Υπεράκτια εταιρεία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπική χρήση μιας υπεράκτιας εταιρείας

Υπεράκτια εταιρεία (αγγλικά: offshore company) ονομάζεται η οικονομική οντότητα που θεωρείται πως δημιουργήθηκε για ένα συγκεκριμένο σκοπό, συνήθως βραχυπρόθεσμο και δε διαπνέεται από την γενικά παραδεκτή αρχή του συνεχούς της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Συνήθως ο όρος αναφέρεται με σκοπό να υποδειχθούν οι επιχειρήσεις που ιδρύονται σε οικονομικά κέντρα με ένα πολύ χαμηλό επίπεδο φόρων, που συνήθως βρίσκονται κυρίως σε νησιά και συχνά παρομοιάζονται ως «φορολογικοί παράδεισοι».

Αυτές οι εταιρείες ιδρύονται προκειμένου ο ιδιοκτήτης ή ο δικαιούχος να πετύχει το μικρότερο δυνατό κόστος φορολόγησης των διεθνών δραστηριοτήτων του. Πολλές φορές, συνήθως αποτρεπτικά, αναπτύσσεται η άποψη ότι κάποιος από τους σκοπούς ίδρυσης αυτών είναι η απόκρυψη οικονομικών εσόδων/κερδών, από παράνομες δραστηριότητες όπως π.χ. λαθρεμπόριο όπλων, ναρκωτικών κ.λπ. ή ακόμα και η ανακύκλωση βρώμικου χρήματος, που πράγματι μπορεί αυτό να συμβεί σε πολύ περιορισμένο βαθμό που ως αντικείμενο όμως δεν αφορά το άρθρο αυτό. Η όποια παραβατική δραστηριότητα αν τελικά συμβεί δεν πραγματοποιείται στην έδρα των εταιρειών αυτών αλλά στις χώρες που αναπτύσσουν τις οικονομικές δραστηριότητές τους.

Στην πραγματικότητα, ακριβώς επειδή δεν είναι παράνομες, όλες οι πολυεθνικές έχουν ιδρύσει offshore εταιρείες σε χώρες με ηπιότερο φορολογικό καθεστώς, για μια πιο αποδεκτή φορολόγηση των κερδών τους. Υπάρχουν χώρες "φορολογικοί παράδεισοι" που βρίσκονται σε «μαύρη λίστα» των ελληνικών αλλά και των ευρωπαϊκών φορολογικών υπηρεσιών, και η εγκατάσταση και δραστηριότητα γραφείων offshore εταιρείας από τις χώρες αυτές ελέγχεται αναλόγως.
Γενικά μία υπεράκτια εταιρεία μπορεί να αναφέρεται είτε ως εταιρείες ειδικού σκοπού, είτε ως θυγατρική εταιρεία, ή εταιρεία ενός όμιλου επιχειρήσεων, ή ακόμη και ως συγγενής επιχειρήση.

Εννοιολογικός προσδιορισμός και κριτήρια ίδρυσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

O όρος "υπεράκτιες" συνδέεται με τη σύγχρονη προέλευση του φαινόμενου. Οι υπεράκτιες εταιρείες είναι αγγλοσαξονικής και κυρίως βρετανικής επινοήσεως και για τον λόγο αυτό πολλές τέτοιες δικαιοδοσίες είναι παλαιές βρετανικές αποικίες. Αρχικά οι υπεράκτιες εταιρείες επινοήθηκαν για να αντιμετωπιστούν οι πολιτικοί κίνδυνοι κατά τη διάρκεια του Β Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά γνώρισαν εκρηκτική ανάπτυξη παράλληλα με τη δημιουργία πολυεθνικών ή ορθότερα διεθνικών επιχειρήσεων. Σήμερα πάνω από το 50% των κεφαλαίων που διακινούνται παγκοσμίως περνά από φορολογικά καταφύγια.[1]. Ο κλάδος των υπεράκτιων εταιρειών είναι σήμερα κυρίαρχος στους τομείς της ναυτιλίας, αεροπορίας, και των ασφαλίσεων. Την τελευταία δεκαετία μόνο έχουν συσταθεί πάνω από ένα εκατομμύριο υπεράκτιες εταιρείες. Ο όρος υπεράκτιες αποδίδει βέβαια στην ελληνική με ακρίβεια τον ορό offshore, αλλά δεν έχει επαρκή δημοτικότητα. Πράγματι, επειδή το Ηνωμένο Βασίλειο είναι νησί, ο όρος υπεράκτιες έχει μια ιδιαίτερη σημασία, που δεν αποδίδεται ακριβώς για ηπειρωτικά κράτη. Στην Ελληνική Γλώσσα χρησιμοποιούνται και άλλη εννοιολογικά ισοδύναμοι όροι, όπως εξωχώριες ή υπερπόντιες εταιρείες.

Η Υπεράκτια εταιρεία (Αγγλικά: offshore company) συγκροτείται εννοιολογικά από δυο κυρίως στοιχεία που τη διακρίνουν από άλλες αλλοδαπές (on shore ) εταιρείες:

  1. Η εξ ορισμού διάσταση μεταξύ του τόπου ιδρύσεως και του τόπου λειτουργίας της και,
  2. Η επιλογή δικαίου κράτους ιδρύσεως που χαρακτηρίζεται ως φορολογικός παράδεισος.

Μια υπεράκτια εταιρεία έχει συνήθως μορφή Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης, και είναι εγκατεστημένη σε κάποια γεωγραφική περιοχή, που έχει χαρακτηριστεί ως υπεράκτιο κέντρο. Στην Ελλάδα για τις ανάγκες της φορολογίας εισοδήματος δόθηκε ορισμός της offshore εταιρείας ως έξης: «ως εξωχώρια εταιρεία εννοείται η εταιρεία που έχει την έδρα της σε αλλοδαπή χωρά και με βάση την νομοθεσία της δραστηριοποιείται αποκλειστικά σε άλλες χώρες και απολαμβάνει ιδιαίτερα ευνοϊκής φορολογικής μεταχείρισης.» (Ν. 2238/1994,Άρθρο 31.1 περ. στ.)[2]. Τυπικά οι απαιτήσεις για την εγγραφή των εταιρειών στο πλαίσιο της σχετικής διάταξης για τις μη εγκατεστημένες καταστατικά, θα είναι συμφωνία με ορισμένα ή όλα τα ακόλουθα κριτήρια με τη στενή νομική έννοια του όρου, όπως αναφέρεται στο Offshore Company Law:Theory, Regulations& Operation[3].

  • Οι υπεράκτιες εταιρείες πρέπει να συσταθούν σύμφωνα με τους νόμους και τους κανονισμούς των δικαιοδοσιών των υπεράκτιων εταιρειών.
  • Οι υπεράκτιες εταιρείες έχουν την καταστατική τους έδρα σε μια από τις χώρες «φορολογικούς παραδείσους».
  • Οι εργασίες ή δραστηριότητες των υπεράκτιων εταιριών πρέπει να διενεργούνται αποκλειστικά εκτός της χώρας εγκατάστασης τους (φορολογικού καταφυγίου) και συνεπώς όλα τα εισοδήματα τους να πηγάζουν αποκλειστικά από τις εργασίες τους στο εξωτερικό.
  • Δεν επιτρέπεται στις επιχειρήσεις αυτές να προσφέρουν προϊόντα και υπηρεσίες εντός της επικράτειας της χώρας εγκατάστασης, είτε σε μόνιμους κατοίκους, είτε σε αλλοδαπούς, ωστόσο οι επιχειρήσεις αυτές μπορούν να διοικούνται και να έχουν μόνιμη εγκατάσταση στις πιο πάνω χώρες.

Χαρακτηριστικές Ιδιότητες Υπεράκτιας Εταιρείας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανωνυμία και κέρδη από την φοροαποφυγή

Το κυριότερο χαρακτηριστικό γνώρισμα των υπεράκτιων εταιριών είναι το τρίπτυχο: εξοικονόμηση χρήματος – ταχύτητα – εχεμύθεια.[4] Επίσης υπάρχει εξαρχής διάσταση ουσίας και τύπου, φαινόμενο μάστιγα της λογιστικής και πυρήνας των διαφόρων ειδών λογιστικής απάτης, αφού ο ουσιαστικός σκοπός λειτουργίας είναι η φοροαποφυγή αλλά αυτό δεν δηλώνεται φυσικά στο καταστατικό ίδρυσης Οι υπεράκτιες εταιρίες συστήνονται πολύ γρήγορα, με χαμηλό κόστος , ελάχιστο εταιρικό κεφάλαιο και εξαιρετικά περιορισμένες διατυπώσεις. Η ανωνυμία του ιδιοκτήτη αποτελεί ένα από τα κεντρικά σημεία αναφοράς της θεωρίας των υπερακτιων εταιριών. Στην περίπτωση που οι δικαιούχοι – ιδιοκτήτες μιας υπεράκτιας εταιρείας επιθυμούν εμπιστευτικότητα, είναι δυνατό να οριστεί ένας αντιπρόσωπος- διαχειριστής ο οποίος εμφανίζεται και διενεργεί όλες τις συναλλαγές της εταιρείας στο όνομα του άλλα για λογαριασμό των πραγματικών ιδιοκτητών. Πρέπει να τονιστεί ότι η δημόσια αρχή που είναι αρμόδια για την ίδρυση και καταχώριση των υπερακτιων εταιρειών σε ειδικούς καταλόγους , έχει υποχρέωση να διαφυλάξει την ανωνυμία των ιδιοκτητών – μετόχων των προαναφερομένων εταιριών. Τα τρία στοιχεία, εξοικονόμηση χρήματος – ταχύτητα – εχεμύθεια, βέβαια δεν είναι τα μόνα κίνητρα που ωθούν τους επιχειρηματίες να προχωρήσουν στην ίδρυση μιας υπεράκτιης εταιρείας. Έτσι στις υπεράκτιες εταιρείες παρέχονται πολλά νομικά, οικονομικά και φορολογικά κίνητρα με τον απώτερο σκοπό συσσώρευση κεφαλαίων στην χώρα εγκατάστασης της εταιρείας. Και συγκεκριμένα τα καθοριστικά κριτήρια για την ίδρυση και διατήρηση μιας υπεράκτιας εταιρείας είναι έξης:

  • Η γρήγορη σύσταση με χαμηλό κόστος, ελάχιστο απαιτούμενο εταιρικό κεφάλαιο και εξαιρετικά περιορισμένες διατυπώσεις δημοσιότητας.
  • Η πλήρης ανωνυμία των πραγματικών μετόχων.
  • Η δυνατότητα σύστασης της εταιρείας με έναν μόνο μέτοχο.
  • Ο σημαντικότερος από τους λόγους που οδηγεί κάποιον επενδυτή να συστήσει μια υπεράκτια εταιρεία είναι η αποφυγή των διατάξεων του φορολογικού δικαίου. Για τις υπεράκτιης εταιρείες δεν ισχύει το «πόθεν εσχες» και επίσης αυτές δεν επιβαρύνονται με τεκμήρια για την απόκτηση και την διατήρηση περιουσιακών στοιχείων, εφόσον βεβαίως έχει προβλεφθεί η αντίστοιχη εισαγωγή συναλλάγματος στο όνομα της υπεράκτιας εταιρείας. Με την χρήση των υπεράκτιων εταιρειών μπορεί επίσης να μειωθεί σημαντικά ή να αποφευχθεί εντελώς καταβολή φόρων που σχετίζονται με την μεταβίβαση και κατοχή περιουσιακών στοιχείων, όπως ο φόρος κληρονομιάς , ο φόρος μεταβίβασης ακινήτων, φόρος δωρεάς, γονικής παροχής και ο φόρος μεγάλης ακίνητης περιουσίας.
  • Αποφυγή φόρου τόκων καταθέσεων και φόρου μερισμάτων.
  • Μη ύπαρξη συναλλαγματικών περιορισμών.
  • Τραπεζικό απόρρητο που προστατεύει από ελέγχους.
  • Παράκαμψη δεσμεύσεων από το κληρονομικό δίκαιο. Έτσι μπορεί να παρακάμψει κανείς τις διατάξεις περί της νόμιμης μοίρας αλλά και να χρησιμοποιήσει τα υπεράκτια μορφώματα για τον καθορισμό της κληρονομικής διαδοχής κατά την επιθυμία του διαθέτη.
  • Η δυνατότητα μεταφοράς κερδών από τις χώρες με υψηλούς φορολογικούς συντελεστές σε δικαιοδοσίες με χαμηλή ή ανύπαρκτη φορολογία.
  • Αποφυγή εφαρμογής εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας. Για τις επιχειρήσεις που προτίθενται να δραστηριοποιηθούν και να απασχολήσουν προσωπικό στο εξωτερικό , η δημιουργία μιας υπεράκτιας εταιρείας , απαλλάσσει πολλές φορές τον επιχειρηματία από κάθε υποχρέωση καταβολής εισφορών κοινωνικής ασφάλισης ή άλλων εργοδοτικών εισφορών.
  • Αποφυγή δεσμεύσεων ατομικής περιουσίας. Για τον σκοπό αυτό ιδρύεται μια υπεράκτια εταιρεία στην οποία μεταβιβάζεται ένα μεγάλο μέρος της προσωπικής περιουσίας του ιδρυτή διασφαλίζοντας τον με αυτόν τον τρόπο από τη διεκδίκηση κάποιου ανικανοποίητου δανειστή.
  • Αποφυγή διεκδικήσεων συζύγων στην περίπτωση διαζυγίου.

Μειονεκτήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Συνήθως απαγορέυεται στις υπεράκτιες εταιρείες η διεξαγωγή εργασιών ή τη διατήρηση των εργαζομένων στην δικαιοδοσία εντός της οποίας συστάθηκαν αν και αυτό εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό στη δικαιοδοσία, στην οποία εντάσσονται και στο είδος της εταιρείας.
  • Για κανονιστικούς λόγους, συχνά υπάρχουν ορισμένοι περιορισμοί σχετικά με το είδος της επιχείρησης, που μία υπεράκτια εταιρεία μπορεί να ασκεί ,χωρίς την ανάγκη για κάποια άδεια. Στην πράξη αυτό δεν είναι διαφορετικό από το εγχώριο εμπόριο, εφόσον η πλειοψηφία των τραπεζών έχουν υπεράκτιες δραστηριότητες και η πλειονότητα των ασφαλιστικών εταιρειών του κόσμου είναι υπεράκτιες εταιρείες εξαρτημένης ασφάλισης.
  • Η δέουσα επιμέλεια σε έγκριτα υπεράκτια κέντρα τείνει να είναι πιο αυστηρή από τις περισσότερες εγχώριες περιοχές. Για παράδειγμα, για να ανοίξει κάποιος τραπεζικό λογαριασμό στο όνομα μιας υπεράκτιας εταιρείας, ώστε να συμμορφώνεται με τους σχετικούς κανονισμούς κατά του ξεπλύματος χρήματος, η τράπεζα θα απαιτεί κατά κανόνα τα έγγραφα επαλήθευσης της ταυτότητας από τους υπογράφοντες στο λογαριασμό και μπορεί να απαιτεί μία ή περισσότερες επαγγελματικές συστατικές επιστολές από έναν πληρεξούσιο, ένα λογιστή ή ακομά και έναν τραπεζίτη που θα τον γνωρίζει
  • Ορισμένες χώρες έχουν νομοθεσία κατά του φορολογικού παραδείσου που καθιστά δύσκολη τη διεξαγωγή των εργασιών στις χώρες αυτές κατά τη χρησιμοποίηση μιας υπεράκτιας εταιρείας.
  • Σε περίπτωση που ο μέτοχος της υπεράκτιας εταιρείας πεθάνει, είναι συνήθως απαραίτητο να έχει τη διαθήκη του εισηγμένη προς επικύρωση στην υπεράκτια δικαιοδοσία, η οποία μπορεί να προσθέσει στο κόστος, την καθυστέρηση και την ταλαιπωρία κατά τη διαχείριση περιουσίας του θανόντος.

Κυριότερες Χρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νόμιμες Χρήσεις των Υπεράκτιων Εταιρειών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Διεθνές εμπόριο, ιδίως όταν ο ιδιοκτήτης δεν έχει μόνιμη κατοικία
  • Προστασία των περιουσιακών στοιχείων
  • Δεσμευμένη ασφάλιση
  • Καταχώριση θαλαμηγών
  • Φοροαποφυγή
  • Προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας
  • Προγραμματισμός διαδοχής
  • Απόρρητο (μη ποινικές ασχολίες)

Παράνομες Χρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιστορικά, οι δραστηριότητες των υπεράκτιων εταιριών περιλαμβάνονταν δραστηριότητες που ήταν ή έχουν γίνει παράνομες. Σε αυτές περιλαμβάνονται:

  • Η χρηματοδότηση της τρομοκρατίας
  • Η νομιμοποίηση εσόδων
  • Η Φοροδιαφυγή
  • Απάτες (περιλαμβανομένης της απάτης των επενδυτών)
  • Προστασία από τις τρέχουσες ή μελλοντικές απαιτήσεις πιστωτών (συμπεριλαμβανομένων των φορολογικών αρχών και των συζύγων)[5]

Χαρακτηριστικά των υπεράκτιων εταιρειών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Το μνημόνιο και τα άρθρα του καταστατικού είναι θεμελιώδη έγγραφα για την ύπαρξη της εταιρείας. Τα άρθρα αυτά πρέπει να παρουσιάζουν λεπτομερέστατα τα δικαιώματα των μελών της εταιρείας, τους στόχους και τις εσωτερικές διαδικασίες της , το είδος της εταιρείας και το κεφάλαιό του.
  • Το πιστοποιητικό εγγραφής το οποίο εκδίδεται από τον Έφορο Εταιρειών ή τους ομολόγους τους, και χρησιμεύει ως απόδειξη ότι η εταιρεία έχει τεθεί σε ύπαρξη. Παράλλα άλλες πληροφορίες μπορεί να είναι αναγκαίες για να αποδειχθεί ότι η εταιρεία δεν έχει εκκαθαριστεί ή διαγραφεί.
  • Εγγεγραμμένοι αντιπρόσωποι πρέπει να διοριστούν στη δικαιοδοσία στην οποία η εταιρεία έχει συσταθεί με σκοπό να ασχολούνται με τις επίσημες ανακοινώσεις. Ο αντιπρόσωπος θα πρέπει να έχει άδεια και να αναλάβει κάποιο βαθμό ευθύνης για τις δραστηριότητες της εταιρείας.
  • Τα εγγεγραμένα γραφεία που η επίσημη διεύθυνση της εταιρείας, στην οποία τα έγγραφα αποστέλλονται και οι νομικές ειδοποιήσεις λαμβανονται. Είναι φυσιολογικό ο πράκτορας εγγραφής να κατέχει μια έδρα.
  • Οι μέτοχοι, οι οποίοι είναι οι νόμιμοι ιδιοκτήτες της εταιρείας. Για τη διοικητική απλοποίηση, ή για την ανωνυμία, ένας εταιρικός πάροχος μπορεί να υποβάλλει υποψήφιοτητα ώστε να κατέχει μετοχές για λογαριασμό του δικαιούχου, και να ενεργεί κατ 'εντολή του.
  • Οι διευθυντές ή οι εκπροσώποι τους που είναι τα άτομα εκείνα που διαχειρίζονται τις καθημερινές υποθέσεις της εταιρείας. Σε πολλές δικαιοδοσίες είναι δυνατόν για τις εταιρείες να είναι οι διευθυντές των άλλων εταιρειών. Οι εταιρείες παροχής υπηρεσιών σε υπεράκτιες δικαιοδοσίες θα προσφέρουν συχνά διευθυντές, με την προϋπόθεση ότι είναι σε θέση να τις ελέγξουν και να είναι ικανοποιημένοι με τις δραστηριότητες της εταιρείας.
  • Οι επισκιασμένοι διευθυντές αποτελούν μέρος της υπεράκτιας εταιρείας καθώς σε ορισμένες περιπτώσεις, έχει αποδειχθεί ότι ο επίσημα διορισμένος διευθυντής του διοικητικού συμβουλίου ενεργεί απλώς ως το alter ego των άλλων, ακολουθώντας τυφλά τις οδηγίες τους. Σε αυτές τις περιπτώσεις, τα δικαστήρια έκριναν ότι οι διευθυντές που δίνουν τις εντολές, ελέγχουν πραγματικά την εταιρεία, και ότι οι επώνυμοι διευθυντές απλώς ακολουθούν αυτόματες αποφάσεις.
  • Η γραμματεία της εταιρείας που είναι υπεύθυνη να διασφαλίζει ότι η εταιρεία πληροί τις κανονιστικές υποχρεώσεις της. Εταιρικοί παρόχοι υπηρεσιών συνήθως παρέχουν αυτή την υπηρεσία.
  • Νόμιμες εγγραφές οφείλουν να υπάρχουν αφού μια εταιρεία είναι υποχρεωμένη να καθορίζει στα μητρώα της ορισμένες πληροφορίες για την εταιρεία. Οι υποχρεωτικές εγγραφές διαφέρουν από χώρα σε χώρα, όπως και το επίπεδο πρόσβασης του κοινού στις πληροφορίες που περιέχονται στα αρχεία. Τα αρχεία που απαιτούνται μπορούν να περιλαμβάνουν τα πρακτικά των συνεδριάσεων, τα μητρώα των μελών, των διευθυντών, των στελέχων και τα έξοδα.
  • Η διατήρηση βιβλιών είναι επιβεβλημένη οι διευθυντές είναι υποχρεωμένοι να τηρούν τα πεπραγμένα σε λογιστικά βιβλία. Οι διάφορες ειδικές απαιτήσεις ποικίλλουν μεταξύ των δικαιοδοσιών και μπορεί να εξαρτόνται από τη φύση της δραστηριότητας της εταιρείας.[5]

Βασικές Μορφές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Εταιρίες Χαρτοφυλακίου

Η χρήση των υπεράκτιων εταιριών χαρτοφυλακίου ή εταιριών επενδύσεων, που είναι εγκατεστημένες σε εξωχώρια κέντρα, είναι μια μέθοδος διεθνούς φορολογικού σχεδιασμού για την χρηματοδότηση των υπεράκτιων δραστηριοτήτων. Οι δραστηριότητες σε τρίτες χώρες συγκεντρώνονται σε μια υπεράκτια εταιρεία, η οποία είτε έχει λειτουργούντα υποκαταστήματα, είτε κατέχει τις μετοχές των διεθνών θυγατρικών εταιριών που δραστηριοποιούνται σε τρίτες χώρες. Η υπεράκτια εταιρεία λειτούργει ως εταιρεία εκκαθαριστής για τα κέρδη από δραστηριότητες στις τρίτες χώρες, για συσσώρευση κερδών, επανεπένδυση των κερδών και εν γένει φορολογικό σχεδιασμό δραστηριοτήτων.

  • Εταιρίες Παροχής Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών

Μια εταιρεία παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών που βρίσκεται σε Υπεράκτιο κέντρο (χώρα) λειτούργει ως κανάλι διοχέτευσης δανείων σε μια ξένη θυγατρική εταιρεία. Η χρήση μιας υπεράκτιας εταιρείας χρηματοοικονομικών υπηρεσιών παρέχει τη δυνατότητα να μετακινηθούν αποτελεσματικά κέρδη από την ξένη θυγατρική (δανειολήπτρια), που υπάγεται σε δικαιοδοσία με υψηλούς συντελεστές φορολόγησης στη υπεράκτια δικαιοδοσία με χαμηλή φορολογία. Δηλαδή ο τόκος και δόσεις αποπληρωμής του δανείου προς την υπεράκτια εταιρεία μειώνουν σημαντικά το φορολογητέο εισόδημα της δανειολήπτριας εταιρείας. Το μειονέκτημα του σχήματος αυτού είναι ότι η χώρες έδρας της δανειολήπτριας εταιρείας επιβάλλουν την παρακράτηση φόρου σε ποσό του τόκου του δανείου. Προκειμένου λοιπόν να αποφευχθεί ή να μειωθεί η παρακράτηση φόρου που προκύπτει , όταν η δανειολήπτρια εταιρεία πληρώνει τόκο στο εξωτερικό, μεθοδεύεται η κατεύθυνση των κεφαλαίων του δανείου μέσω φιλικών δικαιοδοσιών (χωρών) , που διαθέτουν τις φορολογικές συμβάσεις που απαλλάσσουν ή μειώνουν τους παρακρατούμενους φόρους. Πολλές υπεράκτιες δικαιοδοσίες δεν απαιτούν τη διατήρηση των συγκεκριμένων δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας, πράγμα που δίνει τη δυνατότητα στις εταιρίες παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών να έχουν ελάχιστο ύψος ιδίων κεφαλαίων. Οι εταιρίες παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών έχουν σημαντική αξία , στη περίπτωση που μια χώρα έχει υψηλούς συντελεστές φορολόγησης εισοδήματος και μερισμάτων.Η αποπληρωμή των τόκων δεν μειώνει μόνο τα φορολογητέα κέρδη της δανειολήπτριας εταιρείας αλλά μειώνει σημαντικά και τα προς αποπληρωμή μερίσματα της.

  • Εταιρείες Αδειών- Δικαιωμάτων

Μια επιχείρηση μπορεί να χρησιμοποιεί μια υπεράκτια εταιρεία αδειών για να λειτουργεί ως χορηγός αδειών δικαιωμάτων σε μια ξένη θυγατρική εταιρεία. Οι περιοδικές πληρωμές για το δικαίωμα χρήσης βιομηχανικής και πνευματικής ιδιοκτησίας, όπως είναι τα δικαιώματα ευρεσιτεχνίας, συγγραφικά δικαιώματα, σήματα, εικόνες, ήχος, επιστημονικές πληροφορίες και αλλά , λειτουργούν και χρησιμοποιούνται από πολλές δικαιοδοσίες σαν ενοίκιο, δηλαδή σαν έξοδα που μειώνουν την φορολογητέα υλη των επιχειρήσεων. Με τον τρόπο αυτό επίσης μεταφέρονται κέρδη και συγκεντρώνονται κεφάλαια στην υπεράκτια εταιρεία.

  • Εμπορικές εταιρείες

Είναι οι εταιρίες που δραστηριοποιούνται κατά κύριο λόγο εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο. Η υπεράκτια εταιρεία χρησιμοποιείται εδώ κατά τέτοιο τρόπο ώστε αποτελεσματικά να μεταφέρει τα κέρδη από μια χώρα με υψηλή φορολόγηση σε μια χώρα με χαμηλή φορολόγηση. Τα σχήματα που διαμορφώνονται σε αυτές τις περιπτώσεις επίσης αποκαλούνται ως τριγωνικό εμπόριο. Το σχήμα αυτό συνήθως εφαρμόζεται ως ακόλουθο: μια εμπορική εταιρεία που πραγματοποιεί εξαγωγές – εισαγωγές ιδρύει μια υπεράκτια εταιρεία, που λειτουργεί ως διαμεσολαβητής μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή. Όταν η ιδρύτρια επιχείρηση πραγματοποιεί εισαγωγές ο προμηθευτής στέλνει τα εμπορεύματα απευθείας στην ιδρύτρια και εκδίδει το τιμολόγιο στο όνομα της υπεράκτιας εταιρείας , η οποία με τη σειρά της τιμολογεί την ιδρύτρια επιχείρηση σε τιμή προσαυξημένη. Αντίστοιχα αν η μητρική επιχείρηση πραγματοποιεί εξαγωγές , το εμπόρευμα αποστέλλεται στον αγοραστή και η μητρική τιμολογεί την υπεράκτια με τιμή χαμηλότερη η οποία με την σειρά της τιμολογεί τον αγοραστή. Με αυτόν τον τρόπο η μητρική επιχείρηση καταρχήν μειώνει τα εμφανιζόμενα κέρδη και επιπλέον συσσωρεύει το κεφάλαιο στο λογαριασμό της υπεράκτιας εταιρείας.[6]

  • Εταιρείες Παροχής Διοικητικών Υπηρεσιών

Ορισμένες υπεράκτιες δραστηριότητες δεν περιλαμβάνουν άπλα μια ξένη θυγατρική εταιρεία , αλλά περιλαμβάνουν έναν όμιλο που αποτελείται από την μητρική εταιρεία και τις θυγατρικές στις διάφορες χώρες και με διαφορετικές δραστηριότητες. Η διαχείριση και ο έλεγχος του ομίλου μπορεί να διεξάγεται μέσω μιας εξωχώριας εταιρείας παροχής υπηρεσιών διοίκησης – διαχείρισης. Το συγκεκριμένο σχήμα προσφέρει εμπορικά πλεονεκτήματα με τη συγκέντρωση όλων των διοικητικών – διαχειριστικών λειτουργιών σε έναν φορέα. Η ίδρυση κεντρικών γραφείων διοίκησης σε μια Offshore χώρα από φορολογική άποψη είναι μια τεχνική μεταφοράς κερδών όπου οι δραστηριότητες διοίκησης – διαχείρισης ενός ομίλου εταιριών αναλαμβάνονται από την υπεράκτια εταιρεία παροχής διοικητικών υπηρεσιών, η οποία αμείβεται με ποσοστό επί των κερδών του ομίλου. Η υπεράκτια εταιρεία για τα κέρδη (αμοιβές) της δεν φορολογείται ή φορολογείται με πολύ χαμηλό συντελεστή.

Ένας μεγάλος αριθμός των εξωχώριων κέντρων έχουν θεσπίσει ευνοϊκές ρυθμίσεις για τις εταιρίες που ασχολούνται με τη ναυτιλία, περιλαμβανομένης της ναύλωσης και ενοικίασης σκαφών. Οι χώρες αυτές ενθαρρύνουν δυναμικά τις ναυτιλιακές εταιρίες να λειτουργήσουν υπό τις λεγόμενες σημαίες ευκαιρίας, πράγμα που επιτρέπει σε μια μη μόνιμα εγκατεστημένη εταιρεία να νηολογήσει με σύντομες και όχι ιδιαιτέρα αυστηρές διαδικασίες, αλλά με εξαιρετικά χαμηλό και ανταγωνιστικό κόστος τα πλοία, χρησιμοποιώντας την σημαία του εξωχώριου κέντρου (χωρας).Τα κέρδη που προκύπτουν από την εκμετάλλευση του πλοίου που έχει μια υπεράκτια εταιρεία υποβάλλονται σε πολύ χαμηλή φορολογία.[7]

  • Εμπιστεύματα

Η ιδέα των trust αναπτύχτηκε ως τρόπος προστασίας της περιουσίας. Οι συμβαλλόμενοι σε ένα trust είναι ο διαθέτης (settlor) που μεταφέρει τα περιουσιακά του στοιχεία σε trust, ο διαχειριστής (trustees), ο όποιος διοικεί το trust, ο θεματοφύλακας (custodian) και ο δικαιούχος (beneficiary) που λαμβάνει τα οφέλη των περιουσιακών στοιχείων του trust. Το trust δεν έχει την νομική προσωπικότητα και δεν μπορεί να έχει περιουσιακά στοιχεία, όλη η περιουσία του trust είναι εκχωρημένη στον διαχειριστή που μπορεί να είναι είτε το φυσικό πρόσωπο είτε η εταιρεία. Τα περιουσιακά στοιχεία του trust μπορεί να είναι ακίνητα, μετρητά και αλλά αξιόγραφα. Ένα trust συστήνεται με εγγραφή συμφωνία. Πρέπει να σημειώσουμε ότι σε περισσότερες περιπτώσεις ο διαθέτης και ο δικαιούχος είναι το ίδιο πρόσωπο. Οι χώρες που αναγνωρίζουν το trust είναι κύριος του Αγγλοσαξονικού δικαίου , ενώ στις άλλες χώρες που βασίζονται σε Γαλλογερμανικό μοντέλο, όπως και η Ελλάδα δεν αναγνωρίζουν το trust. Οι περισσότερες εξωχώριες δικαιοδοσίες παρέχουν τη δυνατότητα στέγασης σε trust. Η συνηθέστερη αιτία χρήσης των υπεράκτιων trust είναι η απόκρυψη της ταυτότητας των διαθετών για την αποφυγή των διατάξεων περί ξεπλύματος του μαύρου χρήματος και αυξημένης φορολογίας.[8]

  • Εταιρείες Επενδύσεων

Κεφάλαια συγκεντρωμένα δια μέσου υπεράκτιων εταιριών επενδύσεων μπορούν να επενδυθούν ή να κατευθυνθούν οπουδήποτε στον κόσμο. Η προσεκτική επιλογή της εξωχώριας δικαιοδοσίας επιτρέπει να επενδυθούν τα προαναφερόμενα κεφάλαια σε χώρες με υψηλούς συντελεστές φορολόγησης εφόσον αυτές έχουν συνάψει φορολογικές συμβάσεις με υπεράκτιο κέντρο.

Τελευταίο καιρό πολλά τραπεζικά ιδρύματα σε υπεράκτιες δικαιοδοσίες έχουν καθιερωθεί ως φορολογικά καταφύγια. Πολλά από τα ιδρύματα είναι θυγατρικές μεγάλων διεθνών τραπεζών. Το μεγάλο τους πλεονέκτημα είναι ότι καταβάλλουν τόκους απαλλαγμένους από την παρακράτηση του φόρου. Περάν αυτού ασχολούνται με διεθνή χρηματοδότηση από προνομιακές βάσεις (εξωχώρια κέντρα) , η οποία δεν πόκειται σε συναλλαγματικούς ελέγχους.

  • Εταιρείες Αντιπροσώπευσης

Οι εταιρίες αντιπροσώπευσης είναι δομές όπου μια εγχώρια εταιρεία ενεργεί ως αντιπρόσωπος μιας εξωχώριας εταιρείας. Όπως προαναφερθήκαμε οι εξωχώριες εταιρίες πάντα αποβλέπουν στην μείωση φορολογητέας ύλης των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων καθώς επίσης πολύ συχνά στο ξέπλυμα του μαύρου χρήματος. Για τον λόγο αυτό οι θιγόμενες χώρες από την διεθνή αυτή την μέθοδο φοροαποφυγης προσπάθησαν να αντιδράσουν θέτοντας ειδικούς νομοθετικούς κανόνες για την διασφάλιση σύλληψης της φορολογητέας ύλης και στην δημιουργία εμποδίων για την λειτουργία των υπεράκτιων εταιριών. Η Ελλάδα απάντησε στο φαινόμενο των υπεράκτιων εταιριών με τον Ν. 3091/2002, όπου χοντρικά οι συναλλασσόμενοι με υπεράκτιες εταιρίες δεν μπορούν να αναγνωρίσουν τις δαπάνες και τις αποσβέσεις για αγαθά και υπηρεσίες που προέρχονται από αυτές όπως επίσης και επιβάλλοντας ειδικό ετήσιο φόρο σε ποσοστό 3 % επί τις ακίνητης περιουσίας των υπεράκτιων εταιριών. Το διεθνές κεφάλαιο ανταποκρίθηκε στα νέα νομοθετικά δεδομένα μέσω των επιχειρήσεων αντιπροσώπευσης με έδρα σε μια χώρα με μεγάλο δίκτυο συμβάσεων αποφυγής διπλής φορολογίας όπως για παράδειγμα το Ηνωμένο Βασίλειο. Η κύρια δραστηριότητα των εταιριών αυτών είναι η αντιπροσώπευση των υπεράκτιων εταιριών. Η εκπρόσωπος εταιρεία συνάπτει με την υπεράκτια εταιρεία ένα συμφωνητικό αντιπροσώπευσης , όπου ορίζεται η αμοιβή της ως προμήθεια επί των συναλλαγών σε ποσοστό ύψους 3%-5%.

  • Εταιρείες Ασφαλίσεων

Πολλοί διεθνείς οργανισμοί έχουν αναπτύξει την πρακτική συνδυασμού ενός υφιστάμενου trust , το οποίο δεν είναι νέο offshore προϊόν, με πολιτική ασφάλισης , επίσης όχι νέο onshore προϊόν. Τα δυο αυτά προϊόντα σε συνδυασμό δίνουν νέες ευκαιρίες. Όταν ασφαλίζεται κάποιος πληρώνει ένα ασφάλιστρο. Η ασφάλιση στοιχίζει μόνο ένα μικρό μέρος του ασφαλίστρου που καταβάλλεται. Η ασφαλιστική εταιρεία αφού προβεί στην ασφάλιση , τοποθετεί το υπόλοιπο ποσό μαζί με τα δικά της επενδυτικά κεφάλαια και προβαίνει στην παθητική διαχείριση , δηλαδή σε επενδύσεις χαμηλού κίνδυνου. Έτσι η ασφαλιστική πολιτική οδηγεί στο σχηματισμό ενός επενδυτικού χαρτοφυλακίου, το οποίο σημειωτέων μπορεί να περιλαμβάνει όχι μόνο τα χρήματα , αλλά και άλλες μορφές , όπως μετοχές, ομολογίες, παράγωγα χρήματα οικονομικά προϊόντα, ομόλογα κτλ.

  • Ακίνητα

Ίσως η πιο διαδεδομένη χρήση των υπερακτιων εταιριών στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια είναι η αγορά και διαχείριση ακινήτων. Προκειμένου να προχωρήσει μια υπερακτια εταιρεία στην αγορά ακινήτου, πρέπει το φυσικό πρόσωπο, που εμφανίζεται ενώπιον του συμβολαιογράφου ως εκπρόσωπος της εταιρείας, να είναι εφοδιασμένος με πλήρη σειρά εγγράφων που θα αποδεικνύουν τη νόμιμη σύσταση της εταιρείας κατά το δίκαιο της έδρας της , την μέχρι εκείνη τη στιγμή λειτουργία και μη λύση της και την πληρεξουσιότητα του εμφανιζόμενου προσώπου για την κατάρτιση και υπογραφή του συμβολαίου αγοράς. Σημειωτέον ότι όπως γίνεται δεκτό από την διοίκηση η μίσθωση και ιδιόχρηση ακινήτων στην Ελλάδα από μόνα τους δεν δημιουργούν μόνιμη εγκατάσταση, καθώς και η μεταγενέστερη μεταβίβαση των μετοχών της εταιρείας και ως εκ τούτου όλης της περιουσίας της τόσο της κινητής όσο και της ακίνητης δεν είναι εύκολο να γίνει αντιληπτή από τις φορολογικές Αρχές.

  • Χρηματοδοτική Μίσθωση

Τέτοιες κατασκευές είναι σκόπιμες όταν έχουν συσσωρευτεί κεφάλαια στο όνομα της υπεράκτιης εταιρείας στο εξωτερικό και επιθυμείται ο επαναπατρισμός τους στον τόπο της έδρας της ιδρύτριας επιχείρησης. Έτσι , η υπερακτια εταιρεία αγοράζει στο όνομα της τα μηχανήματα που χρειάζεται η ιδρύτρια της και τα μισθώνει στην τελευταία. Με αυτόν τον τρόπο η ιδρύτρια επιχείρηση αποκτά τον εξοπλισμό που χρειάζεται με τα κονδύλια που έχουν συσσωρευτεί στο εξωτερικό χωρίς να τα φορολογήσει αλλά επιπλέον το κόστος του εξοπλισμού εκπίπτει από το εισόδημα της ιδρύτριας επιχείρησης με την μορφή των καταβαλλομένων μισθωμάτων.[9]

Κριτήρια Επιλογής Υπεράκτιου Σχήματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επιλογή της καταλληλότερης δικαιοδοσίας για την ίδρυση της υπερακτιας εταιρείας μπορεί να είναι δύσκολη και απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή. Η επιλογή εξαρτάται από τους σκοπούς του επιχειρηματία σε σχέση με την υπερακτια εταιρεία. Έτσι τα κριτήρια βάσει των οποίων γίνεται επιλογή της καταλληλότερης δικαιοδοσίας πρέπει να εξετάζονται ξεχωριστά σε κάθε περιπτωση ανάλογα με τις ανάγκες του ενδιαφερόμενου επιχειρηματία , και είναι τα ακόλουθα:

  • Πολιτική και οικονομική σταθερότητα της χώρας της δικαιοδοσίας.

Η σταθερότητα αυτή αφορά και την εν γένει, αλλά και την φορολογική νομοθεσία, η οποία παρέχει στον επιχειρηματία τη δυνατότητα να προβεί σε μακροχρόνιο σχεδιασμό , χωρίς το φόβο της ανατροπής του.

Η νομοθεσία της έδρας μιας υπερακτιας εταιρείας πρέπει να προβλέπει όσο το δυνατό απλοποιημένες διαδικασίες εγκατάστασης και λειτουργίας της, να χαρακτηρίζεται από όσο το δυνατό λιγότερους περιορισμούς και κρατική εποπτεία αναφορικά με την διοίκηση και τη λειτουργία της υπεράκτιας εταιρείας, καθώς επίσης δίνει την δυνατότητα σύστασης της εταιρείας με έναν μόνο μέτοχο.

  • Φορολογικές και άλλες διευκολύνσεις.

Για οποιαδήποτε χρήση και αν προορίζεται η υπερακτια εταιρεία,το κυριότερο κριτήριο επιλογής είναι το φορολογικό καθεστώς της αντίστοιχης δικαιοδοσίας που διέπει την δραστηριότητα της εταιρείας. Το προαναφερόμενο φορολογικό καθεστώς συνήθως περιλαμβάνει τον φόρο που επιβάλλεται κατά τη διανομή των μερισμάτων στους μετόχους , τον φόρο που επιβάλλεται στα κέρδη από διάθεση περιουσιακών στοιχείων της υπερακτιας εταιρείας , τον φόρο που επιβάλλεται κατά την μεταβίβαση μετοχών της εταιρείας , τον φόρο συγκέντρωσης κεφαλαίου, την αποφυγή του πόθεν έσχες τόσο στην αγορά των περιουσιακών τοιχείων όσο και την νομιμοποίηση των εσόδων, την απαλλαγή από τους φόρους δωρεάς , κληρονομίας, γονικής παροχής και μεταβίβασης ακινήτου κ.λπ. Τα φορολογικά κίνητρα που παρέχονται από τους φορολογικούς παραδείσους συμπληρώνονται από διάφορες διευκολύνσεις και παροχές όπως είναι εκπτώσεις κατά την ενοικίαση και αγορά του γραφείου , απαλλαγές από δασμούς και τέλη, απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής των εργοδοτικών και ασφαλιστικών εισφορών , φορολογικές απαλλαγές κατά την αγορά αυτοκινήτων , εξοπλισμού γραφείου κ.α.

Τα υπερακτια κέντρα διακρίνονται σε αυτά που διαθέτουν ένα δίκτυο Συμβάσεων Αποφυγής διπλής Φορολογίας με άλλα κράτη και σε αυτά που δεν διαθέτουν τέτοιες συμβάσεις. Συνήθως οι χώρες με μηδενικούς φορολογικούς συντελεστές είναι αυτές που δεν έχουν συνάψει διμερείς συμβάσεις , ενώ οι 31 χώρες με χαμηλή αλλά όχι ανύπαρκτη φορολογία προσφέρουν οφέλη και από διακρατικές συμβάσεις. Η χρησιμότητα των διμερών συμβάσεων έγκειται στο γεγονός ότι προσφέρουν τη δυνατότητα του φορολογικού προγραμματισμού, που επιτρέπει την εξαγωγή και τον επαναπατρισμό κεφαλαίων με μικρή και καμία φορά μηδενική φορολογική επιβάρυνση.

  • Απόρρητο

Συνήθως οι ιδρυτές των υπερακτιων εταιριών επιθυμούν τη διατήρηση της ανωνυμίας τους, όπως όταν οι υπερακτιες εταιρίες διατηρούν στην κυριότητα τους τα περιουσιακά στοιχεία τους. Στις περιπτώσεις αυτές καθοριστική σημασία για την επιλογή της δικαιοδοσίας παίζουν τα εχέγγυα εχεμύθειας που παρέχονται από το κράτος προς τους μετόχους των υπεράκτιων εταιριών. Από την άλλη πλευρά όμως πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη ότι η υπέρμετρη λειτουργική ελευθερία μιας δικαιοδοσίας προκαλεί υπόνοιες ότι παρέχονται περιθώρια για διεξαγωγή παράνομων δραστηριοτήτων και ως εκ τούτου αυτή η δικαιοδοσία μπορεί να χαρακτηριστεί ως αναξιόπιστη και να συναντήσει δυσκολίες στις συναλλαγές με διάφορους φορείς σε φορολογικά ευυπόληπτα κράτη. Εξίσου σημαντικό είναι η ύπαρξη και πλήρους τραπεζικού απορρήτου, που προστατεύει από διάφορους ελέγχους.

Βέβαια εκτός των προαναφερόμενων κριτηρίων σημαντικό ρόλο παίζουν και άλλοι παράγοντες όπως η ύπαρξη του καλού τραπεζικού συστήματος , η αξιόλογη τηλεπικοινωνιακή υποδομή, το κόστος ίδρυσης και διατήρησης μιας υπεράκτιας εταιρείας κ.α.

Αντιδράσεις στη Χρήση των Υπεράκτιων Εταιρειών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι αντιδράσεις κατά των υπερακτιων εταιριών επικεντρώνονται γύρω από τρία φαινόμενα που συνδέονται με τη λειτουργία τους: - Τη φοροδιαφυγή- φοροαποφυγη και διάβρωση της φορολογικής βάσης των αναπτυγμένων χωρών - Το ξέπλυμα χρήματος – νομιμοποίηση των εσόδων από παράνομες δραστηριότητες - Την επιρροή των υπερακτιων εταιριών στην λειτουργία του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος.[10]

Φοροαποφυγή- Φοροδιαφυγη και διάβρωση της φορολογικής βάσης των αναπτυγμένων χωρών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα αναπτυγμένα κράτη που πλήττονται περισσότερο από τη χρήση των υπερακτιων εταιριών ως οχημάτων για φοροαποφυγη – φοροδιαφυγή , λαμβάνουν μέτρα για τον περιορισμό κα την εξάλειψη των πλεονεκτημάτων που παρέχουν οι εταιρίες αυτές , τόσο σε νομοθετικό όσο και σε διοικητικό επίπεδο. Όταν αναφερόμαστε στην φοροδιαφυγή εννοούμε το σύνολο των παρανόμων ενεργειών των ιδιωτών με τις οποίες αποβλέπουν στην μείωση ή εξάλειψη της φορολογικής τους υποχρέωσης. Αντίθετα η φοραποφυγη είναι το σύνολο των νομίμων ενεργειών των ιδιωτικών φορέων , με τις οποίες αποβλέπουν στην μείωση ή εξάλειψη της φορολογικής τους υποχρέωσης, με την επιλογή λύσεων που στηρίζονται σε λάθη ή κενά της φορολογικής νομοθεσίας. Σε επίπεδο της ΕΕ και συγκεκριμένα στα πλαίσια του Κώδικα Δεοντολογίας για την φορολογία των επιχειρήσεων , τα κράτη – μέλη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να σταματήσουν να παρέχουν και σταδιακά να περιορίσουν κάθε φορολογικό μέτρο που καθιερώνει σημαντικά χαμηλότερο επίπεδο φορολόγησης , συμπεριλαμβανομένης της μηδενικής φορολόγησης, σε σχέση με τα επίπεδα που ισχύουν κανονικά στο συγκεκριμένο κράτος – μέλος.

Το Ξέπλυμα Χρήματος – Νομιμοποίηση παράνομων εσόδων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε ότι αφορά μια πιθανή εμπλοκή των υπερακτιων εταιριών στο ξέπλυμα χρήματος και στη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες συνοπτικά θα μπορούσαμε να αναφέρουμε ότι στην Ελλάδα το θέμα αυτό ρυθμίζει ο ν. 2331/1995 σύμφωνα με τον οποίο η κίνηση κεφαλαίων που πραγματοποιείται μέσω των υπερακτιων εταιριών εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής και τους έλεγχους του νόμου αυτού.

Η Επιρροή των Υπερακτιων Εταιριών στην Λειτουργία του Διεθνούς Χρήματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την επίδραση των υπεράκτιων κέντρων στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα μελετά το Financial Stability Forum , ένας Οργανισμός που έχει συσταθεί από το 1999 με σκοπό την προώθηση της διεθνούς χρηματοοικονομικής σταθερότητας μέσω της ανταλλαγής πληροφοριών και της διεθνούς συνεργασίας στο επίπεδο εποπτείας. Ο πιο πάνω Οργανισμός έχει διαμορφώσει ένα κατάλογο 37 χωρών και περιοχών που λειτουργούν υπερακτια κέντρα. Αυτές οι χώρες χωρίζονται σε συνεργάσιμες και μη ως προς τη συμμετοχή τους στη διαδικασία ελέγχου της νομοθεσίας και των κανονισμών τους και την αποδοχή προτάσεων του Οργανισμού.

Δικαιοδοσίες Υπεράκτιων Εταιριών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είναι δυνατό να ενσωματωθούν οι υπεράκτιες εταιρείες σε πολλές δικαιοδοσίες. Σε ορισμένες παράκτιες δικαιοδοσίες, όπως στο Ηνωμένο Βασίλειο και τη Νέα Ζηλανδία, υπάρχουν συγκεκριμένα είδη εταιρειών που προσφέρουν πολλά από τα πλεονεκτήματα των τυπικών δομών των υπεράκτιων εταιρειών. Ο παρακάτω κατάλογος δεν είναι εξαντλητικός:[11]

Χάρτης Υπεράκτιων Εταιριών

Απαγόρευση των Υπεράκτιων Εταιρειών στο Μπουένος Άιρες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την πυρκαγιά του 2004 στο νυχτερινό κέντρο διασκέδασης República Cromagnon στο Μπουένος Άιρες στην Αργεντινή, διαπιστώθηκε ότι ο σύλλογος ανήκε στην εταιρεία «shell corporations». Ο Γενικός Επιθεωρητής του Υπουργείου Δικαιοσύνης για το Μπουένος Άιρες, Ricardo Nissen, πάγωσε στη συνέχεια 20 εκατομμύρια δολάρια, και κατόπιν απαγόρευσε τις υπεράκτιες εταιρείες που δεν μπορούν να αποδείξουν ότι έχουν πραγματική οικονομική δραστηριότητα στις χώρες στα μητρώα των οποίων είναι εγγεγραμένες. Μια τέτοια απαγόρευση είναι η πρώτη που εφαρμόστηκε σε παγκόσμια κλίμακα[12].

Το Παράδειγμα της Κύπρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το φορολογικό καθεστώς που περιγράφεται παρακάτω ίσχυε μέχρι την 01-01-2003 και αποτελεί ενδεικτικό παράδειγμα φορολογικής αντιμετώπισης offshore εταιρειών από τα υπεράκτια κέντρα. Οι υπεράκτιες εταιρείες που έχουν ιδρυθεί στην Κύπρο φορολογούνται επί του καθαρού κέρδους και συγκεκριμένα οι εταιρείες που υπήρχαν και λειτουργούσαν πριν την 31η Δεκεμβρίου 2001 φορολογούνται με συντελεστή 4.25% μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2005 και με 10% μετά την 1η Ιανουαρίου 2005. Για τις εταιρείες που ιδρύθηκαν κατά την διάρκεια του έτους 2002 ο φόρος θα είναι 4.25% για τα κέρδη του 2002 και 10% από την Ιανουαρίου 2003. Οι εταιρείες που θα έχουν ιδρυθεί μετά την 1η Ιανουαρίου 2003 φορολογούνται με 10%. Έτσι λοιπόν σήμερα ο φορολογικός συντελεστής στην Κύπρο είναι 10%. Τα παραρτήματα των υπεράκτιων εταιρειών που διευθύνονται και ελέγχονται από το εξωτερικό εξαιρούνται πλήρως από την καταβολή του εταιρικού φόρου ή του φόρου εισοδήματος. Δεν καταβάλλεται φόρος επί κεφαλαιουχικών κερδών που προκύπτουν από πώληση ή μεταβίβαση μετοχών υπεράκτιας εταιρείας. Δεν καταβάλλεται φόρος κληρονομιάς επί κληρονομικής διάθεσης των μετόχων της υπεράκτιας εταιρείας.Η υπεράκτια εταιρεία και το αλλοδαπό προσωπικό της υπό ορισμένες προϋποθέσεις δικαιούνται να αποκτήσουν τα ακόλουθα είδη χωρίς την καταβολή εισαγωγικών δασμών :

  • Τον εξοπλισμό γραφείου
  • Τον οικιακό εξοπλισμό
  • Μηχανοκίνητα οχήματα συγκεκριμένης δασμολογικής κατηγορίας

Οι οικονομικές συναλλαγές των υπεράκτιων εταιρειών εξαιρούνται από το ΦΠΑ και δεν απαιτείται συνεπώς η εγγραφή των εταιρειών αυτών στους καταλόγους των Νομικών Προσώπων που υποχρεούνται να καταβάλουν το ΦΠΑ Οι υπεράκτιες εταιρείες εξαιρούνται από το φόρο χαρτοσήμανσης για τα έγγραφα που σχετίζονται με τις επιχειρηματικές δραστηριότητες τους εκτός της Κύπρου. Η Κύπρος όπως και άλλες χώρες φορολογικοί-παράδεισοι έχουν συνάψει ένα σημαντικό αριθμό διεθνών συμβάσεων για την αποφυγή διπλής φορολογίας. Σήμερα η Κύπρος έχει υπογράψει και κυρώσει 27 τέτοιες συμφωνίες μεταξύ των οποίων είναι και η Διεθνής Σύμβαση Αποφυγής Διπλής Φορολογίας Ελλάδας –Κύπρου . Οι συμφωνίες αυτές , σε συνδυασμό με την ευνοϊκή φορολογία που τις διέπει παρέχουν σημαντικές ευκαιρίες για διεθνή φορολογικό προγραμματισμό. Εδώ θα ήθελα να τονίσω ότι συνήθως οι χώρες με μηδενικούς φορολογικούς συντελεστές είναι αυτές που δεν έχουν συνάψει τις Συμβάσεις Αποφυγής Διπλής Φορολογίας ενώ οι χώρες με χαμηλούς αλλά υπαρκτούς συντελεστές συχνά προσφέρουν και οφέλη από διακρατικές συμφωνίες.[4]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Άννα Λιγωμένου, Εξωχώριες Εταιρείες και Φορολογικοί Παράδεισοι.Ανακτήθηκε στις 29 Δεκεμβρίου 2010
  2. Σύνταγμα της Ελλάδος, 6 Απριλίου, 2001. Ανακτήθηκε στις 27 Δεκεμβρίου 2010
  3. Zhang Shiwei, Company Law:Theory, Regulations& Operation, China Law Press, 2004 (Κινέζικα). Ανακτήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 2010
  4. 4,0 4,1 Ιωάννης Φωτόπουλος, Υπεράκτιες Εταιρείες,Ιούλιος 2001.Ανακτήθηκε στις 28 Δεκεμβρίου 2010
  5. 5,0 5,1 Carlo Scevola, Offshore Jurisdictions Guide, CS&P Fiduciaire, 2009, ISBN 978-1-60594-433-3
  6. Ν. Ροκας, Εμπορικές Εταιρίες , Αθήνα – Κομοτηνή 1992 Ανακτήθηκε στις 29 Δεκεμβρίου του 2010
  7. • Χαρισης – Σταμος, Οι ναυτιλιακές εταιρίες - εταιρίες εν τοις πραγμαση. Ανακτήθηκε στις 29 Δεκεμβρίου 2010
  8. Δεληγιαννης – Δημητράκου , Trust και καταπίστευση ,Αθηνά , 1998. Ανακτήθηκε στις 29 Δεκεμβρίου 2010
  9. Θεοφάνης Καραγιώργος, Η μετάλλαξη των Offshore εταιριών σε εταιρίες αντιπροσώπευσης και εταιρίες διεθνών δραστηριοτήτων, Περιοδικό Φοροτεχνική και Θρακική Προσέγγιση,Ιούλιος– Αύγουστος 2007. Ανακτήθηκε στις 29 Δεκεμβρίου 2009
  10. • Κ. Παμπουκης , Η αντικανονικώς ιδρυθείσα εταιρεία ως ανώμαλος, 1975. Ανακτήθηκε στις 29 Δεκεμβρίου 2010
  11. Agua Negra, Ανακτήθηκε στις 29 Δεκεμβρίου 2010
  12. Lucy Komisar, Bringing Business Back Ashore: Buenos Aires issues world’s first ban on offshore shell companies, Corp Watch, 4 Απριλίου 2005. Ανακτήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 2010