Τζιάλο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Το Τζιάλο (ιταλ. Giallo) είναι ένα είδος λογοτεχνίας και ταινιών που εμφανίστηκε τον 20ό αιώνα στην Ιταλία. Τα βασικά θέματα του είδους είναι ο τρόμος, το έγκλημα, η φαντασία και ο ερωτισμός. Η προέλευση του όρου πηγάζει από τα πρώτα εξώφυλλα των βιβλίων με τέτοιου είδους ιστορίες, που ήταν πάντα σε κίτρινο χρώμα (στα Ιταλικά giallo σημαίνει κίτρινο).

Λογοτεχνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο όρος τζάλο εμφανίστηκε αρχικά σαν νεολογισμός για να περιγράψει μια σειρά φθηνών μυθιστορημάτων τσέπης, με αστυνομικές ιστορίες και ιστορίες μυστηρίου, που εξέδωσε το 1929 ο εκδοτικός οίκος Mondadori (Giallo Mondadori). Στα κίτρινα εξώφυλλα τους εμφανίζοταν αστυνομικές ιστορίες αντίστοιχες με αυτές που υπήρχαν στην Αμερική (pulp fiction) στις δεκαετίες του '20 και του '30. Η συνάφεια αυτή τονίζοταν επίσης με την υιοθέτηση ψευδωνύμων αγγλικής προελεύσεως από τους πρώτους συγγραφείς του είδους, καθώς και από το γεγονός ότι πολλά από αυτά τα βιβλία ήταν όντως μεταφράσεις βιβλίων από την αγγλική γλώσσα.

Η επιτυχία των "τζάλι" σύντομα άρχισε να τραβάει την προσοχή και των άλλων εκδοτικών οίκων, που άρχισαν να εκδίδουν παρόμοια βιβλία (διατηρώντας πάντα το "παραδοσιακό" κίτρινο εξώφυλλο). Τα βιβλία αυτά υπήρξαν τόσο δημοφιλή ώστε τα βιβλία διάσημων και αναγνωρισμένων ξένων συγγραφέων, όπως η Άγκαθα Κρίστι, ο Έντγκαρ Ουάλας και ο Ζωρζ Σιμενόν, "βαφτίστηκαν" τζάλι όταν πρωτοδημοσιεύτηκαν στην Ιταλία. Tα Giallo Mondadori κυκλοφορούν ακόμα και σήμερα μηνιαίως και αποτελούν τη μακροβιότερη εκδοτική σειρά του είδους στον κόσμο.

Κινηματογράφος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κινηματογραφικό είδος που προέκυψε από αυτά τα βιβλία στη δεκαετία του '60 υπήρξε αρχικά μια απλή μεταφορά των ιστοριών αυτών στη μεγάλη οθόνη, αλλά σύντομα εκμεταλλεύθηκε τις σύγχρονες κινηματογραφικές τεχνικές για να δημιουργήσει τελικά ένα ξεχωριστό είδος ταινίας. Πολλές ταινίες που εκτός Ιταλίας αποκαλούνται "τζάλι" στην ίδια την Ιταλία αποκαλούνται απλά "θρίλερ", με τον πρώτο όρο να αναφέρεται συνήθως στις κλασσικές πλέον δημιουργίες σκηνοθετών όπως ο Ντάριο Αρζέντο και ο Μάριο Μπάβα στη δεκαετία του '70.

Χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ταινίες "τζάλο" χαρακτηρίζονται από εκτενείς σκηνές φόνων με υπερβολική αιματοχυσία, στυλιζαρισμένα πλάνα και ασυνήθιστη μουσική επένδυση. Το στοιχείο του μυστηρίου παραμένει, αλλά συνδυασμένο με τη σύγχρονη αντίληψη των ταινιών τρόμου και πάντα φιλτραρισμένο μέσα από τη μακραίωνη της Ιταλικής όπερας και του Γκραν Γκινιόλ. Πολύ συχνά επίσης περιλαμβάνουν σκηνές με γυμνό και σεξ.

Τα "τζάλι" ασχολούνται συχνά με ψυχολογικής φύσεως θέματα, όπως η τρέλα, η απομόνωση και η παράνοια. Κλασσικό παράδειγμα η ταινία του Σέρτζιο Μαρτίνο Your Vice is a Locked Room and Only I Have the Key βασισμένο στο σύντομο διήγημα του Έντγκαρ Άλαν Πόε "The Black Cat" (Η Μαύρη Γάτα).

Θεωρούνται σήμερα σημαντικά, εν μέρει και για την πολύ εκφραστική χρήση της μουσικής, κυρίως σε ταινίες του Ντάριο Αρζέντο που συνεργάστηκε πολλάκις με τον Ένιο Μορικόνε.

Εξέλιξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως και το αντίστοιχο λογοτεχνικό είδος, οι ταινίες "τζάλο" δέχθηκαν ξένες επιρροές με κυριότερη αυτή των αποκαλούμενων "Krimi" (Γερμανικές ασπρόμαυρες ταινίες τις δεκαετίας του '60, βασισμένες κυρίως στις ιστορίες μυστηρίου του Έντγκαρ Ουάλας).

Η ταινία που σηματοδότησε την απαρχή του είδους είναι το La ragazza che sapeva troppo (Το Κορίτσι Που Γνώριζε Πολλά) (1963),του Μάριο Μπάβα. Ο τίτλος αποτελεί προφανή αναφορά στην διάσημη ταινία του Άλφρεντ Χίτσκοκ The Man Who Knew Too Much (1956), θυμίζοντας και πάλι το στενό δεσμό με την Αγγλο-Αμερικανική κουλτούρα. Η ταινία Blood and Black Lace (1964), και πάλι από τον Μάριο Μπάβα, μας συστήνει για πρώτη φορά μια εμβληματική φιγούρα του είδους, τον μασκοφόρο δολοφόνο που κραδαίνει στο γαντοφορεμένο του χέρι το αστραφτερό όπλο.

Πολύ σύντομα το "τζάλο" έγινε αυτόνομο είδος, με τους δικούς του κανόνες και το Ιταλικό "άγγιγμα" (έντονο χρώμα και στυλιζάρισμα). Ο όρος έφτασε να γίνει συνώνυμος με το βαρύ, υπερβολικά θεατρικό και στιλιζαρισμένο οπτικό στοιχείο. Η μεγάλη ακμή του είδους έγινε στη δεκαετία του '70, με δεκάδες ταινίες του είδους να προβάλλονται κάθε χρόνο. Σημαντικοί σκηνοθέτες εκείνης της εποχής ήταν ονόματα όπως ο Ντάριο Αρζέντο, ο Μάριο Μπάβα, ο Λόυτσιο Φούλτσι, ο Άλντο Λάντο, ο Σέρτζιο Μαρτίνο, ο Ουμπέρτο Λένζι και ο Πούπι Αβάτι.

Αξιόλογες ταινίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]