Τζόζεφ Μακάρθυ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τζόζεφ Μακάρθυ
Joseph McCarthy.jpg
Γερουσιαστής των Ηνωμένων Πολιτειών για το Ουισκόνσιν
Περίοδος
3 Ιανουαρίου 1947 – 2 Μαΐου 1957
Προκάτοχος Ρόμπερτ Μάριον Λα Φολέτ ο Νεότερος
Διάδοχος Ουίλιαμ Πρόξμαϊρ
Προσωπικά στοιχεία
Γέννηση 14 Νοεμβρίου 1908
Γκραντ Σουτ, Ουισκόνσιν, ΗΠΑ
Θάνατος 2 Μαΐου 1957 (48 ετών)
Μπεθέσντα, Μέριλαντ, ΗΠΑ
Πολιτικό Κόμμα Ρεπουμπλικανικό Κόμμα (1944-1957)
Δημοκρατικό Κόμμα (1936-1944)
Σύζυγος Τζιν Φρέιζερ Κερ Μινέτι
Παιδιά 1
Σπουδές Πανεπιστήμιο Μαρκέτ
Θρήσκευμα Ρωμαιοκαθολικισμός
Υπογραφή Joe Mccarthy Signature.svg

Ο Τζόζεφ Ρέιμοντ Μακάρθυ (Joseph "Joe" Raymond Mac Carthy ή McCarthy) (1909-1957) ήταν Αμερικανός πολιτικός (Γερουσιαστής) του ρεπουμπλικανικού κόμματος γερμανο-ιρλανδικής καταγωγής, καθολικός ιησουΐτης. Έγινε περισσότερο γνωστός από την συμμετοχή του σε έρευνα συμμετοχής ανωτέρων υπαλλήλων στη διείσδυση κομμουνιστικού κινδύνου στις ΗΠΑ αλλά και από τις μεθόδους πολιτικής εξόντωσης που εφήρμοσε και οι οποίες έλαβαν τον διεθνή χαρακτηρισμό «μακαρθισμός».

Πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τζόζεφ Μακάρθυ γεννήθηκε στις 14 Νοεμβρίου του 1908 σε αγροτική περιοχή της πολιτείας Ουισκόνσιν. Φοίτησε στο περιφερειακό Πανεπιστήμιο Μαρκέτη όπου έλαβε πτυχίο νομικής το 1935 και αργότερα το 1939 εισήλθε στο δικαστικό σώμα. Στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο υπηρέτησε ως εθελοντής στο Σώμα Πεζοναυτών των ΗΠΑ, όπου μετά τη βασική εκπαίδευση ανέλαβε αξιωματικός. Λίγο πριν τη λήξη του πολέμου παραιτήθηκε[ασαφές]. Από το 1946 ασχολήθηκε με την πολιτική και τον επόμενο χρόνο εξελέγη Γερουσιαστής της Πολιτείας Ουϊσκόνσιν, θέση που διατήρησε μέχρι τον θάνατό του.

Αντικομμουνιστική υστερία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και η πολιτική του σταδιοδρομία από το 1947 μέχρι το 1950 δεν είχε τίποτε αξιοσημείωτο άρχισε σιγά – σιγά να εκμεταλλεύεται το κομμουνιστικό ζήτημα που μέχρι τότε περιοριζόταν στην αντιπαλότητα που είχε δημιουργήσει η αποκάλυψη ότι η Σοβιετική Ένωση είχε σπάσει το μονοπώλιο των πυρηνικών όπλων των ΗΠΑ.
Έτσι τον Φεβρουάριο του 1950 εξαπέλυσε ένα δριμύτατο κατηγορώ εναντίον όλων εκείνων «που είχαν παραδώσει την Κίνα στον κομμουνισμό» κατηγορώντας περισσότερο τους βλαστούς παλαιότερων οικογενειών «που είχαν γεννηθεί με ασημένια κουτάλια στα στόματά τους» και που σήμερα κατείχαν υψηλές κυβερνητικές θέσεις στο Υπουργείο Εξωτερικών, (Στέιτ Ντιπάρτμεντ), προδίδοντας συστηματικά τα συμφέροντα των ΗΠΑ, επισείοντας ως απόδειξη αυτών στατιστικές. Κατά τον ίδιο στο υπουργείο αυτό υπηρετούσαν 81 «κίνδυνοι της ασφάλειας της χώρας», συμπεριλαμβανομένων 57 «κομμουνιστών με φάκελο»! Παράλληλα δε ισχυριζόταν ότι είχε στη κατοχή του κατάλογο, ούτε λίγο ούτε πολύ, 205 περίπου υπαλλήλων, του ίδιου πάντα υπουργείου, με αδιάσειστα στοιχεία ότι ήταν μέλη του κομμουνιστικού κόμματος.

Στη πραγματικότητα καμία όμως από αυτές τις κατηγορίες που εξαπέλυε δεν είχε υπόσταση. Αυτό όμως δεν τον πείραζε να συνεχίζει βασιζόμενος ίσως στο νόμο των πιθανοτήτων ότι μια επισταμένη έρευνα κάτι θα αποδείκνυε. Οι δηλώσεις του όμως αυτές δεν άργησαν να τον φέρουν στη κορυφή ενός κύματος πραγματικής λαϊκής αντικομμουνιστικής υστερίας η οποία τελικά ήταν αυτή που τον στήριξε τουλάχιστον για μια πενταετία. Ελάχιστοι ήταν εκείνοι που μέσα σ΄ εκείνη την υστερική λαίλαπα τόλμησαν να υπενθυμίσουν ότι η «απώλεια» της Κίνας οφειλόταν κυρίως στη διαφθορά και την ανικανότητα των Κινέζων εθνικιστών και όχι σε κάποια δυτική αδιαφορία, ή άλλο λόγο. Αλλο σημαντικό γεγονός χάρη στο οποίο η υστερία που ξεκλινησε ο Μακάρθυ άρχισε να παίρνει απίστευτες διαστάσεις ήταν ο Πόλεμος της Κορέας, που ξεκίνησε τον Ιούνιο του 1950. Ο Μακάρθυ υποστήριζε ότι οι Αμερικανοί δεν θα χρειάζονταν να πάνε να θυσιαστούν αν οι Κινέζοι εθνικιστές δεν είχαν πέσει προηγουμένως θύματα πολιτικής «δολιοφθοράς».
Έτσι όλα τα παραπάνω δεν άργησαν να επισύρουν μια σειρά μέτρων ελέγχου και παρακολούθησης κυβερνητικών υπαλλήλων που ξεκίνησαν τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους.

Λήψη πρώτων μέτρων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Σεπτέμβριο του 1950 αρχίζουν να εφαρμόζονται μια σειρά δραστικών μέτρων που ουσιαστικά περιόριζαν τις ελευθερίες των πολιτών, παρά το βέτο του Προέδρου Χάρρυ Τρούμαν. Πρώτος νόμος που ψηφίστηκε ήταν ο λεγόμενος "νόμος Μακ-Κάρραν", σύμφωνα με τον οποίο όσοι ήταν κομουνιστές θα έπρεπε να προσέλθουν και να το δηλώσουν στον γενικό εισαγγελέα. Παράλληλα παρεχόταν το δικαίωμα - εξουσία στους διευθυντές 11 περίπου κυβερνητικών υπηρεσιών της απόλυσης υπαλλήλων τους με συνοπτική διαδικασία. Ο νόμος αυτός τον επόμενο χρόνο, Απρίλιος 1951, επεκτάθηκε σ΄ όλες τις Πολιτείες καθιερώνοντας τους όρους «εύλογα αίτια ...μη νομιμοφρόνων πεποιθήσεων», ή «εύλογη αμφιβολία ...επί νομιμοφροσύνης». Με την εφαρμογή και την επέκταση του παραπάνω νόμου άρχισε και ένας καταιγισμός ς κατηγοριών και λασπολογίας εκ μέρους του Μακάρθυ προς κάθε κατεύθυνση και κυρίως προς το ΥΠ.ΕΞ. και τις ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ, φθάνοντας στο σημείο να κατηγορήσει και αυτόν ακόμη τον στρατηγό Μάρσαλ, ότι συμμετείχε «στην πιο μεγάλη συνωμοσία, η ατιμία της οποίας είχε ξεπεράσει κάθε προηγούμενο στην παγκόσμια ιστορία του ανθρώπου».

Στην ερώτηση πως ήταν δυνατόν ένας άνθρωπος να διασπείρει τόσες κατηγορίες, να λέει ότι θέλει, να κινητοποιεί ακόμα κυβέρνηση και αρχές και να μένει ατιμώρητος, η απάντηση είναι η εξής. Πρώτον, ο Μακάρθυ δεν ήταν ένας απλός πολίτης, αλλά ένας Γερουσιαστής που εκμεταλλευόμενος αυτό το οποίο ανησυχούσε τον κόσμο, ο λόγος του είχε μεγάλη επιρροή. Δεύτερο και σημαντικότερο, ήταν ότι η υστερία που δημιούργησε ωφέλησε τα μέγιστα το κόμμα στο οποίο ανήκε, το οποίο άρχιζε να καταλαμβάνει μεγάλα ποσοστά υπεροχής και βέβαια ο ίδιος να εξελίσσεται, ως σημαντικότατο στέλεχός του. Έτσι πίσω απ΄ όλα αυτά υπήρχε η άμεση υποστήριξη των συντρόφων του Ρεπουμπλικάνων, κυρίως των μεσο-δυτικών Πολιτειών, που ήταν και οι περισσότερο υπερ-συντηρητικοί, όπως για παράδειγμα ο γερουσιαστής Ουΐλιαμ Τζένερ που έφθασε στο σημείο όταν η αρμόδια επιτροπή έρευνας της Γερουσίας (Επιτροπή Τίντιγκς) αποφάνθηκε ότι οι κατηγορίες του Μακάρθυ είναι ψεύδη και αθλιότητες, να καταγγείλει την ίδια την επιτροπή ότι «βαρύνεται με την πλέον ξεδιάντροπη συγκάλυψη της μεγαλύτερης συνωμοσίας στην ιστορία των ΗΠΑ»
Λέγεται μάλιστα πως και αυτός ακόμη ο Αϊζενχάουερ, που θεωρείτο ιδιαίτερα μετριοπαθής, ήταν πρόθυμος να τον χρησιμοποιήσει.

Αξιοσημείωτο ήταν ότι πολλοί σχολιαστές του Μακάρθυ, την εποχή εκείνη, άρχισαν να τον βλέπουν ως ηγέτη ενός μαζικού υστερικού κινήματος, που από τα μέτρα που λαμβάνονταν παράλληλα, παρουσίαζε σαφείς φασιστικές αποχρώσεις. Έτσι στις εκλογές του 1952 οι Ρεπουμπλικάνοι κερδίζουν μετά 12 χρόνια την εξουσία και πρόεδρος (34ος) εκλέγεται ο μέχρι τότε αρχηγός του ΝΑΤΟ αρχιστράτηγος, ή όπως λεγόταν στρατηγός 5 αστέρων Ντουάιτ Αϊζενχάουερ. Αναμφίβολα ο "Μακαρθυσμός" είχε παίξει σημαντικό ρόλο στις εκλογές αυτές όπου ένας στρατηγός καλούταν πλέον να ξεκαθαρίσει το διαμορφούμενο τοπίο. Ο δε Μακάρθυ ήταν από τους πρώτους που φιγουράριζαν μετά τον πρόεδρο.

Επιτροπή ερευνών – ανακρίσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπό τις νέες αυτές συνθήκες ο Μακάρθυ αναλαμβάνει τον Ιανουάριο του 1953 πρόεδρος στη Μόνιμη Υποεπιτροπή Ερευνών της Γερουσίας των ΗΠΑ.
Η πλέον περίεργη και παράξενη υποεπιτροπή που δημιούργησε ήταν εκείνη που ανέλαβε τις έρευνες – ανακρίσεις των διαφόρων κέντρων πληροφοριών εξωτερικού του Στέιτ Ντιπάρτμεντ την οποία διεύθυνε ο ίδιος και τα δύο πρωτοπαλήκαρά του, αμφότεροι ηλικίας μόλις 26 ετών, ο Ρόυ Κόον και ο Νταίηβιντ Σάιν. Αυτοί άρχισαν να περιδιαβαίνουν τις διάφορες υπηρεσίες – πρεσβείες και να εξετάζουν τις βιβλιοθήκες προκειμένου να εντοπίσουν βιβλία κομουνιστικού περιεχομένου. Τον Δεκέμβριο του 1953 ο Μακάρθυ είχε πλέον καταστεί ο φόβος και ο τρόμος των αμερικανικών υπηρεσιών εσωτερικού και εξωτερικού.

Παρασυρόμενος δε και ο Πρόεδρος απ΄ αυτόν, από τον Απρίλιο του 1953 αναπροσαρμόζει επί το αυστηρότερο το καλούμενο «πρόγραμμα νομιμοφροσύνης» που αφορούσε τα προσόντα των υποψηφίων για κυβερνητικές θέσεις σε όλες τις Πολιτείες που θα έπρεπε να συμφωνούν σε θέματα εθνικής ασφάλειας. Όταν τον Ιούλιο του 1953 που τερματίσθηκε ο Πόλεμος της Κορέας με ανακωχή αποκαλύφθηκε ότι η Σοβιετική Ένωση είχε ξεπεράσει τις ΗΠΑ στη τελειοποίηση της βόμβας υδρογόνου ξέσπασε νέα φρενίτιδα κομουνιστοφοβίας που δεν είχε προηγούμενο. Προϊόν αυτής ήταν και η υπόθεση Οπενχάιμερ.

Υπέρβαση ορίων υπομονής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Περί τον Οκτώβριο του 1953 η Υποεπιτροπή άρχισε να επεκτείνει την έρευνα ακόμα και στις αμερικανικές στρατιωτικές υπηρεσίες υποστηρίζοντας ότι και σ΄ αυτές υφίστανται εχθροί. Κατά τις έρευνες αυτές που συνέχισε και τον επόμενο χρόνο έφθασε στο σημείο να προσβάλλει ένα στρατηγό «εν υπηρεσία» τον Τσβίκερ καθώς και τον υπουργό των Στρατιωτικών Στήβενς που προσπάθησε να γελοιοποιήσει. Το γεγονός αυτό υπερέβη κάθε όριο υπομονής της κυβέρνησης, η οποία του εξαπέλυσε αντεπίθεση. Ο Μακάρθυ υποστήριξε ότι είχε εκτραπεί επειδή ο υπουργός τον είχε εμποδίσει στις έρευνές του. Το υπουργείο κατηγόρησε τους Μακάρθυ και Κόον ότι προσέλαβαν τον Σάιν με προνομιακή μεταχείριση, καθόσον είχε κληθεί να υπηρετήσει στο στρατό. Επίσης κατηγορήθηκε και ο Κόον ο οποίος φέρονταν σε μία συζήτησή του να είχε πει τη φράση «θα καταστρέψω τον στρατό».

Κατόπιν αυτών ξεκίνησε μια σειρά ανακρίσεων που μεταδόθηκε τηλεοπτικά σ΄ όλες τις πολιτείες. Κατά την διάρκεια αυτών αρχικά πίστεψε ο Μακάρθυ ότι θα έβγαινε απόλυτα δικαιωμένος πλην όμως επέδειξε μια «αψήφιστη σκληρότητα» που τελικά χωρίς να το καταλάβει στράφηκε εναντίον του. Έτσι οι αντίπαλοί του στη Γερουσία ενθαρρύνθηκαν και στράφηκαν εναντίον του, προσπαθώντας να πετύχουν καταδικαστική ψήφο.

Η μομφή και το τέλος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τελικά μετά από τις τεράστιες αμφισβητήσεις που προκάλεσε κατηγορήθηκε ότι κινήθηκε από ιδιοτελή ελατήρια. Μετά από ψήφισμα της Γερουσίας στις 2 Δεκεμβρίου του 1954 εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση, εγκαταλείποντας την προεδρία της ανακριτικής επιτροπής την οποία είχε δημιουργήσει, δηλώνοντας ότι δεν αισθάνονταν μετανιωμένος. Πέντε ημέρες όμως μετά στι 7 Δεκεμβρίου έκανε την ανοησία να καταφερθεί δημόσια και ονομαστικά κατά του Προέδρου των ΗΠΑ, επειδή αποδέχθηκε την απόρριψή του από τη Γερουσία. Η ημέρα εκείνη φέρεται και να σφράγισε οριστικά την πολιτική του σταδιοδρομία.
Ο Τζόε, (αγγλικό υποκοριστικό του Τζόζεφ), Μακάρθυ, όπως καλούνταν γενικότερα, κατέστη ο πιο επίφοβος και μισητός Γερουσιαστής στην ιστορία των ΗΠΑ. Τις μεθόδους του εφήρμοσαν και πολλές άλλες ξένες μυστικές υπηρεσίες στη δίνη του τότε ψυχρού πολέμου.

Πέθανε τρία χρόνια αργότερα στο ναυτικό νοσοκομείο Βηθεσδά στις 2 Μαΐου του 1957 από οξεία ηπατίτιδα, όπως ανακοινώθηκε, ως συνέπεια του ακοολισμού του. Κηδεύτηκε με μεγάλες τιμές στην Ουάσιγκτον και ετάφη στη πολιτεία Ουϊσκόνσιν των ΗΠΑ Την κόρη του υιοθέτησε ο Ρόμπερτ Κέννεντυ.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια" τομ.Γ (Συμπλήρωμα), σελ.609-610.
  • "Ιστορία του 20ου αιώνα" τομ.6ος, "Ο Μακάρθυ και ο διωγμός των κομουνιστών" σελ.2295-2298