο στο Μόναχο, όπου παρέμεινε ως τις 15 Ιανουαρίου 1916. Έλαβε μέρος στη Μάχη του Βερντέν, όπου, στις 22 Ιουνίου τραυματίστηκε ξανά από θραύσμα χειροβομβίδας στο αριστερό του χέρι κοντά στο Φλερύ της Γαλλίας και νοσηλεύτηκε σε νοσοκομεία στο Μάιντς και το Ντάρμστατ. Μετά την ανάρρωσή του, στις 4 Σεπτεμβρίου, μετατέθηκε στο Ι Εφεδρικό Τάγμα του Συντάγματος, πριν επιστρέψει στο πεδίο της μάχης στις 18 του ίδιου μήνα. Μία εβδομάδα αργότερα του ανατέθηκε η διοίκηση του 12ου Λόχου του Συντάγματος.[3]

Αναμφίβολα, η σταδιοδρομία του Σαίρνερ κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έφτασε στο ζενίθ της κατά τη μάχη του Καπορέτο το 1917. Ο λόχος του Σαίρνερ βρισκόταν αντιμέτωπος με ένα ιταλικό οχυρό στην Οροσειρά του Κολοβράτ, και συγκεκριμένα στο Ύψωμα 1114[8] στο Όρος Ματαγιούρ, το οποίο υπερασπίζονταν 7.000 Ιταλοί άνδρες. Υπό την ηγεσία του Σαίρνερ, ο λόχος κατάφερε να περάσει από ένα κενό στην περίφραξη του οχυρού και να αιφνιδιάσει τους 300 υπερασπιστές του, οι οποίοι παραδόθηκαν χωρίς αντίσταση. Για αυτή του την πράξη, ο διοικητής του Συντάγματος, Συνταγματάρχης φον Μπότμερ, πρότεινε ένθερμα τον Σαίρνερ για την ύψιστη διάκριση του παρασήμου Pour le Mérite, επαίνεσε δε τον Σαίρνερ ως εξής:

Με ακατάπαυστη, αποφασιστική δράση, κατάφερε να διατηρήσει το λόχο του σε εξαιρετική κατάσταση.

Αν και ο Στρατάρχης Πάουλ φον Χίντενμπουργκ απέρριπτε τις προτάσεις παρασημοφόρησης χαμηλόβαθμων αξιωματικών ως «καταστροφικές για τον χαρακτήρα», ο Σαίρνερ τιμήθηκε με το Pour le Mérite στις 5 Δεκεμβρίου 1917.[4] Αυτό έγινε μόνιμο σημείο τριβής με τον κατοπινό Στρατάρχη Έρβιν Ρόμελ, ο οποίος είχε επιτεθεί από την αντίθετη πλευρά – ωστόσο μετά από τον Σαίρνερ – και αιχμαλώτισε με εντυπωσιακό τρόπο εκατοντάδες Ιταλούς στρατιώτες, λαμβάνοντας επίσης το Pour le Mérite, με διαφορά μόλις μιας ώρας από τον Σαίρνερ. Ωστόσο ο Ρόμελ διαμαρτυρήθηκε πως ο Σαίρνερ είχε καπηλευτεί τη δική του επιτυχία στο Ματαγιούρ, ξεκινώντας έτσι μία εχθρότητα που θα διαρκούσε ακόμα και μετά το θάνατο του Ρόμελ.[2]

Στις 26 Δεκεμβρίου ο Σαίρνερ προήχθη σε Ανθυπολοχαγό, με αναδρομική ισχύ βαθμού από τις 4 Φεβρουαρίου 1918.[4] Μετατέθηκε εκ νέου στη Βόρεια Γαλλία, όπου έφτασε το βαθμό του Ανθυπολοχαγού στις 15 Ιουλίου 1918. Κατά τη διάρκεια εχθρικής προπαρασκευής πυροβολικού, τραυματίστηκε σοβαρά στην κοιλιακή χώρα και τα δεξιά άκρα κοντά στη Ρενς στις 12 Αυγούστου 1918.[3][7] Μέχρι τις 28 Σεπτεμβρίου νοσηλευόταν σε νοσοκομεία στο Σεν Κεντέν, το Μετς και στο Α' Εφεδρικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο του Μονάχου, οπότε και επέστρεψε στο Σύνταγμά του.[3]

Όταν υπογράφηκε ανακωχή των Κεντρικών Δυνάμεων στην Κομπιέν το Νοέμβριο του 1918, σηματοδοτώντας τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Σαίρνερ ήταν ήδη ένας πολυπαρασημοφορημένος ανθυπολοχαγός. Εκτός από το αξιοζήλευτο Pour le Mérite, τις διακρίσεις του νεαρού Σαίρνερ συμπλήρωναν το Αργυρό Έμβλημα Τραυμάτων που του απονεμήθηκε το 1918, οι δύο τάξεις του Σιδηρού Σταυρού (Α' και Β') και το Βασιλικό Βαυαρικό Τάγμα Πολεμικής Ανδραγαθίας 4ης Τάξης με Στέμμα και διεμβολή Ξιφών, καθώς και αρκετές άλλες διακρίσεις.[4]

Μεσοπόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η συνθήκη των Βερσαλλιών που είχε επιβληθεί πλέον στην ηττημένη Γερμανία, περιόριζε το στρατό (που είχε μετονομασθεί σε Ράιχσβερ) σε 100.000 άνδρες και 4.000 αξιωματικούς, χωρίς βαρέα όπλα, πυροβολικό και αεροπορία. Λόγω των ικανοτήτων του αλλά και του κύρους που του προσέδιδε το Pour le Mérite, ο Σαίρνερ ήταν από αυτούς που κατάφεραν να εξασφαλίσουν τη θέση τους στο στρατό απέναντι στην ανεργία που μάστιζε την Γερμανία της δεκαετίας του 1920.[9]

Με το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, ο Σαίρνερ παρέμεινε αρχικά στη θέση που είχε στο Βασιλικό βαυαρικό Σύνταγμα Σωματοφυλάκων Πεζικού και κατετάγη στα νεοσύστατα Φράικορπς Επ στο Μόναχο, υπό την ηγεσία του Υποστράτηγου Φραντς Ρίττερ φον Επ. Στα Φράικορπς, ο Σαίρνερ βοήθησε στην κατάπνιξη της κομμουνιστικής εξέγερσης στη βιομηχανική περιοχή του Ρουρ και του Ρήνου[3] και στην καταπολέμηση των Πολωνών στις εξεγέρσεις της Άνω Σιλεσίας.[1][7] Τον Απρίλιο του 1919 περιήλθε στο βαυαρικό 1ο Σύνταγμα Τυφεκιοφόρων και στις 8 Μαΐου έγινε διοικητής λόχου στο 21ο Τάγμα Ορεινών Καταδρομέων. Τον επόμενο μήνα εισήλθε στο επιτελείο του 41ου βαυαρικού Συντάγματος Τυφεκιοφόρων της Ράιχσβερ, όπου, από τις 14 Αυγούστου 1919 ως τις 30 Σεπτεμβρίου 1920 διοικούσε τον 11ο Λόχο. Την Πρωτοχρονιά του 1921 μετατέθηκε στο Τάγμα Αναπλήρωσης και Εκπαίδευσης του 19ου (βαυαρικού) Συντάγματος Πεζικού και στις 4 Απριλίου έγινε διοικητής διμοιρίας στον 16ο Λόχο του Συντάγματος. Παρέμεινε εκεί ως τις 28 Φεβρουαρίου 1922, οπότε και μετατέθηκε στον 9ο Λόχο. Την 1η Οκτωβρίου 1923 και για ένα χρόνο υπηρέτησε στο 17ο Σύνταγμα Ιππικού, πριν επιστρέψει στο παλιό του σύνταγμα.[3]

Καίτοι εθνικιστής και ακροδεξιός, ο Σαίρνερ ήταν, στις αρχές τις δεκαετίας του 1920, οπαδός του Βαυαρικού Λαϊκού Κόμματος (Bayerischen Volkspartei) και πολέμιος των ναζί, ώσπου βέβαια το πολιτικό status quo στη Γερμανία να μεταβληθεί υπέρ των τελευταίων.[2] Έλαβε μέρος στην καταστολή του «Πραξικοπήματος της Μπιραρίας» του Χίτλερ στο Μόναχο στις 9 Νοεμβρίου 1923[1] Ακολούθησαν οι τοποθετήσεις του στο 7ο Σύνταγμα Πυροβολικού (1 – 31 Ιουλίου 1925), στο 7ο Απόσπασμα Μεταφορών (1 Αυγούστου – 12 Σεπτεμβρίου 1925) και πάλι στο 7ο Σύνταγμα Πυροβολικού (13 Σεπτεμβρίου – 23 Σεπτεμβρίου 1925). Την 1η Οκτωβρίου 1925 εισήλθε στο Υπουργείο της Ράιχσβερ, όπου έλαβε για ένα μήνα, (1 – 30 Ιουνίου 1926), διοικητική θέση στο 1ο Απόσπασμα Διαβιβάσεων, κατόπιν (1 Ιουλίου – 31 Αυγούστου) στο 1ο Απόσπασμα Μεταφορών στο Κένιχσμπεργκ της Ανατολικής Πρωσίας, και έπειτα για 5 ημέρες (1 – 6 Αυγούστου) εκ νέου στο 1ο Απόσπασμα Διαβιβάσεων.[3] Τρεις μέρες αργότερα προήχθη σε Λοχαγό.[4] Την 1η Οκτωβρίου μετατέθηκε στο Επιτελείο του 21ου Συντάγματος Πεζικού και ένα μήνα αργότερα έγινε διοικητής του 16ου Λόχου του 19ου Συντάγματος Πεζικού. Στη θέση αυτή παρέμεινε για δύο χρόνια, ώσπου, την 1η Οκτωβρίου 1928, ανέλαβε τη διοίκηση του 10ου Λόχου του Συντάγματος στο Κέμπτεν, προορισμένου για δράση σε μεγάλα υψόμετρα. Τρία χρόνια αργότερα, στις 20 Αυγούστου 1931, ανέλαβε διοικητική θέση στην 1η Βασιλική Ιταλική Ταξιαρχία Αλπινιστών και στο επιτελείο της, όπου και παρέμεινε ως τις 30 Αυγούστου.[4] Στο διάστημα ενός χρόνου, από το 1930 ως το 1931, ο Σαίρνερ έχασε και τους δύο γονείς του.[1] Την 1η Οκτωβρίου μετατέθηκε στο 8ο Σύνταγμα Πολυβόλων του Συντάγματος στο Άουγκσμπουργκ.[6]

Στην Πολεμική Σχολή της Δρέσδης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκείνη την εποχή ο Σαίρνερ, όπως και το «αντίπαλο δέος» του, ο Ρόμελ, αιτήθηκαν είσοδο στο Γενικό Επιτελείο. Η εισαγωγή στο Γενικό Επιτελείο θα έπρεπε να ήταν διακαής επιθυμία του Σαίρνερ, ο οποίος, αν και σφοδρότατος πολέμιος της θρησκείας, αναγκάστηκε να υποκριθεί τον θρησκευόμενο καθολικό (όπως ήταν η παράδοση της οικογένειάς του). Ο λόγος ήταν πως στη συντηρητική Γερμανία του Μεσοπολέμου, η είσοδος στο Γενικό Επιτελείο ήταν πρακτικά αδύνατη για όσους δεν είχαν καλές σχέσεις με τη θρησκεία. Η συμμετοχή του στη λειτουργία προκάλεσε την χλεύη των συναδέλφων του, οι οποίοι έγραψαν ακόμα και ένα σατιρικό ποίημα προς «τιμήν» του. [2]

Όπως όμως το 85% των υποψηφίων, τόσο ο Σαίρνερ όσο και ο Ρόμελ απέτυχαν στις εξετάσεις εισαγωγής της Στρατιωτικής Περιφέρειας στην οποία ανήκαν.[2][9]Αντ' αυτού, κατάφερε να εισέλθει ως καθηγητής Τακτικής και Στρατιωτικής Ιστορίας στην Σχολή Πεζικού (Αργότερα Πολεμική Σχολή) της Δρέσδης. Εκεί οι συνάδελφοί του παρατήρησαν τα χαρακτηριστικά που θα αποτελούσαν «σήμα κατατεθέν» του Σαίρνερ κατά τα διάρκεια της σταδιοδρομίας του στο Στρατό. Το «σύνθημά του» για τότε ήταν «ο φόβος για τους ανώτερους πρέπει να είναι μεγαλύτερος από τον φόβο μπροστά στον εχθρό».[2] Αυτή την ιδιόρρυθμη ιδεολογία τη διατήρησε καθ' όλη τη διάρκεια του πολέμου, καθιστώντας εξαιρετικά δυσάρεστη, αν όχι κάτι χειρότερο, την ζωή των υφισταμένων του. Ένας συνάδελφός του στην Πολεμική Ακαδημία της Δρέσδης είχε πει για τον Σαίρνερ: «[Ήταν] ένας κάπως θορυβώδης σύντροφος. Δούλευε γρήγορα, καλύτερα και πιο αξιόπιστα από τους άλλους.» Στη συνέχεια, είπε πως ο Σαίρνερ είχε «τάσεις σπασίκλα (!)», «και αυτό», κατέληγε, «κρατούσε τους ζωηρούς συντρόφους μακριά του». Ο Σαίρνερ πραγματικά έδειχνε υπερβολική αυστηρότητα προς τους υφισταμένους του, ανάλογη με την δουλοπρέπεια που έδειχνε στους ανωτέρους του, πράγμα που δεν ενέκριναν οι συνάδελφοί του.[2]

Ο Σαίρνερ σίγουρα είχε έφεση προς τις ανορθόδοξες τακτικές. Η συνομιλία του με τους δόκιμους της σχολής του το αποδείκνυε, ενώ φανέρωνε και την δυσεξήγητη μανία του για την φωτιά, η οποία άγγιζε τα όρια της ψυχοπάθειας:

Σαιρνερ:«Ένα τάγμα πεζικού βρίσκεται στην πορεία και δέχεται διαταγή να μετακινηθεί στο προσωρινό αρχηγείο στο χωριό Α. Την ίδια ώρα ο διοικητής του τάγματος πληροφορείται πως το χωριό είναι κατειλημμένο από ένα τάγμα του γειτονικού συντάγματος. Τι κάνετε τότε;»

Δοκιμος: «Στέλνω πρώτα τον υπασπιστή με οδηγίες να διαπραγματευτεί με τον διοικητή του τάγματος του γειτονικού συντάγματος, ώστε να μετακινηθούμε μαζί με το τάγμα του, για να μπορέσουν να βρουν και τα δύο τάγματα κατάλυμα στο χωριό Α.»

Σαιρνερ:«Εντελώς λάθος. Δεν υπάρχει κανέναν διοικητής τάγματος, που θα κάνει χώρο για το άλλο τάγμα. Πρέπει να κάνετε το ακόλουθο: στέλνετε πρώτα μία ομάδα με οδηγία να πυρπολήσει το σπίτι στην είσοδο του χωριού και το σπίτι στην έξοδο του χωριού. Μόλις αυτά τα σπίτια λαμπαδιάσουν, το τάγμα θα πανικοβληθεί και θα κάνει χώρο οικειοθελώς.»[2]

Την 1η Οκτωβρίου 1934 έγινε Υπασπιστής της σχολής, έχοντας προαχθεί σε Ταγματάρχη στις 14 Αυγούστου,[6] και μετά τη μετονομασία της Σχολής Πεζικού σε «Πολεμική Σχολή»[Σημ. 3] ένα χρόνο αργότερα, παρέμεινε σε αυτή τη θέση. Στη συνέχεια κατάφερε να μετατεθεί στο Γενικό Επιτελείο Στρατού (Generalstab des Heeres, συντομογραφία GStdH), όπου, στις 24 Μαρτίου 1936, εισήλθε ως Επικεφαλής Ομάδας στο 3ο Τμήμα (Ξένου Στρατού). Από τις 14 Μαΐου υπηρετούσε ως 4ος Επικεφαλής Ομάδας στο Τμήμα αυτό, θέση την οποία κράτησε ως την 31η Ιουλίου 1937, έφθασε το βαθμό του Αντισυνταγματάρχη στις 16 Μαρτίου 1937.[6] Την επόμενη εβδομάδα (ως τις 7 Αυγούστου) είχε διοικητική θέση στις ιταλικές στρατιωτικές ασκήσεις που πραγματοποιήθηκαν στη Λιγουρία.[3] Από την δεύτερη ήδη μέρα των ασκήσεων, για τη συνεργασία του με τα ιταλικά στρατεύματα (είχε εξάλλου μεταβεί στην Ιταλία πολλές φορές για στρατιωτικούς σκοπούς)[3] τιμήθηκε με τον Σταυρό του Διοικητή του Τάγματος του Στέμματος της Ιταλίας. (ιταλικά: Ordine della Corona d'Italia – Commendatore).[10] Στις 27 Νοεμβρίου 1937[6] νυμφεύθηκε στο Βερολίνο την Λιζελότε Καρμποσέβσκυ (κατ' άλλους Καρμποσένσκυ) (Lieselotte Karboschewsky, 1909-1949), κόρη του Βερολινέζου βιομηχάνου Όττο Καρλ Καρμποσέβσκυ (Otto Karl Karboschewsky,1880-1954), με την οποία απέκτησε δύο γιους και μια κόρη.[1]

Στις 12 Οκτωβρίου 1938[3] ο σαρανταπεντάχρονος Σαίρνερ ανέλαβε τη διοίκηση του νεοσυσταθέντος 98ου Συντάγματος Ορεινών Κυνηγών ( Gebirgsjägerregiment 98), από των οποίων τις τάξεις είχε αναδειχθεί και αποκτήσει μεγάλη εμπειρία στη διοίκηση των Ορεινών Στρατευμάτων. Το 98ο Σύνταγμα, τμήμα της 1ης Ορεινής Ταξιαρχίας (κατοπινής 1ης Ορεινής Μεραρχίας) που διοικούσε ο ιδιόρρυθμος Συνταγματάρχης (από το 1938 Υποστράτηγος) Λούντβιχ Κύμπλερ (Ludwig Kübler, 1889-1947), είχε σχηματιστεί από τμήματα του 99ου και του 100ού Συνταγμάτων Ορεινών Κυνηγών και έδρευε στο Μίτενβαλντ της Βαυαρίας.[11] Με το Σύνταγμά του ο Σαίρνερ έλαβε μέρος στην αναίμακτη ενσωμάτωση της Αυστρίας στο Γερμανικό Ράιχ (Άνσλους) (Μάρτιος του 1938). Μετά την ενθουσιώδη υποδοχή που επιφύλαξαν οι κάτοικοι του Ίνσμπρουκ στους Ορεινούς Κυνηγούς, η ταξιαρχία επέστρεψε στο Μίτενβαλντ στις 23 Μαρτίου. Την 31η του ίδιου μήνα, αποφασίστηκε η αναβάθμιση της μονάδας από Ταξιαρχία σε Μεραρχία. Ως 1η Ορεινή Μεραρχία (1. Gebirgsdivision), και ενταγμένη πλέον στον νέο Γερμανικό Στρατό (Βέρμαχτ, Wehrmacht) συμμετείχε στην «πρώτη πράξη» του Β' Παγκοσμίου Πολέμου: τη Γερμανική Εισβολή στην Πολωνία.[12] Ο Σαίρνερ κατάφερε κατά το μεσοπόλεμο να αποκτήσει το παρατσούκλι «σκληροτράχηλο σκυλί»,[13] ένα εκ των πολλών τα οποία θα λάμβανε κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά το τέλος του πολέμου. Ο Σαίρνερ έλαβε μέρος με το Σύνταγμά του στην επίσης αναίμακτη ενσωμάτωση της Βοημίας-Μοραβίας με τη Συμφωνία του Μονάχου (φθινόπωρο του 1938).[14]

Στις 25 Αυγούστου, στα πλαίσια της κινητοποίησης για την επικείμενη εισβολή στην Πολωνία, ο κύριος όγκος της μεραρχίας μεταφέρθηκε στη συνοριακή μεθόριο Σλοβακίας – Πολωνίας και στη Μοραβία σε κατάσταση ετοιμότητας[15] ανατολικά των Όρεων Τάτρα στην βορειοανατολική Σλοβακία.[14] Τρεις ημέρες αργότερα ο Σαίρνερ ονομάστηκε προσωρινά Συνταγματάρχης.[4]

Β' Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολωνία: η «Έφοδος του Λέμπεργκ» (1939)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την 1η Σεπτεμβρίου 1939 η Ναζιστική Γερμανία εισέβαλε στην Πολωνία, πράξη που σηματοδότησε την έναρξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά ορισμένα τμήματα της μεραρχίας ήταν ακόμη καθ' οδόν.[15] Τα συγκεντρωμένα τμήματα διέσχισαν τα σύνορα χωρίς αντίσταση και συνέχισαν την πορεία τους ως τις 6 Σεπτεμβρίου. Αντιμετωπίζοντας αμελητέες εχθρικές δυνάμεις, οι Ορεινοί Κυνηγοί κάλυπταν ως και 60 χιλιόμετρα την ημέρα.[6]

Ο Στρατηγός Λούντβιχ Κύμπλερ, διοικητής της 1ης Ορεινής Μεραρχίας

Ως τμήμα του XVIII (18ου) Ορεινού Σώματος Στρατού, η μεραρχία διατάχθηκε να καταλάβει την οχυρωμένη πόλη του Λέμπεργκ (σήμερα Λβιβ, Ουκρανία), ώστε να εμποδίσει την αναδίπλωση των υποχωρούντων πολωνικών στρατευμάτων στα ανατολικά, και να πετύχει την παράδοσή τους. Το σιδηροδρομικό δίκτυο της πόλης ήταν ζωτικής στρατηγικής σημασίας για τους Πολωνούς, και έπρεπε να καταληφθεί όσο πιο σύντομα γινόταν.[16]

Αυτός που επωμίστηκε την δύσκολη αυτή αποστολή ήταν ο διοικητής του 98ου Συντάγματος Ορεινών Κυνηγών Σαίρνερ, ο οποίος συγκρότησε μια φερώνυμη Ομάδα Μάχης (δηλ. Ομάδα Μάχης Σαίρνερ, Kampfgruppe Schörner) από το Ι Τάγμα του δικού του συντάγματος και το ΙΙ του 99ου.[17] Ο Σαίρνερ αξιοποίησε τους μηχανοκίνητους σχηματισμούς που διέθετε για να καταλάβει το Λέμπεργκ, το οποίο απείχε 170 χιλιόμετρα από τις γερμανικές γραμμές.[18] Η επιθετική «αιχμή» της Ομάδας Μάχης Σαίρνερ ήταν έτσι εξ ολοκλήρου μηχανοκίνητη. Στην «αιχμή» της επίθεσης βρισκόταν ένα τζιπ Volkswagen (Kübelwagen), ελλείψει θωρακισμένων οχημάτων, το οποίο ακολουθούσαν μοτοσικλέτες, πάνω στις οποίες επέβαιναν στρατιώτες οπλισμένοι με πολυβόλα, ενώ ακολουθούσαν φορτηγά που μετέφεραν το πεζικό.[17] Όπως ήταν αυτονόητο, η ευελιξία και η ισχύς πυρός της ομάδας αυξανόταν κατά πολύ: τα μηχανοκίνητα μέσα επιτύγχαναν την ταχεία προώθηση του πεζικού, ενώ σε κάθε σημείο αντίστασης, το πεζικό αποβιβαζόταν, αντιμετώπιζε τον εχθρό με την αποτελεσματική ισχύ πυρός του και συνέχιζε την πορεία του.[17]

Στις 9 Σεπτεμβρίου η Ομάδα Μάχης Σαίρνερ κατέλαβε την πόλη Σαμπόρ και στις 11 την Σανόκ, διανύοντας 50 περίπου χιλιόμετρα ανά ημέρα. Το απόγευμα της επομένης, προσέγγισε το Λέμπεργκ από τα νοτιοδυτικά και, το επόμενο πρωί, ο Σαίρνερ διέταξε γενική επίθεση. Οι Ορεινοί Κυνηγοί αποκρούστηκαν όμως με βαριές απώλειες, προξένησαν ωστόσο σημαντικές απώλειες και στους Πολωνούς υπερασπιστές. Η πόλη αποκλείστηκε μετά από λίγες ημέρες, αλλά σύντομα οι Γερμανοί βρέθηκαν σε δυσχερή θέση εξαιτίας των δύο μεραρχιών που έσπευδαν να βοηθήσουν τους υπερασπιστές. Ο Σαίρνερ επέμενε ακόμη στις επιθέσεις εναντίον του Λέμπεργκ, αλλά όλες απέβησαν άκαρπες. Στις 20 Σεπτεμβρίου οι Ορεινοί Κυνηγοί παρατήρησαν έκπληκτοι σοβιετικά άρματα να κατευθύνονται στο Λέμπεργκ: οι Σοβιετικοί εισέβαλαν και αυτοί στην Πολωνία, και το Λέμπεργκ βρισκόταν στη δική τους ζώνη κατοχής.[17]

Όπως ήταν φυσικό, η είδηση αυτή δεν ενθουσίασε ιδιαίτερα τους Ορεινούς Κυνηγούς, οι οποίοι είχαν χάσει 1.042 άνδρες και, μην έχοντας άλλη επιλογή, έφυγαν ταπεινωμένοι από το Λέμπεργκ.[19] Ούτε ο Κύμπλερ, όμως, ούτε ο Σαίρνερ έδειξαν ενδιαφέρον για τις απώλειες αυτές, ο δε Κύμπλερ, παρά το φιάσκο του Λέμπεργκ, έλαβε τον Σταυρό των Ιπποτών του Σιδηρού Σταυρού στις 27 Οκτωβρίου.[19] Το 98ο Σύνταγμα Ορεινών Κυνηγών επέστρεψε στη Γερμανία και τοποθετήθηκε στα όρη Άιφελ (βορειοδυτική Ρηνανία-Παλατινάτο), στα σύνορα της Γερμανίας με το Βέλγιο.[14]

Ο Σαίρνερ, μετά την επιτυχή έκβαση της Πολωνικής εκστρατείας, αποσπάστηκε στο Γενικό Επιτελείο Στρατού, στην ΙΙΙ Ομάδα Ακολούθων (17 ως 15 Οκτωβρίου). Ακολούθησε με σύντομη (28 Οκτωβρίου ως 7 Νοεμβρίου) μετάθεση τον Στρατιωτικό Ακόλουθο της Γερμανίας στη Ρώμη, μετά το πέρας της οποίας επέστρεψε στο 98ο Σύνταγμα Ορεινών Κυνηγών.[3] Εκεί προήχθη σε Συνταγματάρχη την Πρωτοχρονιά του 1940 (με αναδρομική ισχύ από την 1η Φεβρουαρίου 1940) και παρέμεινε στην ηγεσία του Συντάγματος ως τις 24 Μαΐου 1940, οπότε και αντικαταστάθηκε από τον Συνταγματάρχη Έγκμπερτ Πίκερ (Egbert Picker, 1895-1960)[20] και τέθηκε στην αποκαλούμενη «εφεδρεία του Φύρερ» (Führerreserve) προκειμένου να προετοιμαστεί για υψηλότερα καθήκοντα.[3]

Διοικητής της 6ης Ορεινής Μεραρχίας, 1939-1942[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γαλλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την 31η Μαΐου 1940,[3] στον Σαίρνερ ανατέθηκε η διοίκηση της 6ης Ορεινής Μεραρχίας, η οποία συστάθηκε επίσημα την επόμενη ημέρα. Από τις 12 Ιουνίου στη Δύση, η 6η Ορεινή Μεραρχία προέλασε από τον Ρήνο μέχρι το Σεν-Ντι στα Βόσγια Όρη (νοτιοανατολική Λωρραίνη).[21]

Μετά τη γαλλική συνθηκολόγηση, η μεραρχία του Σαίρνερ απασχολήθηκε σε κατοχικά καθήκοντα στο Πονταρλιέ στο νομό Φρανς-Κομτέ (Ανατολική Γαλλία).[21] Την 1η Αυγούστου έλαβε το βαθμό του Υποστρατήγου[4] και το Νοέμβριο του ίδιου έτους υπήχθη στο X Σώμα Στρατού,[21] στο οποίο υπαγόταν την ίδια εποχή και η 7η Μεραρχία Πάντσερ του αντιζήλου του Σαίρνερ Έρβιν Ρόμελ.[22] Όπως έχει αναφερθεί, οι σχέσεις τους ήταν τεταμένες. Οι δύο άνδρες δεν μιλούσαν ποτέ, και οι κοινές συσκέψεις στο αρχηγείο του X Σώματος Στρατού ήταν αδύνατες. Ο Σαίρνερ δεν έμπαινε στην αίθουσα πριν την αφήσει ο Ρόμελ – και αντιστρόφως.[2]

Ο Φέρντιναντ Σαίρνερ (κέντρο) στη Βουλγαρία (Μάρτιος 1941)

Ως διοικητής της μεραρχίας, ο Σαίρνερ επέδειξε διάφορες ανορθόδοξες τακτικές για να διατηρεί την πειθαρχία των στρατιωτών του. Σε μία περίπτωση, εμφανίστηκε στο γραφείο του δικαστή του προϊστάμενου Σώματος Στρατού Φράιχερ φον Ντέρνμπεργκ (Freiherr von Dörnberg) ντυμένος εξωτερικά με τη στολή ενός συνταγματάρχη και εσωτερικά με αυτή του Υποστράτηγου. Ο λόγος, εξήγησε, ήταν πως οι στρατιώτες επεδείκνυαν απόλυτη πειθαρχία στην παρουσία ενός ανώτατου αξιωματικού, αντίθετα με την παρουσία ενός συνταγματάρχη – και έτσι ο Σαίρνερ μπορούσε να αιφνιδιάζει μεταμφιεσμένος τους στρατιώτες του, για να τους τιμωρήσει ανάλογα, πολλές φορές για ασήμαντα παραπτώματα. Ο τρόπος επιβολής τιμωρίας για πειθαρχικά παραπτώματα αποτελούσε μόνιμο σημείο τριβής μεταξύ του ιδίου και των δικαστικών αξιωματικών των μονάδων του. Ο δικαστής της μεραρχίας Νέμπε παραπονιόταν στον Ντέρνμπεργκ πως ο προϊστάμενός του «θέλει να στήνει τους ανθρώπους αμέσως στον τοίχο».[2]

Το Δεκέμβριο του 1940 η μεραρχία μεταφέρθηκε στην Πολωνία και τον Φεβρουάριο του 1941 στη νότια Ρουμανία, σε προετοιμασία για την εισβολή στην Ελλάδα.[21]

Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ως τμήμα του XVIII Ορεινού Σώματος Στρατού του Στρατηγού των Ορεινών Στρατευμάτων Φραντς Μπέμε (Franz Böhme, 1885-1947)[23] η 5η και η 6η Ορεινή Μεραρχία διατάχθηκαν να διασπάσουν την αμυντική Γραμμή Μεταξά.[24] Στις 6 Απριλίου ξεκίνησε η γερμανική εισβολή στην Ελλάδα. Μετά από μπαράζ πυροβολικού και αεροπορικές επιθέσεις, οι Ορεινοί Κυνηγοί επιτέθηκαν στις ελληνικές θέσεις, εφορμώντας από τη Βουλγαρία.[21] Η πεισματώδης άμυνα των υπερασπιστών της Γραμμής Μεταξά μπορεί να καθήλωσε την 5η Ορεινή Μεραρχία για τέσσερις ημέρες,[24] αλλά οι μονάδες του Σαίρνερ εκμεταλλεύθηκαν την ασθενή άμυνα στην περιοχή της Ροδόπολης και επιτέθηκαν εκεί, διασπώντας την άμυνα των Ελλήνων, οι οποίοι αποσύρθηκαν βάσει σχεδίου σε θέσεις κοντά στα Κρούσσια όρη. Η μεραρχία του Σαίρνερ, αφού ενώθηκε με τις υπόλοιπες Γερμανικές μονάδες που δρούσαν στον τομέα αυτό,[24] αντιμετώπισε με επιτυχία τα νεοζηλανδικά στρατεύματα στον Όλυμπο[25] και στις Θερμοπύλες.[25][26] Για την εξασφάλιση των στρατηγικής σημασίας περασμάτων στα ελληνικά όρη,[6] ο Σαίρνερ έλαβε το Σταυρό των Ιπποτών του Σιδηρού Σταυρού – το υψηλότερο πρακτικά παράσημο που μπορούσε να απονείμει η Βέρμαχτ – στις 20 Απριλίου 1941,[4] έντεκα μέρες μετά την έναρξη της εκστρατείας. Η Αθήνα κατελήφθη στις 26 Απριλίου, ενώ η μεραρχία του Σαίρνερ έφτασε μέχρι την Κόρινθο,[24] με τμήματά της να λαμβάνουν μέρος στη Μάχη της Κρήτης, στον τομέα του Ηρακλείου.[21][26]

Εν τω μεταξύ, στις 27 Απριλίου, ο Σαίρνερ διορίστηκε Διοικητής της κατεχόμενης Αθήνας.[3] Ο ίδιος εγκαταστάθηκε με το επιτελείο του στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία».[27] Ωστόσο, δεν επέτρεπε στους υφισταμένους του τις ίδιες ανέσεις: όταν διαπίστωνε πως επιτελεία είχαν εγκατασταθεί σε πολυτελή ξενοδοχεία, τους έκανε έξωση.[2] Ο τρόπος που διοίκησε την πόλη – ιδιαίτερα η συμπεριφορά του απέναντι στα ίδια του τα στρατεύματα – του επέφερε το όχι ιδιαίτερα κολακευτικό προσωνύμιο «ο τελευταίος τύραννος της Αθήνας».[2]

Διοικητής Σώματος στην Αρκτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την 21η Ιουνίου, οι Γερμανοί εισέβαλαν στη Σοβιετική Ένωση. Η 6η Ορεινή Μεραρχία του Σαίρνερ στάλθηκε όμως σε ένα μέτωπο μάλλον ήσσονος σημασίας: αυτό της Αρκτικής (Σεπτέμβριος 1941),[21] απέναντι από το Μουρμάνσκ,[8] από το Ρόβανιεμι ως την Αρκτική Θάλασσα, γνωστό στα γερμανικά και ως Eismeer Front, «το μέτωπο της Αρκτικής Θάλασσας».[28] Όπως ήταν φυσικό, οι ακραίες πολικές συνθήκες που επικρατούσαν εκεί καταπονούσαν ιδιαίτερα ακόμα και τους εκπαιδευμένους Ορεινούς Κυνηγούς.[29] Μόλις ο Σαίρνερ το πληροφορήθηκε, αντιμετώπισε την κατάσταση με έναν μάλλον ανορθόδοξο τρόπο: η πρώτη του διαταγή στην Αρκτική ξεκίνησε με μία από τις γνωστότερες φράσεις του – "Arktis ist nicht" (η Αρκτική είναι ανύπαρκτη).[2] Συνεχίστηκαν βέβαια οι σκληρές του τακτικές για την επιβολή της πειθαρχίας μεταξύ των στρατιωτών. «Πολυτέλειες» όπως έπιπλα, μηχανές και αυτοκίνητα για ιδιωτική χρήση αφαιρέθηκαν από τους αξιωματικούς κάτω του βαθμού του Ταγματάρχη. Σε μία περίπτωση, λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 1941, ένας εμπορικό πλοίο βυθίστηκε στο Κίρκενες. Με το λιώσιμο των πάγων την άνοιξη τα εφόδια που μετέφερε – μεταξύ τους και μπύρα – μεταφέρθηκαν σε διάφορες πόλεις. Ο διοικητής του Λιιναχάμαρι έδωσε μέρος των ποτών για χρήση στις καντίνες των στρατιωτών, και ένας υπαξιωματικός έλαβε πρωτοβουλία να πιεί με τους συναδέλφους του. Το επόμενο πρωί συνελήφθη από τη Στρατονομία (Feldgendarmerie) κατ' εντολή του Σαίρνερ, δικάστηκε από στρατοδικείο και τουφεκίστηκε.[30]

Ο «τρόμος της οδού της Αρκτικής Θάλασσας» (αριστερά) σε επιθεώρηση στη Λαπωνία

Στο μέτωπο αυτό, ο Σαίρνερ έγινε διοικών Στρατηγός, στις 15 Ιανουαρίου 1942, του Ορεινού Σώματος Νορβηγία (Gebirgskorps Norwegen) και, με τη μετονομασία του σχηματισμού στις 10 Νοεμβρίου 1942, του XIX Ορεινού Σώματος Στρατού.[3] Έλαβε μέρος στην αποτυχημένη επίθεση στο λιμάνι του Μουρμάνσκ,[25] στις 15 Ιανουαρίου 1942 έγινε Αντιστράτηγος και την 1η Ιουνίου 1942, Στρατηγός των Ορεινών Στρατευμάτων.[4] Οι ραγδαίες προαγωγές του δεν αντικατόπτριζαν μόνο την τυφλή του αφοσίωση στο ναζιστικό καθεστώς, αλλά και τις στρατηγικές του ικανότητες, καθώς τα αριθμητικά κατώτερα στρατεύματά του μπόρεσαν να κρατήσουν το μέτωπο απέναντι σε πολλαπλές σοβιετικές επιθέσεις,[9] πολύ συχνά δε, βρισκόταν και ο ίδιος στην πρώτη γραμμή του μετώπου με τα στρατεύματά του.[8]

Ήταν στην Αρκτική, όπου ο Σαίρνερ κέρδισε τη φήμη του «τρόμου της Οδού της Αρκτικής Θάλασσας».[2] Πρακτικά, η διοικητική μέριμνα και ο ανεφοδιασμός βασιζόταν σε μια οδό μήκους 550 περίπου χιλιομέτρων, γνωστό και ως Eismeerstraße – η «οδός της Αρκτικής Θάλασσας». Η στρατηγική της σημασία ήταν μεγάλη, και ο Σαίρνερ έκανε ό,τι ήταν δυνατό για την προστατέψει. Διέταζε πως τα μέσα συγκοινωνίας απαγορευόταν αυστηρά να οδηγούν πάνω στα ίχνη που άφηναν τα λάστιχα των οχημάτων που προπορεύονταν, ώστε να μην διαβρώνεται ο δρόμος. «Οι ποινές για την παράβαση αυτής της διαταγής ήταν σκληρές, και κυκλοφορούσε η φήμη πως ο Σαίρνερ περνούσε από στρατοδικείο και εκτελούσε τους παραβάτες εκεί που βρίσκονταν», έγραφε μετά τον πόλεμο ο Μπρούνο Μαντς (Bruno Manz), ο οποίος πολέμησε στην Φινλανδία εκείνη την εποχή. «Είδα τάφους με σταυρούς κατά μήκος του δρόμου, αλλά δεν είμαι σίγουρος αν οι άνδρες που είχαν θαφτεί εκεί ήταν θύματα των υποτιθέμενων (sic) δικών-παρωδιών του Σαίρνερ».[31]

Η πειθαρχία στην κυκλοφορία ήταν άλλωστε ένα από τα «πάθη» του Σαίρνερ, το οποίο εκδήλωνε με ιδιαίτερα ανορθόδοξους τρόπους. Όταν ήθελε να προσπεράσει άλλα αυτοκίνητα στους δρόμους, έριχνε κόκκινες φωτοβολίδες, που χρησιμοποιούνταν ως σινιάλο εν ώρα μάχης για να δηλώσουν επίθεση του εχθρού. Μόνο ένας ίσως άνδρας ήταν σε θέση όχι μόνο να αγνοήσει τον Σαίρνερ, αλλά και να τον περιπαίξει. Αυτός ήταν ο επίσης Βαυαρός Αρχιστράτηγος Έντουαρντ Ντητλ (Eduard Dietl, 1890-1944), μέλος του Ναζιστικού Κόμματος[32] και ικανότατος αξιωματικός – ένας «επαγγελματίας αξιωματικός με κάθε έννοια του όρου».[33] Ο Σαίρνερ ακολουθούσε ένα Volkswagen Kübelwagen που έτρεχε με υπερβολική ταχύτητα και δεν σταματούσε, παρά τα κορναρίσματα και τις φωτοβολίδες του έξαλλου στρατηγού. Τελικά ο Σαίρνερ πέρασε μπροστά απ' το αυτοκίνητο και το σταμάτησε. Μόλις άνοιξε όμως την πόρτα του Kübelwagen αντίκρισε τον προϊστάμενό του Ντητλ, ο οποίος του είπε χαμογελώντας, με τη βαυαρική του διάλεκτο: «Λοιπόν Φερντλ (χαϊδευτικό του "Φέρντιναντ") δες, χαζέ χωροφύλακα, χαζέ!» Δεν ήταν η μοναδική φορά που ο Ντητλ περίπαιζε τον Σαίρνερ. Σε μια άλλη περίπτωση του είχε πει πως θα του ταίριαζε καλύτερα να είναι λοχίας της Στρατονομίας, όχι στρατηγός. Πράγματι, οι στρατονόμοι – γνωστοί ως «αλυσοδεμένα σκυλιά» – ήταν μισητοί στους στρατιώτες.[33] Ο Σαίρνερ ήταν όμως αγαπητός στον Χίτλερ- και επίσημα μέλος του NSDAP από την Πρωτοχρονιά του 1943, και σύντομα θα αναλάμβανε σχηματισμούς σε μέτωπα αποφασιστικής σημασίας.[3]

Ουκρανία: το «προγεφύρωμα του Νίκοπολ» (1943-1944)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γερμανοί στρατιώτες υποχωρούν από την Ουκρανία υπό την κάλυψη ενός τεθωρακισμένου Panzer IV (Ιανουάριος 1944)

Στις 23 Οκτωβρίου 1943 ο Σαίρνερ τέθηκε εκ νέου στην «εφεδρεία του Φύρερ» και την επόμενη ημέρα – παρά το γεγονός ότι είχε εκπαιδευτεί να διοικεί ορεινά στρατεύματα[34] – του ανατέθηκε η ηγεσία του XXXX (4ού) Σώματος Πάντσερ στην Ουκρανία, σχηματισμός ο οποίος έλαβε στις 25 Νοεμβρίου 1944 την ονομασία «Ομάδα Σαίρνερ» (Gruppe Schörner) ή Απόσπασπα Στρατιάς «Νίκοπολ» (Armeeabteilung Nikopol) και περιλάμβανε[35] το XIX Σώμα Στρατού (Στρατηγός των Τεθωρακισμένων Στρατευμάτων Έριχ Μπραντενμπέργκερ - Erich Brandenberger, 1892-1955)[36] το IV Σώμα Στρατού (Στρατηγός του Πεζικού Φρίντριχ Μητ - Friedrich Mieth, 1888-1944)[37] και το XVII Σώμα Στρατού (Στρατηγός του Πεζικού Χανς ΚράιζινγκHans Kreysing, 1890-1969).[38]

Το μέτωπο που ανατέθηκε στον Σαίρνερ να κρατήσει ήταν αν μη τι άλλο ένα από τα σκληρότερα του Ανατολικού Μετώπου. Έγινε γνωστό ως «το προγεφύρωμα του Νίκοπολ» και εκτεινόταν 75 περίπου χιλιόμετρα στη λεκάνη του ποταμού Ντόνετς.[34] Οι γερμανικές μονάδες κράτησαν το Νίκοπολ – πόλη στρατηγικής σημασίας λόγω των μεταλλείων χρωμίου που διέθετε – απέναντι σε αριθμητικά ανώτερες σοβιετικές δυνάμεις, για 100 περίπου ημέρες – ένα αξιόλογο στρατηγικό επίτευγμα, το οποίο στοίχισε όμως πολλές απώλειες στις γερμανικές δυνάμεις.[39] Από τον Οκτώβριο του 1943 ως τον Φεβρουάριο του 1944 οι Σοβιετικοί δεν κατάφεραν να καταβάλουν τη γερμανική αντίσταση, αλλά σύντομα ο σχηματισμός του Σαίρνερ σχεδόν περικυκλώθηκε.[9] Το Νίκοπολ εγκαταλείφθηκε τον ίδιο μήνα, μετά από «τεράστιες απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό και πολεμικό υλικό […] κάτω από την ισχυρότατη πίεση του εχθρού» όπως ανέφερε ο ίδιος ο Σαίρνερ.[39] Για να αποφύγουν την περικύκλωση, οι Γερμανοί υποχώρησαν προς δυσμάς, «μέσα στη λάσπη, τη βρώμα και το κρύο εναντίον ενός εχθρού με αριθμητική υπεροχή»,[40] δίνοντας αιματηρές μάχες ανάμεσα στους ποταμούς Δνείστερο και Μπουγκ, πριν ο Χίτλερ επιτρέψει την περαιτέρω υποχώρηση σε ασφαλέστερες θέσεις το Μάρτιο.[41] Ο Σαίρνερ έσωσε πολλούς Γερμανούς στρατιώτες με την αριστοτεχνική υποχώρηση που διεύθυνε,[34] αλλά η Ομάδα Σαίρνερ αναγκάστηκε να αφήσει πίσω την πλειοψηφία των δυσαναπλήρωτων οχημάτων της.[2] Εκτός από τη φήμη που κέρδισε μεταξύ των στρατευμάτων, έγινε ο 398ος στρατιώτης της Βέρμαχτ στον οποίο απονεμήθηκαν τα Φύλλα Δρυός στον Σταυρό των Ιπποτών, στις 17 Φεβρουαρίου 1944.[4] Την 1η Μαρτίου 1944[6] προήχθη σε Αρχιστράτηγο, μετά από πρόταση του Στρατάρχη των SS Χάινριχ Χίμλερ και για σύντομο χρονικό διάστημα (2-14 Μαρτίου 1944) του ανατέθηκε η αναπληρωματική αρχηγία της 17ης Στρατιάς.[3]

Ηγέτης του «Εθνικοσοσιαλιστικού Σώματος Κατήχησης» (1944)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 15 Μαρτίου 1944, ο ένθερμος εθνικοσοσιαλιστής Σαίρνερ διορίστηκε αρχηγός του Επιτελείου του αποκαλούμενου «Εθνικοσοσιαλιστικού Σώματος Αρχηγίας», θέση από την οποία θα διεύθυνε την εθνικοσοσιαλιστική κατήχηση των στρατευμάτων του τακτικού στρατού.[9] Πλην όμως – ίσως λόγω και της εύνοιας που του έδειχνε ο Χίμλερ – ήρθε σε ρήξη με ένα από τα ισχυρότερα πρόσωπα του Κόμματος : τον σκιώδη Μάρτιν Μπόρμαν, αντίπαλο του Χίμλερ. Έτσι, στις 28 Μαρτίου 1944, οπότε και δημοσιεύτηκε το εγχειρίδιό του «Κατευθυντήριες Γραμμές για την εθνικοσοσιαλιστική Κατήχηση στον Στρατό» (Richtlinien für die nationalsozialistische Führung im Heere) αποχώρησε.[3] Σύντομα ωστόσο, πάλι με σύσταση του Χίμλερ, ορίστηκε επικεφαλής της Ομάδας Στρατιών «Νότια Ουκρανία» την 1η Απριλίου 1944.[3]

Διοικητής Ομάδας Στρατιών, 1944-1945[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κριμαία και Ρουμανία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ως διοικητής της Ομάδας Στρατιών «Νότια Ουκρανία», ο Σαίρνερ έπρεπε για ακόμα μια φορά να κρατήσει ένα δύσκολο τομέα του μετώπου: αυτόν της Κριμαϊκής Χερσονήσου. Μία μόλις εβδομάδα μετά την ανάληψη της ηγεσίας της Ομάδας Στρατιών από τον Σαίρνερ, οι Σοβιετικοί ξεκίνησαν την επίθεσή τους εναντίον του μετώπου της Κριμαίας. Έτσι, οι μονάδες που βρίσκονταν εκεί κινδύνευαν να αποκοπούν και να εξολοθρευτούν. Ως συνήθως, ο Χίτλερ απαγόρευσε την οποιαδήποτε παραχώρηση εδάφους. Ο Σαίρνερ διαφώνησε με αυτή την παράλογη εντολή και τον Απρίλιο προσπάθησε μάταια να πείσει τον Χίτλερ να επιτρέψει την εκκένωση της χερσονήσου.[34]

Το αποτέλεσμα ήταν μία ολοκληρωτική καταστροφή. Όταν πια ο Χίτλερ πείστηκε να εκκενώσει τον τελευταίο θύλακα αντίστασης στη Σεβαστούπολη, ήταν πια αργά.[1] Από τους 64.700 άνδρες που υπερασπίζονταν τη χερσόνησο όταν καταλήφθηκε η Σεβαστούπολη στις 13 Μαΐου, λιγότεροι από τους μισούς κατάφεραν να αποφύγουν το θάνατο ή την αιχμαλωσία.[9]

Για να διασκεδάσει τις εντυπώσεις, ο Χίτλερ έψαξε για έναν «αποδιοπομπαίο τράγο» μεταξύ των ανώτατων διοικητών που είχαν δραστηριοποιηθεί στην Κριμαία, εκτός βέβαια από τον πιστό του Σαίρνερ. Έτσι ο πέλεκυς έπεσε στον άτυχο Αρχιστράτηγο Έρβιν Γιένεκε (Erwin Jaenecke, 1890-1960), διοικητή της 17ης Στρατιάς, η οποία είχε παίξει σημαίνοντα ρόλο στις επιχειρήσεις.[42] Ο Γιένεκε απαλλάχθηκε από τη διοίκησή του, πέρασε από στρατοδικείο και εν τέλει τέθηκε στην «εφεδρεία του Φύρερ», για να συνταξιοδοτηθεί μισό χρόνο αργότερα.[43]

Σε σύσκεψη με τον Στρατηγό Όττο Βέλερ στη Ρουμανία

Μετά την απώλεια της Ουκρανίας, οι Σοβιετικοί πλησίαζαν επικίνδυνα στη Ρουμανία, πολύτιμη σύμμαχο των Γερμανών στα Βαλκάνια και χώρα στρατηγικής σημασίας, κυρίως λόγω των ζωτικής σημασίας πετρελαιοπηγών του Πλοέστι. Εκεί, οι Ρουμάνοι είχαν αρχίσει να εκφράζουν την αντίθεσή τους στο γερμανικό τρόπο διοίκησης, που απέκλειε τους Ρουμάνους αξιωματικούς από τη διοίκηση μειζόνων στρατιωτικών σχηματισμών, πρόβλημα αρκετά οξύ, δεδομένου του ότι δύο από τις τέσσερις συνολικά στρατιές που υπερασπίζονταν τη Ρουμανία ήταν ρουμανικές. Ο Σαίρνερ συμβιβάστηκε και τον Μάιο του 1944 οργάνωσε τις μονάδες του σε δύο Συγκροτήματα Στρατιάς, ένα υπό την ηγεσία του Ρουμάνου Στρατηγού Πέτρε Ντιμιτρέσκου και το άλλο με επικεφαλής τον ικανότατο Στρατηγό του Πεζικού Όττο Βέλερ (Otto Wöhler, 1894 – 1987).[44][45] Προσπάθησε να οργανώσει όσο καλύτερα μπορούσε το αμυντικό δίκτυο εν όψει της επερχόμενης σοβιετικής επίθεσης, αλλά ο Χίτλερ τον παρεμπόδιζε, φοβούμενος πως ο Σαίρνερ στερούνταν διπλωματικών ικανοτήτων, σε μία περίοδο μάλιστα που πολλοί σύμμαχοι των Γερμανών ήταν έτοιμοι να αποσκιρτήσουν.[45]

Βαλτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σαίρνερ ανέλαβε τη διοίκηση της Ομάδας Στρατιών «Βορράς» που επιχειρούσε στον βόρειο τομέα του ανατολικού μετώπου, στις 23 Ιουλίου 1944,[3] ανταλλάσοντας μονάδες με τον Αρχιστράτηγο Γιοχάνες Φρίσνερ (Johannes Frießner, 1892 – 1971)[46][45] Μία μόλις ημέρα πριν, οι Σοβιετικοί είχαν εξαπολύσει την κολοσσιαία Επιχείρηση «Μπαγκρατιόν κατά της Ομάδας Στρατιών «Κέντρο» στη Λευκορωσία. Σε δύο μόλις μήνες οι άντρες της είχαν απωθηθεί ως την ανατολική Πολωνία: η Ομάδα Στρατιών «Βορράς» κινδύνευε να περικυκλωθεί και να καταστραφεί, καθώς οι δύο μόνο αξιόμαχες Στρατιές που διέθετε (16η και 18η) έπρεπε να αντιμετωπίσουν τρία ολόκληρα σοβιετικά Μέτωπα.[25][Σημ. 4]

Κατάφερε να αποτρέψει την περικύκλωση της Ομάδας Στρατιών του, αγνοώντας εν μέρει τις διαταγές του Χίτλερ για «αντίσταση μέχρις εσχάτων» σε αμυντικές τοποθεσίες ήσσονος σημασίας και επισφαλούς γεωγραφικής θέσης. Έτσι, για παράδειγμα, είχε διατάξει την εκκένωση των αμυντικών θέσεων βόρεια της Ρίγας, την οποία απειλούσαν είκοσι περίπου σοβιετικά Σώματα Στρατού.[34] Σε αναγνώριση της επιτυχημένης του ηγεσίας,[6][25] ο Σαίρνερ έλαβε ως ο 93ος αξιωματικός της Βέρμαχτ τα Ξίφη στον Σταυρό των Ιπποτών στις 28 Αυγούστου 1944.[4] Μπορεί η Ομάδα Στρατιών του να απέφυγε την περικύκλωση στη Σοβιετική Ένωση, αλλά εκ των πραγμάτων αναγκάστηκε να αποσυρθεί στη Βαλτική Χερσόνησο, όπου, με την Ομάδα Στρατιών «Κέντρο» να υποχωρεί, σύντομα αποκόπηκε σε αυτό που έγινε γνωστό ως «θύλακας της Κουρλάνδης» - ή, κατά τη ναζιστική λογική, «προγεφύρωμα της Κουρλάνδης».[Σημ. 5]

Ο Χανς-Ούλριχ Ρούντελ (Hans-Ulrich Rudel, 1916-1982),[47] από τους κορυφαίους πιλότους που αναδείχθηκαν κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, θυμόταν αργότερα πως ο Σαίρνερ, με τον οποίο είχε συναντηθεί αρκετές φορές, του τηλεφωνούσε συχνά σε μεταμεσονύχτιες ώρες για να αποκρούσει επιθέσεις τεθωρακισμένων. Ο Σαίρνερ προσπαθούσε να έχει την μονάδα του Ρούντελ στο μέτωπο που επιχειρούσε, είτε στην Κουρλάνδη είτε στη Ρουμανία. Ο Ρούντελ έγραφε επίσης πως του έστελνε συχνά κέικ, «συνήθως με ένα T-34 φτιαγμένο από κρούστα ζάχαρης και τον αριθμό, όποιος είναι κάθε φορά, των αρμάτων μάχης με τα οποία είμαι πιστωμένος. [ενν. με την καταστροφή τους]»[48]

Ο «Στρατονόμος της Κουρλάνδης»[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με περιορισμένες εφεδρείες και τις υπάρχουσες δυνάμεις του καταπονημένες σε σημαντικό βαθμό, ο Σαίρνερ προσπάθησε με την τρομοκράτηση των στρατιωτών να απομυζήσει «ακόμα και την τελευταία σταγόνα δύναμης απ' τα στρατεύματά του».[49] Αυτό περιλάμβανε πρακτικά υποβιβασμούς, μεταθέσεις στο μέτωπο, απειλές και συνοπτικές εκτελέσεις. Στην Κουρλάνδη, ο Σαίρνερ δημιούργησε εν πολλοίς τον θρύλο του «Στρατονόμου της Κουρλάνδης»: όπως είπε και ο ίδιος στους αξιωματικούς του – «Αναλάβετε εσείς την ηγεσία, εγώ ψάχνω για τάξη».[2] Παρά όμως το ότι πιστεύεται συχνά, ο Σαίρνερ νοιαζόταν για την κατάσταση των ανδρών της πρώτης γραμμής, αλλά εξαντλούσε την αυστηρότητά του στις μονάδες των μετόπισθεν, οι οποίες εκτίθονταν συγκριτικά λιγότερο σε κίνδυνο.[34]

Μια από τις ιστορίες που συνόδευαν τον Σαίρνερ στην Κουρλάνδη ήταν αυτή με τον οδηγό του, ο οποίος όφειλε να έχει μαζί του τρεις στολές: ξεκινούσε την ημέρα ως επιλοχίας, το μεσημέρι ο Σαίρνερ τον υποβίβαζε σε οπλίτη, και το απόγευμα τον επαναπροήγαγε – «κάποιες φορές υποβίβαζε ή προήγαγε κάποιον αυθόρμητα, ανάλογα με το πώς του πήγαινε η κατάσταση».[33] Ο πρώην οδηγός του, όμως, ο επιλοχίας Γκαστλ, παραδεχόταν πως «Ο Στρατάρχης είχε πάντα καλή διάθεση, ακόμα και στις πιο δύσκολες μέρες. Σε εμάς ερχόταν πάντοτε χαρούμενος».[2]

Μια τυπική μέρα του Σαίρνερ ξεκινούσε τα χαράματα, παρά το γεγονός πως εργαζόταν μέχρι αργά και απολάμβανε λίγες ώρες ύπνου. Μετά το πρωινό άρχιζε αυτό που οι στρατιώτες είχαν ονομάσει ειρωνικά «Ο αγώνας του Φέρντιναντ κατά του υποκόσμου στους λόχους αρτοποιίας», δηλαδή οι έφοδοι με τζιπ γεμάτο στρατονόμους σε περιοχές των μετόπισθεν, από αποθήκες μέχρι κινηματογράφους. Ήταν αρκετοί αυτοί που εκτελέστηκαν επιτόπου ως «λιποτάκτες», συνήθως με απαγχονισμό στα δέντρα, και ακόμη περισσότεροι αυτοί που αντιμετώπισαν υποβιβασμούς και μετάθεση στο μέτωπο για κάποιο ασήμαντο, συνήθως, παράπτωμα. Κάποια περιστατικά άγγιζαν τα όρια της κωμικότητας: βλέποντας από το αεροσκάφος του κάποιον ανθυπολοχαγό των διαβιβάσεων να κυνηγά κοτόπουλα, προσγειώθηκε και του είπε «Κύριε Ανθυπολοχαγέ, είστε κυνηγός, όπως βλέπω;» - «Μάλιστα, κύριε Αρχιστράτηγε, παθιασμένος κυνηγός.» - «Ωραία, αλλά είστε στον λάθος κλάδο. Σας μεταθέτω με άμεση ισχύ στο Πεζικό!» Τιμωρούνταν ορισμένες φορές ακόμη και στρατιώτες που απλώς φτερνίζονταν στη σκοπιά τους.[2]

Τις περισσότερες φορές, όταν περνούσε απ' το χέρι τους, οι υφιστάμενοι του Σαίρνερ αγνοούσαν τις διαταγές για εκτέλεση ή τιμωρία κάποιου στρατιώτη, και ούτε ο Σαίρνερ ενδιαφερόταν να μάθει αν οι διαταγές του είχαν ακολουθηθεί, καθώς, όπως δήλωνε ο ίδιος, αυτό που επεδίωκε ήταν να συνδέσει το όνομά του με τον φόβο, ώστε οι στρατιώτες του να πειθαρχούν και μόνο στο άκουσμα του ονόματός του. «Ο άγριος Φέρντιναντ ξήλωσε όλα τα γαλόνια του τάδε Ανθυπολοχαγού. Τι να κάνουμε;» - «Ξανακρεμάστε τα» απάντησε ο φον Ντέρνμπεργκ σε μια κλήση ενός επιτελείου. Σε άλλες περιπτώσεις, ο Σαίρνερ υπέβαλλε στρατιώτες σε άμεση, πλην εικονική εκτέλεση.[2]

Πάντως, οι Σοβιετικοί απέτυχαν να εξαλείψουν τον θύλακα της Κουρλάνδης. Για την εκεί αμυντική επιτυχία, την Πρωτοχρονιά του 1945 στον Σαίρνερ απονεμήθηκαν τα Διαμάντια στον Σταυρό των Ιπποτών.[6]

Πολωνία και Τσεχοσλοβακία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 17 Ιανουαρίου έγινε επικεφαλής της Ομάδας Στρατιών «Α», η οποία μετονομάστηκε σε Ομάδα Στρατιών «Κέντρο» στις 25 του ίδιου μήνα.[3] Ανέλαβε αρχικά να κρατήσει την βιομηχανική περιοχή της Άνω Σιλεσίας, που βρισκόταν σε άμεσο κίνδυνο από τη μεγάλη Σοβιετική επίθεση της 12ης Ιανουαρίου. Ο Χίτλερ, ως συνήθως, διέταξε να υπερασπιστεί η περιοχή μέχρις εσχάτων. Αντιλαμβανόμενος το ανέφικτο της διαταγής ο Σαίρνερ, αποφάσισε να αποφύγει άσκοπες απώλειες ων ανδρών του και αγνόησε τη διαταγή.[34] Διέταξε αντ' αυτού υποχώρηση, και μόλις αυτή ολοκληρώθηκε, ενημέρωσε τον Χίτλερ, φέρνοντάς τον για μια ακόμη φορά προ τετελεσμένου γεγονότος. Άλλοι διοικητές θα αντιμετώπιζαν στρατοδικείο, αλλά όχι ο Σαίρνερ. Το μόνο που είπε ο Χίτλερ στον αγαπημένο του στρατηγό ήταν «Βέβαια, Σαίρνερ, αν το νομίζετε, ηγείστε πολύ σωστά».[2] Ο αγώνας κατά των αριθμητικά υπέρτερων Σοβιετικών συνεχίστηκε στη Σιλεσία και στη Σουδητία, επιτέποντας σε πάνω από ένα εκατομμύριο πολίτες[25] να απομακρυνθούν από τις περιοχές αυτές και να γλιτώσουν από τις δολοφονίες και τους βιασμούς που διέπρατταν οι στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού.[50]

Ακόμα και στη δεινή αυτή θέση – με 24 αποδεκατισμένες μεραρχίες και μέτωπο 300 περίπου χιλιομέτρων[34] –, τα στρατεύματα του Σαίρνερ ήταν σε θέση να σημειώνουν τοπικές επιτυχίες. Την 1η Μαρτίου, μια αντεπίθεση που σχεδίασε ο Σαίρνερ έπιασε την 3η Τεθωρακισμένη Στρατιά των Σοβιετικών εξ απήνης και ανακατέλαβε την πόλη Λάουμπαν (σήμερα Λουμπάν, Πολωνία). Αυτό υπέπεσε στην προσοχή του Υπουργού Προπαγάνδας Γιόζεφ Γκέμπελς, που μια εβδομάδα αργότερα συνάντησε τον Σαίρνερ εκεί, ανταλλάσσοντας φιλοφρονήσεις και συγχαίροντας τα στρατεύματα. Ακολούθησε μια παρόμοια επιτυχία στο Στριγκάου, αρχής γενομένης στις 9 Μαρτίου. Εκεί, συγκλονισμένοι από τις θηριωδίες που διαπράχθηκαν από τους Σοβιετικούς, οι Γερμανοί στρατιώτες δολοφόνησαν αιχμαλώτους με πτυοσκάπανα και επιδόθηκαν σε λεηλασίες.[51] Παρά όμως και τις επιτυχίες αυτές, η Σιλεσία καταλήφθηκε εξ ολοκλήρου από τους Σοβιετικούς στα τέλη Μαρτίου.[34]

Ο Γκέμπελς συμπαθούσε ιδιαίτερα τον αφοσιωμένο εθνικοσοσιαλιστή Σαίρνερ. Έγραφε στο ημερολόγιό του στις 12 Μαρτίου σχετικά με τις μεθόδους που χρησιμοποιούσε ο Σαίρνερ για να επιβάλλει σιδηρά πειθαρχία:

Αναφέρω στον Φύρερ λεπτομερώς για την επίσκεψή μου στο Λάουμπαν. Ο Φύρερ είναι της γνώμης πως ο Σαίρνερ είναι ένας εξαίρετος στρατιωτικός ηγέτης. …Πέτυχε να σταθεροποιήσει συνολικά το μέτωπο του τομέα του. Σε αυτόν οφείλεται το ότι το ηθικό των στρατιωτών είναι τόσο εξαιρετικά ανεβασμένο. Αναφέρω στον Φύρερ για τις ριζοσπαστικές μεθόδους που χρησιμοποιεί ο Σαίρνερ για την επίτευξη του σκοπού του. Οι λιποτάκτες δεν έχουν κανένα έλεος απ' αυτόν. Απαγχονίζονται στο πλησιέστερο δέντρο, και γύρω απ' τον λαιμό τους αναρτάται με την επιγραφή: «Είμαι ένας λιποτάκτης. Αρνήθηκα να διαφυλάξω τις γυναίκες και τα παιδιά της Γερμανίας και έτσι απαγχονίστηκα». Τέτοιες μέθοδοι φέρνουν φυσικά αποτέλεσμα. Σε κάθε περίπτωση ξέρει ο στρατιώτης στον τομέα του Σαίρνερ, ότι αυτός που βρίσκεται μπροστά [ενν. στο μέτωπο] μπορεί να πεθάνει, και [αυτός που βρίσκεται] πίσω πρέπει να πεθάνει.[52]

Οι συνοπτικές εκτελέσεις στρατιωτών αυξήθηκαν κατακόρυφα κατά το τέλος του πολέμου. Ο ακριβής αριθμός αυτών που εκτελέστηκαν ως λιποτάκτες και ριψάσπιδες τους τελευταίους μήνες του πολέμου δεν είναι γνωστός, παρ' όλα αυτά οι επίσημες θανατικές καταδίκες ήταν περισσότερες από 30.000, όπως και οι στρατιώτες που εκτελέστηκαν επιτόπου.[53] Όπως έγραψε όμως ο Στρατάρχης της Σοβιετικής Ένωσης Γκεόργκι Ζούκοφ, «Αν δεν ήταν ο Σαίρνερ, ο Κόκκινος Στρατός θα είχε προωθηθεί ακριβώς μέσα στη Βαυαρία», καταλαμβάνοντας ολόκληρη τη Γερμανία και αλλάζοντας πιθανότατα τη μορφή της Ευρωπαϊκής Ηπείρου.[54]

Στις 5 Απριλίου 1945 ο Σαίρνερ, σε ηλικία 52 ετών, έγινε ο τελευταίος[34] στρατιωτικός της Ναζιστικής Γερμανίας που τιμήθηκε με το υπέρτατο αξίωμα των ενόπλων δυνάμεων, το βαθμό του Στρατάρχη (γερμ. Generalfeldmarschall).[4] Την στραταρχική του ράβδο την παρέλαβε από τον ίδιο τον Χίτλερ το απόγευμα της 23ης[55] (κατ' άλλους της 22ας) Απριλίου 1945.[3] Μάλιστα, όταν κατέβηκε από το άθικτο μέχρι τότε αεροδρόμιο στο Γκάτοβ του Βερολίνου, ο Χίτλερ του είπε «Σαίρνερ! Πόσο πολύ θα ήθελα να σας χωρίσω στα τέσσερα, ώστε να έχω τέσσερις Σαίρνερ!» Στη συζήτηση που ακολούθησε, διάρκειας μια ώρας, ο Χίτλερ έδωσε την εντολή στον Σαίρνερ να αποσύρει τμήματα της Ομάδας Στρατιών «Κέντρο», που πολεμούσε απελπισμένα τους Σοβιετικούς στην ανατολική Τσεχοσλοβακία, για να ενισχύσει το αποκαλούμενο «Οχυρό των Άλπεων». Μετά από αυτό, ο Σαίρνερ αναχώρησε για το αρχηγείο του κατά τις οκτώ το απόγευμα.[56]

Το τέλος του πολέμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 28 Απριλίου 1945, μία ημέρα πριν ο Αδόλφος Χίτλερ αυτοκτονήσει στο υπόγειο καταφύγιό του στο Βερολίνο, υπαγόρευσε την πολιτική του διαθήκη στην γραμματέα του, με σκοπό να ορίσει τη νέα κυβέρνηση που θα αναλάμβανε την τύχη του Ράιχ μετά τον θάνατό του. Διάδοχό του στην ηγεσία – όχι Φύρερ – όρισε τον Μέγα Ναύαρχο Καρλ Ντένιτς,[57] και τον Σαίρνερ νέο Αρχιστράτηγο του Στρατού.[58] Ο Ταγματάρχης Γενικού Επιτελείου Βίλι Γιοχανμάγερ (Willy Johannmeyer, 1915-1970), Στρατιωτικός Υπασπιστής του Χίτλερ και κάτοχος του Σταυρού των Ιπποτών του Σταυρού των Ιπποτών του Σιδηρού Σταυρού με Φύλλα Δρυός[59] ανέλαβε να μεταφέρει τη ένα αντίγραφο της διαθήκης, επισυνημμένο με ένα γράμμα του Στρατηγού του Πεζικού Βίλχελμ Μπούργκντορφ (Wilhelm Burgdorf, 1895-1945), επικεφαλής του Τμήματος Προσωπικού του Στρατού.[60] Ο Σαίρνερ δεν γνώριζε τίποτα για αυτό, και το αεροπλάνο που στάλθηκε για να παραλάβει τον Γιοχανμάγερ από το νησί Πφάνουενινζελ έξω από το Βερολίνο, δεν κατόρθωσε να φτάσει εκεί, καθώς αναγκάστηκε να κάνει υποχρεωτική προσγείωση στα όρη Ερτς.[3]

Στις 7 Μαΐου, αφού διέταξε τον μαζικό τουφεκισμό 22 Γερμανών στρατιωτών κοντά στο χωριό Λέντνιτσε, ο Σαίρνερ πληροφορήθηκε από το αρχηγείο του Ντένιτς στο Φλένσμπουργκ: «Κατάπαυση πυρός, 9 Μαΐου, μεσάνυχτα». Δύο μόλις ημέρες νωρίτερα είχε ξεκινήσει η οργανωμένη υποχώρηση των στρατευμάτων του προς τη δύση, για να παραδοθούν στους Αμερικανούς, από τους οποίους θα μπορούσαν να περιμένουν ανθρώπινη μεταχείριση. Ο Ντένιτς, τρεις μόλις ημέρες νωρίτερα, του είχε πει πως ο πόλεμος θα κρατούσε ακόμα μία εβδομάδα τουλάχιστον. Με την κατάπαυση του πυρός, οι Γερμανοί έπρεπε να παραμείνουν εκεί που βρίσκονταν, σε περιοχή που θα καταλάμβαναν οι Σοβιετικοί. Ανέθεσε την ηγεσία της επιχείρησης στον επιτελάρχη του και μετακίνησε το αρχηγείο του στο Σάατς, δυτικά της Πράγας. Οι Σοβιετικοί πλησίαζαν επικίνδυνα και ο Σαίρνερ, έχοντας απωλέσει τους ασυρμάτους του, έσπευσε στο Πόντερζαμ. Εκεί, το πρωί της 9ης Μαΐου, επιβιβάστηκε σε ένα αναγνωριστικό αεροσκάφος Fieseler Storch (το μοναδικό που διέθετε η Ομάδα Στρατιών του για να διατηρεί την επικοινωνία) και, ντυμένος με πολιτική περιβολή, άφησε τα στρατεύματά του στη μοίρα τους, καταφεύγοντας σε μια καλύβα στις Άλπεις, όπου και συνελήφθη από αμερικανικά στρατεύματα στις 15[1] Μαΐου.[2][6][61] Κατά ειρωνικό τρόπο, η διαταγή που είχε εκδώσει στις 5 Μαΐου απειλούσε τους στρατιώτες: «Δεν πρέπει σε αυτές τις δύσκολες μέρες για το Ράιχ μας, να χάσουμε την ψυχραιμία μας και να δειλιάσουμε… κάθε μη εγκεκριμένη υποχώρηση, κάθε προσπάθεια της επιστροφής στο σπίτι με ίδιες δυνάμεις είναι άτιμη προδοσία στους συντρόφους, τον λαό και πρέπει να τιμωρηθεί ανάλογα»[2] – μια εντελώς διαφορετική τύχη από αυτή που επιφύλαξε στον εαυτό του.

Στην αιχμαλωσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Αμερικανοί δεν κράτησαν τον Σαίρνερ, αντίθετα τον εξέδωσαν στη Σοβιετική Ένωση. Ο Σαίρνερ, ο οποίος είχε διατάξει στο παρελθόν να μην συλλαμβάνονται αιχμάλωτοι, διέταζε δε και εκτελέσεις αυτών που βρίσκονταν ήδη σε αιχμαλωσία,[62] καταδικάστηκε σε εικοσιπενταετή κάθειρξη. Τον Ιούνιο του 1945 μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο 27 στο Κρασνογκόρσκ κοντά στη Μόσχα. Από τις 7 Αυγούστου ως τις 19 Σεπτεμβρίου 1949 παρέμεινε στη φυλακή της Λιουμπλιάνκα κάτω από σκληρές, σε ορισμένες περιπτώσεις, συνθήκες. Ως την 1η Απριλίου 1950 παρέμεινε στη φυλακή της Λεφορτόφσκαγια, ως τον Ιανουάριο του 1952 στο αποκαλούμενο «Ευρωπαϊκό Τμήμα» της φυλακής της Μπουτίρσκαγια και ως τις 19 Φεβρουαρίου πίσω στη Λεφορτόφσκαγια.[3]

Στις 8 ή 11 Φεβρουαρίου ξεκίνησε η δίκη του ενώπιων του Ανώτατου Στρατιωτικού Δικαστηρίου στη Μόσχα, κεκλεισμένων των θυρών και άνευ συνηγόρου. Για την συμμετοχή του στην αιματηρή κατάπνιξη της εξέγερσης του Ρουρ των Γερμανών κομμουνιστών και για ενέργειες τον καιρό που υπηρετούσε στο τμήμα Τ3 των Ξένων Στρατών, καταδικάστηκε εκ νέου σε εικοσιπέντε χρόνια κάθειρξης. Κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας του αιτήθηκε την απελευθέρωσή του, καθώς ισχυριζόταν πως είχε μετανοήσει για τα εγκλήματά του, τον Απρίλιο του 1952 μάλιστα παραπονέθηκε με γράμμα του στον ίδιο τον Ιωσήφ Στάλιν, καταφέρνοντας τη μείωση της ποινής του στα δεκαοκτώ έτη. Πέρασε τα επόμενα δύο χρόνια στο στρατόπεδο Βλαντίμιρ, ώσπου τον Φεβρουάριο του 1954 μεταφέρθηκε στο Βοΐκοβο. Η ευχή του έγινε πραγματικότητα, όταν τα Χριστούγεννα του 1954 δόθηκε χάρη (ασθένησε επίσης σοβαράτην περίοδο αυτή[1]) σε αυτόν και στον Αντιναύαρχο Χανς-Έριχ Φος (Hans-Erich Voß, 1897-1969)[63] και παρέμεινε για ένα σύντομο χρονικό διάστημα σε κάποια βίλλα στη Μόσχα. Τελικά, έφτασε στο κατεχόμενο από τους Σοβιετικούς Βερολίνο στις 25 Ιανουαρίου 1955.[3] Εκεί, του προσφέρθηκε η θέση του Γενικού Επιθεωρητή του Εθνικού Λαϊκού Στρατού της Ανατολικής Γερμανίας. Ο Σαίρνερ αρνήθηκε και προτίμησε να επιστρέψει στην οικογένειά του στο Μόναχο.[3]

Απελευθέρωση και μεταπολεμική ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αναγγελία της επιστροφής του προκάλεσε σάλο στα μέσα ενημέρωσης της εποχής, και ο Ερυθρός Σταυρός τον συμβούλευσε να ακολουθήσει μια πιο διακριτική διαδρομή. Πράγματι, μεγάλο πλήθος τον περίμενε στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό του Μονάχου, όπου περίμεναν να αφιχθεί στις έξι και μισή το απόγευμα της 28ης Ιανουαρίου 1955. Ο Σαίρνερ όμως είχε κατέβει ένα σταθμό πιο πριν, στο Φράιζινγκ, και το πλήθος – διαδηλωτές και δημοσιογράφοι – κατευθύνθηκαν στο διαμέρισμα της κόρης του, Αννελίζε Σαίρνερ, στην Πλατεία Κουρφύρστεν (Kurfürstenplatz). Όταν ανακοινώθηκε πως ο Σαίρνερ είχε μείνει στο Φράιζινγκ, όλοι κατευθύνθηκαν προς τα εκεί. Μόνο κατά το βράδυ, με τη συνοδεία της κόρης του, έφτασε στο σπίτι της. «Σας παρακαλώ κύριοί μου, έχετε κατανόηση, δεν έχω δει τα παιδιά μου για δώδεκα χρόνια…» είπε στο πλήθος που προσπάθησε να τον πλησιάσει, κλείνοντας την πόρτα. Με αυτό τον τρόπο έφτασε ο μισητός στο κοινό Σαίρνερ στη Δυτική Γερμανία. Από την οικογένειά του, δύο μόνο μέλη βρίσκονταν εν ζωή. Ο μεγαλύτερος γιος του Χανς, αδυναμία της γυναίκας του Λιζελότε, πέθανε από επιληψία στα είκοσί του.[2] Η ίδια η γυναίκα του αυτοκτόνησε το 1949.[3]

Οι επισκέψεις δημοσιογράφων συνεχίστηκαν, με την κόρη του να είναι αναγκασμένη να τους διώχνει σχεδόν καθημερινά. Παράλληλα ξεκίνησε και η νομική δίωξη του πρώην Στρατάρχη από της κρατικές αρχές. Η δίκη του διήρκεσε από την 1η ως τις 15 Οκτωβρίου 1957, και ο Σαίρνερ κατηγορήθηκε για την εγκατάλειψη των στρατευμάτων του, τους υποβιβασμούς των στρατιωτών του και κυρίως για ανθρωποκτονία – για τις παράνομες εκτελέσεις στρατιωτών του κατά το τέλος του πολέμου. Μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο πρώην επιτελάρχης του, Αντιστράτηγος Όλντβιχ φον Νάτσμερ (Oldwig Otto von Natzmer, 1904-1980).[64] Συνολικά, στο δικαστήριο αποδείχτηκαν οι εκτελέσεις έξι στρατιωτών και δύο αξιωματικών, από τις εκατό περίπου υποθέσεις που παρουσιάστηκαν. Καταδικάστηκε σε τεσσεράμισι χρόνια κάθειρξης και φυλακίστηκε στο σωφρονιστήριο στο Λάντσμπεργκ αμ Λεχ, από τις 4 Αυγούστου 1958 ως τις 3 Αυγούστου 1960. Παρέμεινε σε αναστολή για τα επόμενα πέντε χρόνια για λόγους υγείας, και τελικά απελευθερώθηκε στις 22 Δεκεμβρίου 1966.[3]

Παράλληλα αποφασίστηκε να μην του χορηγηθεί σύνταξη. Ακόμη και το αίτημά του να του δοθούν 100 μάρκα για να μπορέσει να κινηθεί με τραμ εντός της πόλης απορρίφθηκε.[65] Μετά την αποφυλάκισή του παρέμεινε στο Μόναχο, ζώντας με μηνιαίες επιταγές από τα χρήματα που συγκέντρωναν οι πρώην συνάδελφοί του της 6ης Ορεινής Μεραρχίας.[54] Ο τελευταίος Στρατάρχης, ως σήμερα, της Γερμανίας πέθανε πάμπτωχος και ξεχασμένος από καρδιακό επεισόδιο[1] στην γενέτειρά του τη Δευτέρα 2 Ιουλίου 1973, σε ηλικία 81 ετών[66] και τάφηκε στο Μίτενβαλντ.[3] Το Υπουργείο Άμυνας της Δυτικής Γερμανίας εξέδωσε οδηγία σχετικά με την κηδεία του:

Η ταφή του πρώην Στρατάρχη Σαίρνερ θα πραγματοποιηθεί χωρίς στρατιωτικές τιμές. Η παρεύρεση στην κηδεία ένστολων μελών της Bundeswehr απαγορεύεται! Η συμμετοχή μελών των Ενόπλων Δυνάμεων με πολιτική περιβολή δεν είναι επιθυμητή.[25]

Διακρίσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύνοψη βαθμών[4]
Γερμανικός Βαθμός Ελληνικό αντίστοιχο[Σημ. 6] Ημερομηνία
Gefreiter Υποδεκανέας 01 Απριλίου 1912
Unteroffizier Υπαξιωματικός 01 Αυγούστου 1912
Vize-Feldwebel d.R. (Έφεδρος Αντιεπιλοχίας) 22 Μαΐου 1913
Offiziers-Stellvertreter (Αναπληρωτής Αξιωματικός) 28 Αυγούστου 1914
Leutnant d.R. der Infanterie Έφεδρος Ανθυπολοχαγός του Πεζικού 29 Νοεμβρίου 1914
Leutnant Ανθυπολοχαγός 26 Δεκεμβρίου 1917
Oberleutnant Υπολοχαγός 15 Ιουλίου 1918
Hauptmann Λοχαγός 01 Αυγούστου 1926
Major Ταγματαρχης 01 Αυγούστου 1934
Oberstleutnant Αντισυνταγματάρχης 01 Μαρτίου 1937
Charakter als Oberst (προσωρινά Συνταγματάρχης) 27 Αυγούστου 1939
Oberst Συνταγματάρχης 01 Φεβρουαρίου 1940
Generalmajor Υποστράτηγος 01 Αυγούστου 1940
Generalleutnant Αντιστράτηγος 15 Ιανουαρίου 1942
General der Gebirgstruppe (Στρατηγός των Ορεινών Στρατευμάτων) 01 Ιουνίου 1942
Generaloberst Αρχιστράτηγος 01 Μαρτίου 1944
Generalfeldmarschall Στρατάρχης 05 Απριλίου 1945

Παρατίθενται οι διακρίσεις (παράσημα και μετάλλια) που απονεμήθηκαν στον Σαίρνερ κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του σταδιοδρομίας:[4]

Μνείες στην Αναφορά της Βέρμαχτ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ημερομηνία Πρωτότυπο κείμενο Μετάφραση
18 Φεβρουαρίου 1944 In den schweren Kämpfen in der Raum von Nikopol haben ostmärkische, bayerische, rheinische-westfälische, sächsische, mecklenburgische, pommerische und ostpreußische Divisionen unter dem Befehl des Generals der Gebirgstruppe Schörner und der Generäle Brandenberger, Mieth und Kreysing in der Zeit von 5. November 1943 bis 15. Februar 1944 in Angriff und Abwehr starke Durchbruchversuche der Bolschewisten, oft mit blanken Waffen, verhindert und ihnen hohe Verluste zugefügt.[67] Στις σκληρές μάχες της περιοχής του Νίκοπολ την περίοδο από τις 5 Νοεμβρίου 1943 ως τις 15 Φεβρουαρίου 1944 αυστριακές, βαυαρικές, Ρηνανίας-Βεστφαλίας, σαξονικές, μεκλεμβουργικές, πομερανικές και ανατολικοπρωσικές μεραρχίες υπό τις διαταγές του Στρατηγού των Ορεινών Στρατευμάτων Σαίρνερ και των στρατηγών Μπραντενμπέργκερ, Μιτ και Κράιζινγκ απέτρεψαν σε άμυνα και σε επίθεση, συχνά με μάχες εκ του συστάδην, ισχυρές προσπάθειες διάσπασης των Μπολσεβίκων και τους προκάλεσαν υψηλές απώλειες.
30 Νοεμβρίου 1944 In der zweiten Abwehrschlacht in Kurland haben die unter dem Oberbefehl des Generalobersten Schörner kämpfenden Verbände des Heeres und der Waffen-SS wiederum einen vollem Abwehrsieg errungen.[68] Στη δεύτερη αμυντική μάχη στην Κουρλάνδη τα μάχιμα στρατεύματα του Στρατού και των Waffen-SS υπό την ανώτατη ηγεσία του Αρχιστράτηγου Σαίρνερ πέτυχαν πάλι μια πλήρη αμυντική νίκη.
1η Ιανουαρίου 1945 In 11 schweren Kampftagen haben die unter dem Oberbefehl des Generalobersten Schoerner [Schörner] kämpfenden Verbänden des Heeres, der Waffen-SS und lettischer Freiwilligen, hervorragend unterstützt durch fliegende Verbände und Flakeinheiten unter Führung ihres Oberbefehlshabers, General der Flieger Pflugbeil, die Ansturm von 46 Schützendivisionen und 22 Panzer- und Sturmgeschützverbände abgeschlagen.[69] Σε 11 σκληρές μέρες αγώνα οι μάχιμες μονάδες του Στρατού, των Waffen-SS και Λετονών εθελοντών υπό την ανώτατη αρχηγία του Αρχιστράτηγου Σαίρνερ, εξαιρετικά υποστηριζόμενες από τις ιπτάμενες μονάδες και σχηματισμούς αντιαεροπορικών υπό την οδηγία του ανώτατου διοικητή τους, Στρατηγού των Ιπταμένων Πφλούγκμπαϊλ, ανέκοψαν την ορμητική επίθεση 46 μεραρχιών τυφεκιοφόρων και 22 μονάδων τεθωρακισμένων και πυροβόλων εφόδου.
5 Απριλίου 1945 In der 25tägigen Abwehrschlacht haben unsere unten dem Oberbefehl des Generalobersten Schörner stehenden Truppen, durch fliegende Verbände und Flakartillerie der Luftwaffe hervorragend unterstützt, der Ansturm starker Infanterie- und Panzerkräfte abgeschlagen und einem bedeuten Abwehrfolg errunge.[70] Στην εικοσιπενταήμερη αμυντική μάχη τα ευρισκόμενα στρατεύματά μας υπό την ανώτατη ηγεσία του Αρχιστράτηγου Σαίρνερ, εξαιρετικά υποστηριζόμενα από τις ιπτάμενες μονάδες και αντιαεροπορικό πυροβολικό της Luftwaffe, ανέκοψαν την ορμητική επίθεση ισχυρών δυνάμεων πεζικού και τεθωρακισμένων και πέτυχαν μια σημαίνουσα αμυντική επιτυχία.
9 Μαΐου 1945 Meldungen über die Lage bei den Heeresgruppen Löhr, Rendulic und Schörner liegen beim Oberkommando der Wehrmacht zur Stunde noch nicht vor.[71] Αναφορές σχετικά με την κατάσταση των Ομάδων Στρατιών Λερ, Ρέντουλιτς και Σαίρνερ δεν είναι διαθέσιμες στην Ανώτατη Διοίκηση των Ενόπλων Δυνάμεων μέχρι αυτή την ώρα.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Αποδίδεται επί λέξει ως «Αντιεπιλοχίας» και δεν έχει ακριβή αντιστοιχία στον Ελληνικό Στρατό
  2. Αποδίδεται επί λέξει ως «Αναπληρωματικός Αξιωματικός» και δεν έχει ακριβή αντιστοιχία στον Ελληνικό Στρατό
  3. Η Συνθήκη των Βερσαλλιών είχε περιορίσει τις στρατιωτικές δραστηριότητες στη Γερμανία, επομένως οι Γερμανοί κατέφευγαν σε παραπλανητικές ονομασίες. Μετά την άνοδο των Ναζί ωστόσο (1933) η εν λόγω συνθήκη αγνοήθηκε και οι ονομασίες αποκαταστάθηκαν
  4. Το σοβιετικό αντίστοιχο μιας γερμανικής Ομάδας Στρατιών
  5. Στρατηγικά, ως «προγεφύρωμα» ορίζεται ο περιορισμένος χώρος μέσα σε εχθρικό έδαφος, ο οποίος κρατείται από ένα στράτευμα για να επιτρέψει την εφόρμηση από εκεί φιλίων στρατευμάτων. Στη Βαλτική, η Ομάδα Στρατιών «Βορράς» είχε αποκοπεί χωρίς ελπίδα να καταφέρει να επιτεθεί εκ νέου από εκεί εναντίον των Σοβιετικών. Επομένως, ο όρος «προγεφύρωμα της Κουρλάνδης» κρίνεται αδόκιμος.
  6. Η παρένθεση στην ελληνική απόδοση δηλώνει πως δεν υπάρχει το αντίστοιχο του γερμανικού βαθμού στα ελληνικά
  7. Η συντομογραφία σημαίνει «Αυτοκρατορικό και Βασιλικό» (σύντμηση: k.u.k., kaiserlich und königlich) και χαρακτήριζε τον στρατό της Αυστροουγγαρίας.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,00 1,01 1,02 1,03 1,04 1,05 1,06 1,07 1,08 1,09 1,10 1,11 Gießler, Klaus-Volker: Schörner, Johann Ferdinand στο Neue Deutsche Biographie (NDB) (γερμανικά)
  2. 2,00 2,01 2,02 2,03 2,04 2,05 2,06 2,07 2,08 2,09 2,10 2,11 2,12 2,13 2,14 2,15 2,16 2,17 2,18 2,19 2,20 2,21 2,22 Der laute Kamerad Άρθρο στο Der Spiegel, 9 Φεβρουαρίου 1955 (γερμανικά)
  3. 3,00 3,01 3,02 3,03 3,04 3,05 3,06 3,07 3,08 3,09 3,10 3,11 3,12 3,13 3,14 3,15 3,16 3,17 3,18 3,19 3,20 3,21 3,22 3,23 3,24 3,25 3,26 3,27 3,28 3,29 3,30 3,31 3,32 Zinke, Dieter: Βιογραφικό του Φέρντιναντ Σαίρνερ (παρατίθεται σε συζήτηση στο Axis History Forum)
  4. 4,00 4,01 4,02 4,03 4,04 4,05 4,06 4,07 4,08 4,09 4,10 4,11 4,12 4,13 4,14 4,15 4,16 Miller, Michael D. & Collins, Gareth: Generalfeldmarschall Johann Ferdinand Schörner από τον ιστοχώρο Axis Biographical Research (αγγλικά)
  5. Mitcham, σ. 127-128
  6. 6,00 6,01 6,02 6,03 6,04 6,05 6,06 6,07 6,08 6,09 6,10 Generalfeldmarschall Ferdinand Schörner. Άρθρο στον ιστοχώρο Lexicon der Wehmacht (γερμανικά)
  7. 7,0 7,1 7,2 Mitcham, σ. 128
  8. 8,0 8,1 8,2 Williamson, Gordon, McGregor, Malcolm, ό.π., σ.14
  9. 9,0 9,1 9,2 9,3 9,4 9,5 Mitcham, σ. 129
  10. Ordine della Corona d'Italia - Commendatore. Άρθρο από τον ιστοχώρο World War 2 Awards (αγγλικά)
  11. Μάγερ, ό.π., σ. 22
  12. Μάγερ, ό.π., σ. 23-24
  13. Μάγερ, ό.π., σ. 40
  14. 14,0 14,1 14,2 Gebirgs-Jäger-Regiment 98. Άρθρο στον ιστοχώρο Lexicon der Wehrmacht (γερμανικά)
  15. 15,0 15,1 Μάγερ, ό.π., σ. 39
  16. Μάγερ, ό.π., σ. 39-40
  17. 17,0 17,1 17,2 17,3 Μάγερ, ό.π., σ. 41
  18. Μάγερ, ό.π., σ. 42
  19. 19,0 19,1 Μάγερ, ό.π., σ. 43
  20. Generalleutnant Egbert Picker. Άρθρο στον ιστοχώρο Lexicon der Wehrmacht (γερμανικά)
  21. 21,0 21,1 21,2 21,3 21,4 21,5 21,6 6. Gebirgs-Division. Άρθρο στον ιστοχώρο Lexicon der Wehrmacht (γερμανικά)
  22. 7. Panzedivision. Άρθρο στον ιστοχώρο Lexicon der Wehrmacht (γερμανικά)
  23. General der Gebirgstruppe Franz Böhme. Άρθρο στον ιστοχώρο Lexicon der Wehrmacht (γερμανικά)
  24. 24,0 24,1 24,2 24,3 Williamson (1996), σ. 31
  25. 25,0 25,1 25,2 25,3 25,4 25,5 25,6 23. Brillantenträger Ferdinand Schörner. Άρθρο στον ιστοχώρο Ritterkreuzträger 1939-1945 (γερμανικά)
  26. 26,0 26,1 Γεδεών, ό.π.
  27. Κούκουνας, Δημοσθένης: Οι πρώτες δραματικές ώρες της γερμανικής Κατοχής στην Αθήνα. Άρθρο στην εφημερίδα «Ακρίτας», 3 Μαΐου 2010
  28. Manz, ό.π., σ. 118
  29. Ziemke, Earl Frederick & Bauer, Magna E.: Moscow to Stalingrad: Decision in the East. Hippocrene Books, Μάρτιος 1989. ISBN 978-0880292948, σ. 223 (αγγλικά)
  30. Hujanen, Juha: Ferdinand Schörner. Ιστορίες για τον Φέρντιναντ Σαίρνερ στη Φινλανδία, από το περιοδικό Kansa Taisteli (αφήγηση από τον Leo Lahdenperä) (αγγλικά), συζήτηση στο Axis History Forum
  31. Manz, ό.π., σ. 118-119
  32. Generaloberst Eduard Dietl. Άρθρο από τον ιστοχώρο Lexicon der Wehrmacht (γερμανικά)
  33. 33,0 33,1 33,2 Bidermann, ό.π., σ. 387
  34. 34,0 34,1 34,2 34,3 34,4 34,5 34,6 34,7 34,8 34,9 Williamson, Gordon, McGregor, Malcolm, ό.π., σ.15
  35. XXXX. Panzerkorps. Άρθρο από τον ιστοχώρο Lexicon der Wehrmacht (γερμανικά)
  36. General der Panzetruppe Erich Brandenberger. Άρθρο από τον ιστοχώρο Lexicon der Wehrmacht (γερμανικά)
  37. General der Infanterie Fridrich Mieth. Άρθρο από τον ιστοχώρο Lexicon der Wehrmacht (γερμανικά)
  38. General der Infanterie Hans Kreysing. Άρθρο από τον ιστοχώρο Lexicon der Wehrmacht (γερμανικά)
  39. 39,0 39,1 Μάγερ (2006), ό.π., σ. 573
  40. Μάγερ (2006), ό.π., σ. 573-574
  41. Μάγερ (2006), ό.π., σ. 574
  42. Mitcham, σ. 130
  43. Generaloberst Erwin Jaenecke. Άρθρο από τον ιστοχώρο Lexicon der Wehrmacht (γερμανικά)
  44. General der Infanterie Otto Wöhler. Άρθρο από τον ιστοχώρο Lexicon der Wehrmacht (γερμανικά)
  45. 45,0 45,1 45,2 Mitcham, ό.π., σ. 163
  46. Generaloberst Johannes Frießner. Άρθρο από τον ιστοχώρο Lexicon der Wehrmacht (γερμανικά)
  47. Rudel, Hans Ulrich. Άρθρο από τον ιστοχώρο Lexicon der Wehrmacht (γερμανικά)
  48. Rudel, σ. 225-227
  49. Mitcham, ό.π., σ. 133
  50. Beevor, passim
  51. Beevor, ό.π., σ. 197
  52. Joseph Goebbels: Tagebücher 1945. Die letzten Aufzeichnungen. Βερολίνο 1977, σ. 164.
  53. Mazower, ό.π., σ. 525
  54. 54,0 54,1 Kemp, ό.π., σ. 29
  55. Eberle & Uhl, ό.π., σ. 378
  56. Eberle & Uhl, ό.π., σ. 378-379
  57. Trevor-Roper, ό.π., σ. 287
  58. Trevor-Roper, ό.π., σ. 291
  59. Johannmeyer, Willy. Άρθρο από τον ιστοχώρο Lexicon der Wehrmacht (γερμανικά)
  60. General der Infanterie Wilhelm Burgdorf. Άρθρο από τον ιστοχώρο Lexicon der Wehrmacht (γερμανικά)
  61. Bidermann, ό.π., σ. 388
  62. Heaton, Colin D., & Greer, Steve: Occupation and Insurgency: A Selective Examination of The Hague and Geneva Conventions on the Eastern Front, 1939-1945. Algora Publishing, Απρίλιος 2008. ISBN 978-0-87586-609-3 (αγγλικά), σ. 42
  63. Vizeadmiral Hans-Erich Voss. Άρθρο από τον ιστοχώρο Lexicon der Wehrmacht (γερμανικά)
  64. Generalleutnant Oldwig Otto von Natzmer. Άρθρο από τον ιστοχώρο Lexicon der Wehrmacht (γερμανικά)
  65. Ferdinand Schörner. Άρθρο στο περιοδικό Der Spiegel, 2 Απριλίου 1958 (γερμανικά)
  66. Gestorben. Άρθρο στο περιοδικό Der Spiegel, 9 Ιουλίου1973 (γερμανικά)
  67. Die Wehrmachtberichte 1939-1945 Band 3, σ. 37
  68. Die Wehrmachtberichte 1939-1945 Band 3, σ. 352
  69. Die Wehrmachtberichte 1939-1945 Band 3, σ. 386
  70. Die Wehrmachtberichte 1939-1945 Band 3, σ. 521
  71. Die Wehrmachtberichte 1939–1945 Band 3, σ. 569

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Beevor, Antony: Βερολίνο. Η Πτώση 1945. Εκδόσεις Γκόβοστη, Αθήνα 2004 (Β' Έκδοση). ISBN 960-270-926-X
  • Bidermann, Gottlob Herbert: Σε Θανάσιμη Σύγκρουση, 1941-1945. Οι Αναμνήσεις ενός Γερμανού Στρατιώτη από το Ανατολικό Μέτωπο. Εκδόσεις Eurobooks, Αθήνα 2008. ISBN 978-960-98327-3-1
  • Γεδεών, Δημήτρης: Φυσιογνωμίες: Στρατάρχης Φερδινάνδος Σαίρνερ (1892-1973). Άρθρο στο περιοδικό Στρατιωτική Ιστορία #86. Εκδόσεις Περισκόπιο, Οκτώβριος 2003
  • Der laute Kamerad Άρθρο στο περιοδικό Der Spiegel, 9 Φεβρουαρίου 1955 (γερμανικά)
  • Die Wehrmachtberichte 1939-1945 Band 3, 1. Januar 1944 bis 9. Mai 1945. Deutscher Taschenbuch Verlag GmbH & Co. KG, Μόναχο 1985. ISBN 3-423-05944-3 (γερμανικά)
  • Eberle, Henrik & Uhl, Mattias: Το Βιβλίο Χίτλερ. Ο απόρρητος φάκελος για τον Χίτλερ που παρέδωσαν στο Στάλιν οι Σοβιετικές μυστικές υπηρεσίες. Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2007. ISBN 978-960-04-3499-6
  • Gießler, Klaus-Volker: „Schörner, Johann Ferdinand“, στο: Neue Deutsche Biographie (NDB) 23 (2007), σ. 435-436 [Ηλεκτρονική έκδοση] (γερμανικά)
  • Hujanen, Juha: Ferdinand Schörner. Ιστορίες για τον Φέρντιναντ Σαίρνερ στη Φινλανδία, από το περιοδικό Kansa Taisteli (αφήγηση από τον Leo Lahdenperä) (αγγλικά), συζήτηση στο Axis History Forum
  • Kemp, Anthony: German Commanders of World War II. Osprey Publishing, 1990. ISBN 978-0-85045-433-8 (αγγλικά)
  • Generalfeldmarschall Ferdinand Schörner. Άρθρο στον ιστοχώρο Lexicon der Wehmacht (γερμανικά)
  • Manz, Bruno: A Mind in Prison: The Memoir of a Son and Soldier of the Third Reich. Brassley's Editions, 2001. ISBN 978-1-57488-342-8 (αγγλικά)
  • Meyer, Hermann Frank: Αιματοβαμμένο Έντελβαϊς. Η 1η Ορεινή Μεραρχία, το 22ο Σώμα Στρατού και η εγκληματική δράση τους στην Ελλάδα, 1943-1944 (Τόμος Α). Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2009. ISBN 978-960-05-1423-0
  • Meyer, Hermann Frank: Αιματοβαμμένο Έντελβαϊς. Η 1η Ορεινή Μεραρχία, το 22ο Σώμα Στρατού και η εγκληματική δράση τους στην Ελλάδα, 1943-1944 (Τόμος Β). Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2009. ISBN 978-960-05-1425-4
  • Meyer, Hermann Frank: Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα. Τα αιματηρά ίχνη της 117ης μεραρχίας καταδρομών στη Σερβία και την Ελλάδα (4η Έκδοση). Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2006. ISBN 960-05-1112-8
  • Mazower, Mark (2008): Hitler's Empire. Nazi Rule in Occupied Europe. Penguin Books, London 2009. ISBN 978-0-14-101192-9 (αγγλικά)
  • Miller, Michael D. & Collins, Gareth: Generalfeldmarschall Johann Ferdinand Schörner από τον ιστοχώρο Axis Biographical Research (αγγλικά)
  • Mitcham, Samuel W.: The German Defeat in the East, 1944-45. Stackpole Books, 2007. ISBN 978-0-8117-3371-7
  • Rudel, Hans-Ulrich: Πιλότος των Στούκας. Το πολεμικό Ημερολόγιο του πιο διάσημου Πιλότου του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.. Εκδόσεις Eurobooks, Αθήνα 2007. ISBN 978-960-87218-8-3
  • Trevor-Roper, Hugh: Χίτλερ. Οι Τελευταίες Μέρες - 1945. Εκδόσεις Ιωλκός. Σειρά: Πόλεμος και Στρατηγική (2). Αθήνα 2005. ISBN 960-426-386-2
  • Williamson, Gordon: German Mountain & Ski Troops, 1939-45 (Elite). Osprey Publishing, 1996. ISBN 978-1-85532-572-2 (αγγλικά)
  • Williamson, Gordon & McGregor, Malcolm: German Commanders of World War II (1). Osprey publishing, ISBN 1-84176-596-1 (αγγλικά)
  • 23. Brillantenträger Ferdinand Schörner. Άρθρο στον ιστοχώρο Ritterkreuzträger 1939-1945 (γερμανικά)
  • Zinke, Dieter: Βιογραφικό του Φέρντιναντ Σαίρνερ (παρατίθεται σε συζήτηση στο Axis History Forum) (γερμανικά)

Προτεινόμενη βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
  • Kaltenegger, Roland: Schörner: Feldmarschall der letzten Stunde. Herbig Verlag, Μόναχο 1994. ISBN 978-3-7766-1856-3 (γερμανικά)
  • Kaltenegger, Roland: Krieg in der Arktis. Stocker Verlag, Δεκέμβριος 2008. ISBN 978-3-7020-1018-8 (γερμανικά)
  • Kern, Erich: Generalfeldmarschall Schörner. Ein deutsches Soldatenschicksal. Schütz-Verlag, Preußisch Oldendorf 1976. ISBN 978-3-87725-083-9 (γερμανικά)
  • Klee, Ernst: Das Personenlexikon zum Dritten Reich. Wer war was vor und nach 1945. 2. Auflage. Fischer, Frankfurt am Main 2005, ISBN 978-3-596-16048-8 (γερμανικά)
  • Schönherr, Klaus: Ferdinand Schörner - Der idealtypische Nazigeneral. Στο: Roland Smelser, Enrico Syring (επιμ.): Die Militärelite des Dritten Reiches - 27 biographische Skizzen. Ullstein, Berlin, Frankfurt am Main 1995, ISBN 3-550-07080-2 (γερμανικά)
  • Steinkamp, Peter: Generalfeldmarschall Ferdinand Schörner. Στο: Gerd R. Ueberschär (επιμ.): Hitlers militärische Elite. Vom Kriegsbeginn bis zum Weltkriegsende. Band 2. Primus, Darmstadt 1998, ISBN 3-89678-089-1 (γερμανικά)
  • Williamson, Gordon: Knight's Cross with Diamonds Recipients: 1941-45. Τόμος 139 του Elite Series. Osprey Publishing, 2006. ISBN 978-1-84176-644-7 (αγγλικά)