Υπερκατασκευή (ναυπηγική)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Υπερστέγασμα Ελικοπτεροφόρου

.

Ως Υπερκατασκευή (superstructure) στη ναυπηγική ονομάζεται το κατασκεύασμα, που βρίσκεται πάνω από το κύριο κατάστρωμα που εκτείνεται από πλευρά σε πλευρά καλύπτοντας σε μήκος ένα μέρος του καταστρώματος. Ενώ σε αντιδιαστολή υπερστέγασμα (deckhouse) ονομάζεται το κατασκεύασμα στον ίδιο χώρο που δεν εντείνεται καθ΄ όλο το πλάτος του καταστρώματος (από πλευρά σε πλευρά του πλοίου).

Ορισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συνεπώς οποιαδήποτε κατασκευή υπέρ του κυρίου καταστρώματος μικρότερου μήκους αυτού και που απέχει από κάθε πλευρά του πλοίου λιγότερο από 305 mm θεωρείται «υπερκατασκευή». Τέτοιες υπερκατασκευές είναι το πρόστεγο ή καμπούνι (forecastle), το μεσόστεγο ή γέφυρα (bridge) και το επίστεγο ή κάσσαρο ή πούπι (poop).

Στα σύγχρονα φορτηγά πλοία γενικού φορτίου καθώς και στα δεξαμενόπλοια το πρόστεγο έχει καταργηθεί και το μεσόστεγο (γέφυρα) έχει συγχωνευθεί με το επίστεγο. Στα δε σύγχρονα επιβατηγά διακρίνεται μία συνήθως ενιαία υπερκατασκευή.
Κατά τη σύγχρονη γενικότερη αντίληψη του όρου στην έννοια υπερκατασκευή πλοίου συμπεριλαμβάνονται όλες οι υπέρ του κυρίου καταστρώματος κατασκευές και εξαρτήματα του πλοίου όπως προστεγο, μεσόστεγο, επίοτεγο, γέφυρα, ιστοί (κατάρτια), καπνοδόχοι, φορτωτήρες και γερανοί, κιγκλιδώματα κ.λπ.

Από ναυπηγικής πλευράς οι υπερκατασκευές αποτελούν ασυνέχεια της υπέρ του κυρίου καταστρώματος κατασκευής και η προσαρμογή τους σ΄αυτό εξαρτάται από ορισμένους παράγοντες όπως το μήκος και η κατασκευαστική διαμόρφωση αυτής της υπερκατασκευής με εγκάρσια διαφράγματα, ή ανοίγματα κλπ. προκειμένου να διατηρείται η ασφαλής ακαμψία της κατασκευής του κυρίως σκάφους.

Συντήρηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η θέση της υπερκατασκευής σε ένα αεροπλανοφόρο.

Γενικά συνιστάται ο γενικός χρωματισμός των υπερκατασκευών ανά εξάμηνο. Όταν πρόκειται για νέα κατασκευή ο χρωματισμός της πρέπει να είναι τακτικότερη. Προ του γενικού χρωματισμού "τσεκάρονται" τα σημεία που παρουσιάζουν σκουριά όπου ακολουθεί ξέση του παλαιού χρώματος καθαρισμός από τη σκουριά, πλύσιμο, απομάκρυνση τυχόν υπολειμμάτων ελαίων, σκόνης κ.λπ. και εφόσον ο καιρός είναι στεγνός ακολουθεί η εφαρμογή τριών στρωμάτων μίνιου, ενός στρώματος αντερκόουτιγκ και ένα στρώμα τελικού χρώματος. Αν πρόκειται για γαλβανισμένη επιφάνεια σιδήρου, π.χ. ανεμοδόχοι, κιγκλιδώματα, κ.λπ. τότε χρησιμοποιείται μίνιο ψευδαργύρου.
Βάφονται πρώτα οι ιστοί, φορτωτήρες, ξάρτια, καπνοδόχοι και ακολουθούν, γέφυρα πλοίου, οι οροφές, διαφράγματα (μπουλμέδες), ανεμοδόχοι, λέμβοι, βαρούλκα, κιγκλιδώματα, παραπέτα και τελευταία τα καταστρώματα. Μπορεί όμως το βάψιμο να ξεκινήσει από πλώρη προς πρύμνη κατά τμήματα. Ο χρωματισμός όμως των καταστρωμάτων θα πρέπει να ολοκληρωθεί, ή τούτος κατά τμήματα, πριν το πλοίο καταπλεύσει σε λιμένα, έτσι ώστε το χρώμα να έχει στεγνώσει.
Γενικά οι χρωματισμοί των υπερκατασκευών, αντίθετα μ΄ εκείνους των υφάλων, αποφεύγονται κατά τους δεξαμενισμούς προκειμένου να επιτυγχάνεται μείωση του κόστους παραμονής των πλοίων στις δεξαμενές.

Σημείωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ευνόητο είναι ότι οι όροι «πρόστεγο», «μεσόστεγο» και «επίστεγο» χρησιμοποιούνται εφόσον υπάρχουν δύο τουλάχιστον υπερκατασκευές διαφορετικά χρησιμοποιείται ο όρος Γέφυρα.
  • Τα υπερστεγάσματα δεν λαμβάνονται υπ΄ όψη στον υπολογισμό του ύψους των εξάλων. Υπερστεγάσματα θεωρούνται έστω κι αν αποκαλούνται υπερκατασκευές εκείνες των αεροπλανοφόρων, ελικοπτεροφόρων και άλλων πλοίων ειδικών απασχολήσεων.