Τζων Κέιτζ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

O Τζων Κέιτζ (5 Σεπτεμβρίου 1912 - 12 Αυγούστου 1992) ήταν πειραματιστής συνθέτης και θεωρητικός της μουσικής, φιλόσοφος, ποιητής, εικαστικός καλλιτέχνης, χαράκτης,[1] [2] καθώς και ερασιτέχνης μελετητής και συλλέκτης μανιταριών. Ήταν πρωτεργάτης του αλεατορισμού (μουσική του τυχαίου), της ηλεκτρονικής μουσικής και της αντισυμβατικής χρήσης μουσικών οργάνων. Ήταν μια από τις ηγετικές φυσιογνωμίες της μεταπολεμικής αβάν-γκαρντ. Οι κριτικοί τον έχουν αναγορεύσει ως έναν από τους σημαντικότερους Αμερικανούς συνθέτες του 20ου αιώνα.[3][4] Επίσης είχε ουσιώδη συμβολή στην ανάπτυξη του μοντέρνου χορού, κυρίως μέσω της συνεργασίας του με το χορογράφο Μέρς Κάνιγχαμ, ο οποίος υπήρξε σύντροφος του Κέιτζ για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους.[5][6]

Ο Κέιτζ είναι ίσως περισσότερο γνωστός για την σύνθεση του "4'33" το 1952, το οποίο εκτελείται χωρίς να παιχτεί ούτε μια νότα. Το περιεχόμενο της σύνθεσης αυτής σκοπεύει να εκληφθεί ως οι ήχοι του περιβάλλοντος που ακούν οι ακροατές καθώς αυτό παίζεται, παρά ως 4 λεπτά και 33 δευτερόλεπτα σιωπής. Το κομμάτι αυτό υπήρξε μια από τις πιο αμφιλεγόμενες συνθέσεις του 20ου αιώνα. Μια άλλη διάσημη δημιουργία του Κέιτζ είναι το "prepared piano" (προετοιμασμένο πιάνο -ένα πιάνο του οποίου ο ήχος μεταβάλεται τοποθετώντας χρηστικά αντικείμενα στις χορδές του), για το οποίο έγραψε έναν αριθμό χορευτικών έργων και μερικές συνθέσεις, με πιο γνωστή από αυτές τα "Sonatas and Interludes" (1946–48).

Στους δασκάλους του περιλαμβάνονται ο Χένρυ Κάουελ (1933) και ο Άρνολντ Σένμπεργκ (1933–35), και οι δύο γνωστοί για τις καινοτομίες τους στην μουσική, αλλά σημαντική επιρροή του Κέιτζ υπήρξαν διάφορες Ανατολικές Κουλτούρες. Μέσω των σπουδών του πάνω στην Ινδική φιλοσοφία και τον Βουδισμό στο τέλος της δεκαετίας του 1940, ο Κέιτζ συλλαμβάνει την ιδέα της αλεατορικής μουσικής (Aleatoric music), μουσικής που ελέγχεται από την τύχη, που αρχίζει να συνθέτει το 1951. Το Ι Τσινγκ, η αρχαία κινέζικη τεχνική σχετικά με την αλλαγή γεγονότων, έγινε το σταθερό εργαλείο σύνθεσης του Κέιτζ για το υπόλοιπο της ζωής του. Σε μια διάλεξη το 1957, με θέμα την Πειραματική Μουσική, περιέγραψε την μουσική ως ένα “άσκοπο παιχνίδι” το οποίο αποτελεί μια “επιβεβαίωση της ζωής – όχι μια προσπάθεια για να φέρει τάξη στο χάος, ούτε να προτείνει διορθώσεις στη δημιουργία, αλλά απλά ένας τρόπος να ξυπνήσεις σε ακριβώς αυτήν την ζωή που ζούμε.”

Η ζωή του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

1912–31[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κέιτζ γεννήθηκε στο Λος Άντζελες. Ο πατέρας του, Τζον Μιλτον Κέιτζ (1886-1964), ήταν εφευρέτης και η μητέρα του Λουκριτία Χάρβεϊ (1885-1068) εργαζόταν κατά διαστήματα ως δημοσιογράφος για τους Los Angeles Times. Οι ρίζες της οικογένειας ήταν καθαρά Αμερικάνικες: σε μια συνέντευξη το 1976 ο Κέιτζ αναφέρει “ ένας Τζον Κέιτζ βοήθησε τον Ουάσινγκτον στην χαρτογράφηση της Βιρτζίνια”.

Η πρώτη επαφή του με την μουσική ήταν τα ιδιαίτερα μαθήματα πιάνου που έκανε. Έκανε το πρώτο μάθημα πιάνου όταν ήταν στην τετάρτη δημοτικού. Το 1928 ο Κέιτζ ήταν δηλώνει ότι θέλει να γίνει συγγραφέας. Γράφεται στο Pomona College, Claremont, το οποίο όμως εγκαταλείπει το 1930 πιστεύοντας ότι “το κολλέγιο δεν μπορεί να προσφέρει τίποτα σε έναν συγγραφέα”. Σε μια δήλωση του το 1991 λέει: “στο κολλέγιο ήμουν σοκαρισμένος που έβλεπα τους 100 συμφοιτητές μου στην βιβλιοθήκη να διαβάζουν όλοι τα ίδια βιβλία. Αντί για αυτό, πήγα στα ράφια και διάβασα το πρώτο βιβλίο που γράφτηκε από έναν συγγραφέα που το όνομα του άρχιζε από Ζ. Πήρα το μεγαλύτερο βαθμό στην τάξη μου. Αυτό με έπεισε ότι το σύστημα δεν δούλευε σωστά. Έφυγα. “

Ο Κέιτζ πείθει τους γονείς του ότι ένα ταξίδι στην Ευρώπη θα ήταν πιο ευεργετικό για έναν μελλοντικό συγγραφέα από τις πανεπιστημιακές σπουδές. Παρέμεινε στην Ευρώπη για 18 μήνες, ενώ ασχολήθηκε με διάφορους τομείς της τέχνης: πρώτα ασχολήθηκε με την Γοτθική και την Ελληνική αρχιτεκτονική, αλλά αποφάσισε ότι δεν τον ενδιέφερε αρκετά η αρχιτεκτονική για να αφιερώσει την ζωή του σε αυτήν. Ύστερα ασχολήθηκε με την ζωγραφική, την ποίηση και την μουσική. Στην Ευρώπη άκουσε για πρώτη φορά μουσική σύγχρονων συνθετών (όπως του Ιγκόρ Στραβίνσκι και του Πάουλ Χίντεμιτ) και τελικά γνώρισε την μουσική του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, την οποία δεν είχε ακούσει μέχρι τότε.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Davies, Hugh. Cage, John, Grove Art Online, Oxford University Press (ανακτήθηκε 20/02/2007), groveart.com.
  2. http://theatrepieces.blogspot.gr/2012/07/john-cage.html
  3. Pritchett, Grove: "He has had a greater impact on music in the 20th century than any other American composer."
  4. «John Cage, 79, a Minimalist Enchanted With Sound, Dies». New York Times. August 13, 1992. http://www.nytimes.com/learning/general/onthisday/bday/0905.html. Ανακτήθηκε στις 21 July 2007. «John Cage, the prolific and influential composer whose Minimalist works have long been a driving force in the world of music, dance and art, died yesterday at St. Vincent's Hospital in Manhattan. He was 79 years old and lived in Manhattan.» 
  5. Perloff, Junkerman, 1994, 93.
  6. Bernstein, Hatch, 2001, 43–45.

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Bernstein, David W., and Hatch, Christopher (ed.). 2001. Writings through John Cage's Music, Poetry, and Art. University of Chicago Press. ISBN 0-226-04407-6
  • Perloff, Marjorie, and Junkerman, Charles. 1994. John Cage: Composed in America. University of Chicago Press, 1994. ISBN 0-226-66057-5
  • Pritchett, James, and Kuhn, Laura, Grove Art Online, groveart.com, ανακτήθηκε 15/12/2006.




Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα John Cage της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).