Τείχος του Ατλαντικού

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Το τείχος του Ατλαντικού (πράσινη παραθαλάσσια γραμμή).

Το Τείχος του Ατλαντικού (γερμ. Atlantikwall) ήταν μια εκτεταμένη σειρά παράκτιων οχυρωματικών έργων που κατασκευάστηκαν από τη Ναζιστική Γερμανία κατά το χρονικό διάστημα από το 1942 έως το 1944. Τα έργα κάλυπταν σχεδόν ολόκληρο το μήκος των ακτών της δυτικής Ευρώπης και αποσκοπούσαν στην αντιμετώπιση της αναμενόμενης απόβασης των Συμμάχων σε αυτήν με ορμητήριο τη Μεγάλη Βρετανία.

Ιστορικό υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Μάιο του 1940 η Γερμανία εισέβαλε στη Γαλλία και έθεσε υπό την κατοχή και τον έλεγχό της τις ακτές ολόκληρου του βόρειου τμήματος της χώρας. Στη Γαλλία υπήρχε και Βρετανικό εκστρατευτικό σώμα, το οποίο συγκεντρώθηκε στη Δουνκέρκη και, με την επιχείρηση "Ντιναμό" κατάφερε να διασωθεί, χάνοντας μόνο τον εξοπλισμό του[1] Ύστερα από αυτό το γεγονός, ο Χίτλερ πίστευε ότι θα ερχόταν σε συνεννόηση με τους Βρετανούς, οι οποίοι όμως απέρριψαν την πρόταση. Μη μπορώντας να υλοποιήσει την πρόθεσή του να εισβάλει στη Βρετανία, αναγκάστηκε να διατηρήσει αμυντική στάση κατά μήκος των ευρωπαϊκών ακτών.[2]

Το καλοκαίρι του 1941 ο Χίτλερ εισέβαλε στη Σοβιετική Ένωση. Χρησιμοποίησε πολύ μεγάλες δυνάμεις για την εισβολή αυτή με συνέπεια να απογυμνώσει σχεδόν τη δυτική Ευρώπη, όπου απέμειναν περίπου μια δωδεκάδα μεραρχιών. Καθώς οι Γερμανοί αξιωματικοί πίστευαν ότι οι Σύμμαχοι θα πραγματοποιούσαν απόβαση στη δυτική ευρωπαϊκή ακτή ώστε να υποχρεώσουν τον Χίτλερ να αποσύρει δυνάμεις από το Ανατολικό μέτωπο ανακουφίζοντας έτσι τις σοβιετικές δυνάμεις. Οι φόβοι αυτοί ενισχύθηκαν όταν το Δεκέμβριο του 1941 οι ΗΠΑ κήρυξαν πόλεμο κατά της Ιαπωνίας, ύστερα από το βομβαρδισμό του Περλ Χάρμπορ. Ο Χίτλερ, ακολουθώντας το σύμφωνο που είχε συνάψει με την Ιαπωνία, κήρυξε με τη σειρά του πόλεμο κατά των ΗΠΑ.[3]

Με στόχο να παρεμποδίσουν παρόμοια ενέργεια οι Γερμανοί άρχισαν να κατασκευάζουν μια σειρά από οχυρωματικά έργα αρχικά κατά μήκος των γαλλικών ακτών που ήσαν πλησιέστερα προς τη Βρετανία. Το γεγονός αυτό ενθάρρυνε τους Βρετανούς, οι οποίοι αποπειράθηκαν να αχρηστεύσουν τις δεξαμενές επισκευών του γαλλικού λιμένα στον Ατλαντικό Σεν Ναζέρ.

Κύριο λήμμα: Επιχείρηση Chariot

Στόχος των Βρετανών ήταν να μη διαθέτουν οι Γερμανοί ναυπηγοεπισκευαστικές εγκαταστάσεις για τα μεγάλα σκάφη επιφανείας, όπως το Τίρπιτς, στον Ατλαντικό αλλά να υποχρεώνονται να καταφεύγουν σε εγκαταστάσεις της Γερμανίας. Η επιχείρηση αυτή σημείωσε επιτυχία, καθώς η δεξαμενή αχρηστεύτηκε με τη βύθιση (με έκρηξη) του παλαιού αντιτορπιλικού HMS Campbeltown. Στοίχισε όμως στους Βρετανούς απώλειες σε υλικό και άνδρες: 18 μικρότερα σκάφη βυθίστηκαν, και μόνο 228 άνδρες επέστρεψαν στη Βρετανία. 169 σκοτώθηκαν και 215 συνελήφθησαν αιχμάλωτοι.[4]

Ύστερα από αυτό το γεγονός ο Χίτλερ εξέδωσε τη διαταγή Νο 40, με την οποία σηματοδοτούσε την επίσημη έναρξη κατασκευής του Τείχους του Ατλαντικού. Αρχικά οι οχυρώσεις κάλυπταν τις περιοχές γύρω από τα γαλλικά λιμάνια.

Τον Αύγουστο του 1942 οι Καναδοί, υποστηριζόμενοι από Βρετανούς κομμάντος και δυνάμεις των Ελεύθερων Πολωνών προσπάθησαν να αποβιβαστούν στη Διέππη.

Η προσπάθεια αυτή συνετρίβη και οι συμμαχικές απώλειες ήταν σημαντικές: 3.367 Καναδοί νεκροί, τραυματίες ή αιχμάλωτοι, 275 Βρετανοί κομμάντος και 550 Βρετανοί ναυτικοί. Από πλευράς υλικού οι Βρετανοί έχασαν 33 αποβατικά σκάφη, ένα αντιτορπιλικό και 106 αεροσκάφη της RAF. Οι Γερμανοί έχασαν 591 άνδρες και 48 αεροσκάφη.[5]

Ύστερα και από αυτή την προσπάθεια, οι γερμανικές προσπάθειες εντάθηκαν. Οι οχυρώσεις άρχισαν, από το 1943, να επεκτείνονται κατά μήκος ολόκληρης της ακτογραμμής.

Κατασκευές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οχυρό στη Γαλλική ακτή δέχεται επιθεώρηση από τον στρατηγό Κρίστιανσεν. 1944

Η πραγματική κατασκευή ξεκίνησε την άνοιξη του 1942 και για το σκοπό αυτό χρησιμοποιήθηκε η Οργάνωση Τοτ. Ανάμεσα στα έργα περιλαμβάνονταν εκτεταμένα ναρκοπέδια, τείχη από μπετόν, οχυρά και πολυβολεία από το ίδιο υλικό καθώς και οχυρωμένες θέσεις μεγάλων πυροβόλων, φράκτες από συρματόπλεγμα, φλογοβόλα και εκτεταμένα αντιαρματικά εμπόδια[6] Ήδη από το φθινόπωρο του 1942 η γερμανική προπαγάνδα έκανε λόγο για το "Φρούριο Ευρώπη" (Festung Europa)[7] και, ενώ αρχικά προτεραιότητα είχε δοθεί στις περιοχές απέναντι από τη Βρετανία, η προσπάθεια επεκτάθηκε από τις ακτές της Νορβηγίας μέχρι τα σύνορα της Γαλλίας με την Ισπανία. Ακόμη και για τους πλέον αδαείς γινόταν αντιληπτό ότι μια τέτοια προσπάθεια θα ήταν παντελώς αδύνατο να ολοκληρωθεί, όχι μόνο γιατί έλειπαν εργατικά χέρια αλλά, και κυρίως, γιατί έλειπαν τα υλικά. Για παράδειγμα, οι μέσες ανάγκες στον τομέα της 343ής Μεραρχίας Πεζικού, το 1943, ήταν 40 τρένα με μπετόν. Από αυτά έγινε δυνατό να παραδοθούν μόνον 20 τόσο λόγω έλλειψης πρώτων υλών όσο και των δυσχερειών μεταφοράς που προκαλούσαν οι συμμαχικές αεροπορικές επιδρομές και, αργότερα, οι Γάλλοι αντάρτες. Σημαντικό εμπόδιο αποτελούσε, επίσης, η ασυνεννοησία μεταξύ των γερμανικών δυνάμεων: Το Ναυτικό είχε ζητήσει να οχυρωθούν με μπετόν μέχρι και οι τουαλέτες στις ναυτικές εγκαταστάσεις, τη στιγμή που για τις οχυρωματικές εγκαταστάσεις στην ακτή δεν υπήρχε μπετόν διαθέσιμο. Η κατάσταση άλλαξε πολύ αργά, μόνο στα τέλη του 1943.

Ένα επιπλέον πρόβλημα ήταν η αδυναμία παροχής επαρκούς καμουφλάζ στις κατασκευές. Παρά το γεγονός ότι οι Γερμανοί είχαν αναγνωρίσει έγκαιρα το πρόβλημα, δεν κατάφεραν να το λύσουν με επιτυχία - πώς θα μπορούσαν να κρύψουν από τα εχθρικά αναγνωριστικά τις τάφρους με νερό και τις κατασκευές οχυρωμένων καταφυγίων; Περιορίστηκαν στο να λάβουν υπόψη τους ότι οι Σύμμαχοι θα γνώριζαν τις θέσεις των οχυρωματικών τους έργων.[7]

Ακρογωνιαίους λίθους του Τείχους αποτέλεσαν τα κατειλημμένα Βρετανικά νησιά της Μάγχης, οι βάσεις των υποβρυχίων και ορισμένα πολύ σημαντικοί λιμένες, οι οποίοι απέκτησαν σημαντικές οχυρώσεις εν είδει φρουρίων, ονομάστηκαν μάλιστα "φρούρια" (Festungen) λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους ως πιθανοί στόχοι ενδεχόμενης απόβασης. Οι παράκτιες πυροβολαρχίες απαρτίσθηκαν από πυροβόλα 28 διαφορετικών διαμετρημάτων, από 7,5 εκ. έως 40,6 εκ. Λόγω της ανεπάρκειας νέων πυροβόλων, χρησιμοποιήθηκαν πυροβόλα προερχόμενα από παροπλισμένα σκάφη του Πολεμικού Ναυτικού αλλά και προερχόμενα ως λεία παλαιότερων επιχειρήσεων από τη Γαλλία, την Τσεχία ακόμη και σοβιετικά πυροβόλα καθώς και παλαιά απομεινάρια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου.

Η γερμανική στρατιωτική διοίκηση (OKH, Oberkommando des Heeres) ανέμενε πιθανή απόβαση στις περιοχές που παρουσίαζαν μεγαλύτερη εγγύτητα προς τις βρετανικές ακτές. Για το λόγο αυτό τα ισχυρότερα οχυρά κατασκευάστηκαν στην περιοχή αυτή, ενώ οι πιο απομακρυσμένες περιοχές έμειναν είτε ανεπαρκώς οχυρωμένες είτε και ολοσχερώς ανοχύρωτες. Αυτό συνέβη στην περιοχή του κόλπου του Σηκουάνα, μεταξύ Χάβρης και Σερμπούρ, περιοχή την οποία κάλυπταν μόνο 47 πυροβολαρχίες, σε αντίθεση με την πολύ λιγότερο ευρεία περιοχή του Πα ντε Καλαί, την οποία κάλυπταν 132 πυροβολαρχίες.[8]

Αναλαμβάνει ο Ρόμελ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα τέλη του 1943 ο Χίτλερ επαναφέρει στην ενεργό υπηρεσία τον Στρατάρχη Έρβιν Ρόμελ και του αναθέτει την αρχηγία της ομάδας στρατιών Β μαζί με την ευθύνη της άμυνας της Νορμανδίας, η οποία περιλάμβανε την επίβλεψη του Τείχους του Ατλαντικού στην περιοχή. Ο Ρόμελ έκανε μια περιοδεία στις εγκαταστάσεις της περιοχής ευθύνης του, τις οποίες βρήκε εντελώς ανεπαρκείς. Ο Στρατάρχης αποφάσισε να βελτιώσει τις οχυρώσεις της περιοχής του: Κάποια οχυρά ενισχύθηκαν, οι φράκτες συρματοπλεγμάτων βελτιώθηκαν, τα ναρκοπέδια μεγάλωσαν και ενισχύθηκαν, ενώ στις ακτές τοποθετήθηκαν κάθε τύπου και είδους αντιαρματικά και αντιαποβατικά εμπόδια. Οι επίπεδοι αγροί πλημμύρισαν με νερά και εμφυτεύτηκαν με στύλους, ώστε να μην είναι δυνατή η χρήση τους ως πρόχειρων αεροδρομίων ούτε ως πεδίων προσεδάφισης αλεξιπτωτιστών.[2] Πρόκειται για τα περίφημα "Σπαράγγια του Ρόμελ" (Rommelspargel).

Ο Ρόμελ αντιλήφθηκε - και ορθά - ότι οι οχυρώσεις των οποίων είχε οριστεί υπεύθυνος δεν επρόκειτο να σταματήσουν μια μεγάλης κλίμακας οργανωμένη απόβαση. Το μέγιστο που μπορούσε να ελπίζει ήταν πως τα αμυντικά αυτά έργα θα μπορούσαν να καθυστερήσουν τους εισβολείς και να προκαλέσουν σημαντική σύγχυση στις δυνάμεις τους. Είχε την άποψη ότι δεν έπρεπε να επιτραπεί στους αποβιβαζόμενους να εγκαταστήσουν κάποιο προγεφύρωμα γιατί, αν το επιτύγχαναν, από εκεί θα μπορούσαν να εμπλέξουν στη σύγκρουση σχεδόν απεριόριστες δυνάμεις τόσο σε άνδρες όσο και σε υλικό. Αυτό που επιδίωκε ο Ρόμελ ήταν η άμεση αντιμετώπιση των εισβολέων από τα στρατεύματά του και ιδιαίτερα από τις θωρακισμένες μονάδες του. Πεποίθησή του ήταν ότι οι Σύμμαχοι έπρεπε να αντιμετωπιστούν και να ηττηθούν στην ακτή, διαφορετικά η υπόθεση έπρεπε να θεωρηθεί χαμένη.

Ωστόσο, ο Ρόμελ είναι πολύ αισιόδοξος. Οι δυνάμεις που διοικεί πολύ απέχουν από το να χαρακτηριστούν "αξιόλογες". Οι περισσότερες μεραρχίες του περιλαμβάνουν στρατιώτες ελαφρά ακρωτηριασμένους σε άλλα πεδία μαχών, άνδρες που πάσχουν από αναπνευστικές, οπτικές, ακουστικές και άλλου τύπου διαταραχές, ενώ οι αξιωματικοί τους είναι μονόφθαλμοι, μονόχειρες, χωλοί και η μέση ηλικία τους είναι από 50 έως 60. Η 70ή Μεραρχία αποτελείται εξ ολοκλήρου από άνδρες που πάσχουν από το στομάχι τους και χρειάζονται ειδική τροφή και ψωμί διαίτης.[1]

Στις αντιλήψεις του Ρόμελ αντιτίθεται τόσο ο γενικός διοικητής των στρατευμάτων της Δύσης Γκερντ φον Ρούντστεντ όσο και ο διοικητής των θωρακισμένων Γκέιρ φον Σβέππενμπουργκ. Και οι δύο (ιδιαίτερα ο δεύτερος) πιστεύουν ότι η απόβαση στη Δύση θα εξελιχθεί σε μια μεγάλη μάχη θωρακισμένων, που θα κρίνει και την έκβαση της επιχείρησης. Κανείς δεν δικαιώνεται: Ο Φύρερ θα διευθύνει προσωπικά τη μάχη της Δύσης. Σε ένα σημείο, ωστόσο, οι αντιλήψεις του συμφωνούν με αυτές του Ρόμελ: Ενώ στο αχανές ανατολικό μέτωπο είναι μέχρις ενός σημείου παραδεκτή η απώλεια εδάφους, στη δύση αυτό είναι απολύτως απαράδεκτο. Τα γερμανικά στρατεύματα δεν πρέπει να οπισθοχωρήσουν και να παραχωρήσουν "ούτε μια σπιθαμή γης". Για τον απόλυτο αυτό στόχο, υπάρχει συγκεκριμένος λόγος: Οι βάσεις εκτόξευσης των ιπτάμενων βλημάτων V1, V2 και (αργότερα) V3 βρίσκονται κοντά στη Βρετανία και απώλειά τους σημαίνει απώλεια ενός σημαντικού - κατά τον Φύρερ - όπλου της Γερμανίας.

Ο Ρόμελ έρχεται, επίσης, αντιμέτωπος με την πραγματικότητα σχετικά με τα υλικά κατασκευής και τα αποτελέσματα της έλλειψής τους: Ενώ ο Χίτλερ είχε ζητήσει ως το τέλος του 1943 η οργάνωση Τοτ να έχει έτοιμα 15.000 σημεία οχυρωμένα με μπετόν, μόλις τα 5.000 είχαν ετοιμαστεί μέχρι σχεδόν τα μέσα του 1944. Στέγαστρο για τα περισσότερα πυροβόλα δεν είχε κατασκευαστεί, έλειπαν τα υλικά για την κατασκευή ναρκών. Ο Ρόμελ καταφεύγει στη φαντασία του και δεν κάνει καμία οικονομία ούτε στις δυνάμεις του ούτε στις προσπάθειές του. Κατασκευάζει εμπόδια από ξύλο (λείπει ο χάλυβας), τα εμφυτεύει στις παραλίες που πλημμυρίζουν από την πλημμυρίδα και τα εφοδιάζει με ατσάλινες λεπίδες, ώστε να σκίζουν τα ύφαλα των αποβατικών. Χρησιμοποιεί παλαιές σιδηροτροχιές για να κατασκευάσει ένα τύπο αντιαρματικών εμποδίων. Ζητά να κατασκευαστούν περίπου 300 εκατομμύρια νάρκες για να μετατρέψει τις παραλίες σε θανατηφόρα ναρκοπέδια. Πετυχαίνει το ένα εκατοστό απ' αυτές: Μόνο 2 - 3 εκατ. νάρκες είναι διαθέσιμες, δεν υπάρχουν ούτε μέταλλα ούτε, κυρίως, εκρηκτικές ύλες για τη γόμωσή τους. Οι προσπάθειες και οι συνεχείς, πυρετώδεις μετακινήσεις του Ρόμελ περιγράφονται αναλυτικά από τον Υποναύαρχο Φρίντριχ Ρούγκε (Friedrich Ruge) και τον υποστράτηγο Ντιμ (Dihm), βοηθούς του Στρατάρχη, σε κατάθεση που έδωσαν ανακρινόμενοι από τις αμερικανικές δυνάμεις.[9]

Εκτός από τα υλικά έχουν αρχίσει να λείπουν και τα εργατικά χέρια. Η οργάνωση Τοτ δεν ασχολείται μόνο με το Τείχος του Ατλαντικού, έχει επιφορτιστεί και με τις βάσεις εκτόξευσης των ιπταμένων βομβών αλλά και με το δυσχερέστατο έργο της συντήρησης του σιδηροδρομικού δικτύου και της αποκατάστασης των ζημιών που προκαλούν οι συμμαχικοί βομβαρδισμοί. Κάποιες μεγάλες μονάδες "εμπλουτίζονται" με τάγματα μηχανικού και επιστρατεύεται ακόμη και η δύναμη των 2.850 ανδρών από τη Γαλλική Υπηρεσία Εργασίας. Μια μόνον εργατική δύναμη απομένει: Αυτή των ίδιων των στρατιωτών του Πεζικού, που "επιστρατεύονται" για την εκτέλεση εργασιών οχύρωσης. Ως συνέπεια δεν εκτελούν ασκήσεις και το αξιόμαχο των μονάδων τους μειώνεται σημαντικά.[10] Τα αποτελέσματα παραμένουν πενιχρά: Η 709η Μεραρχία, που καλύπτει ένα τμήμα της Νορμανδικής παραλίας διαθέτει ένα μόνο οχυρό από μπετόν, έναντι 42 που προβλέπονταν.

Μεγάλο παράκτιο πυροβόλο στη γαλλική ακτή. Περιβάλλεται από μπετόν πάχους 13 ποδών. Εξουδετερώθηκε από τη συμμαχική αεροπορία

Ένα φρούριο μπορεί να αντιμετωπίσει τις επίγειες δυνάμεις. Πώς θα αντιμετωπίζονταν, όμως, οι υπόλοιπες; Για το Ναυτικό είχαν προβλεφθεί παράκτιες πυροβολαρχίες, καθώς το Kriegsmarine δεν προβλεπόταν να συμμετάσχει, για τον απλό λόγο ότι δε διέθετε πλέον σκάφη επιφανείας: Τα μεγαλύτερα σκάφη του ήταν τα (ελάχιστα και αυτά) αντιτορπιλικά. Για την Αεροπορία χρειάζονταν αντιαεροπορικά και αεροσκάφη. Και ο μεν Άλμπερτ Σπέερ είχε καταφέρει να αυξήσει την παραγωγή αεροσκαφών, αλλά τα αεροσκάφη χρειάζονται πιλότους και καύσιμα. Η Λουφτβάφε δεν διαθέτει πλέον ούτε το ένα ούτε το άλλο: Η αυξανόμενη έλλειψη καυσίμων αναγκάζει τους υποψήφιους πιλότους να εκπαιδεύονται από 100 έως 50 ώρες μόνον, λόγω ελλείψεως καυσίμων. Τα εκπαιδευτικά ατυχήματα εξισώνονται σχεδόν με τις πολεμικές απώλειες. Η Λουφτβάφε λάμπει δια της απουσίας της στο δυτικό μέτωπο.[1] Η συμμαχική υπεροπλία σε θάλασσα και αέρα θεωρείται από τους Γερμανούς δεδομένη. Επιπλέον, ο "πρώτος διδάξας" του κεραυνοβόλου πολέμου με αλεξιπτωτιστές, ο Χίτλερ, δε λαμβάνει καθόλου υπόψη του την ύπαρξή τους στο αντίπαλο στρατόπεδο, παρά το γεγονός ότι ο πιστός του Άλφρεντ Γιοντλ του το υπέδειξε, προτείνοντας να δοθεί βάθος στην παράκτια άμυνα της χερσονήσου του Κοταντέν για ενδεχόμενη απόβαση αερομεταφερομένων δυνάμεων.[10]

Διοίκηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ρόμελ δεν είχε υπό την εποπτεία και τη διοίκησή του παρά μόνο την επίβλεψη και επαρκή οργάνωση της κατασκευής του Τείχους. Η διοίκησή του είχε διαμοιραστεί σε οκτώ τομείς:[11]

  • Στρατιωτική Διοίκηση Νορβηγίας
  • Διοίκηση δυνάμεων Δανίας
  • Διοίκηση Γερμανικού Κόλπου
  • Διοίκηση της Βέρμαχτ στην Ολλανδία
  • Ανώτατη διοίκηση 15 (Ζώνη 15ης Στρατιάς)
  • Ανώτατη διοίκηση 7 (Ζώνη 7ης Στρατιάς)
  • Ανώτατη διοίκηση 1 (Ζώνη 1ης Στρατιάς)
  • Ανώτατη διοίκηση 9 (Ζώνη 19ης Στρατιάς)

Η πολυδιάσπαση αυτή είχε επιβληθεί από τον ίδιο το Χίτλερ, που, όπως προαναφέρθηκε, θέλησε να διοικήσει ο ίδιος τα στρατεύματα που μετείχαν στο δυτικό μέτωπο.[1]

Σημαντικότερες οχυρώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Σερμπούρ: Το κύριο λιμάνι της Νορμανδίας είχε οργανωθεί άριστα και ο διοικητής στρατηγός Καρλ Βίλχελμ φον Σλίμπεν (Karl-Wilhelm von Schlieben) διέθετε 47.000 άνδρες στη χερσόνησο του Κοταντέν. Το λιμάνι είχε υπονομευθεί και πριν παραδοθεί οι κεντρικές εγκαταστάσεις του ανατινάχθηκαν. Επανήλθε σε μερική λειτουργία τον Αύγουστο του 1944.
Οχυρωματική εγκατάσταση στο Σαιν-Μαλό
  • Σαιν-Μαλό: Με διοικητή τον συνταγματάρχη Αντρέας φον Άουλοκ (Andreas Maria Karl von Aulock) που διέθετε 12.000 άνδρες συνολικά αντιστάθηκε, στο οχυρωμένο νησάκι Σεζάμπρ (Cézembre) και μετά την κατάληψη του κυρίως λιμένα για να παραδοθεί λόγω ελλείψεως πυρομαχικών στις 2 Σεπτεμβρίου 1944. Ο φον Άουλοκ, όταν αρχικά του ζητήθηκε να παραδοθεί ύστερα από την απόβαση, απάντησε πως θα υπερασπίσει το Σαιν-Μαλό "ως την τελευταία του πέτρα".
  • Άλντερνεϊ (Alderney): Το βορειότερο από τα νησιά της Μάγχης ήταν τόσο άρτια οχυρωμένο ώστε παραδόθηκε μόνον ύστερα από την παράδοση της Γερμανίας (8/5/1945).
  • Βρέστη: Πολύ καλά οχυρωμένη, άντεξε υπό το στρατηγό Χέρμαν Ράμκε (Hermann-Bernhard Ramcke) ως τις 2 Σεπτεμβρίου 1944. Το λιμάνι καταστράφηκε ολοσχερώς.
  • Λοριάν, Σεν Ναζέρ, Λα Ροσέλ (στην παρακείμενη Λα Παλίς) (βάσεις των γερμανικών υποβρυχίων στη Γαλλία): Παραδόθηκαν μόνον ύστερα από την παράδοση της Γερμανίας (8/5/1945).
  • Χάβρη: Παραδόθηκε ύστερα από τρεις ημέρες σκληρών μαχών με το λιμάνι ημικατεστραμμένο, στις 14/9/1944. Το λιμάνι επαναλειτούργησε τον Οκτώβριο του 1944.
  • Βουλώνη: Εχθροπραξίες άρχισαν στις 7 Σεπτεμβρίου, παραδόθηκε στις 22/9/1944, το λιμάνι λειτούργησε ξανά τον Οκτώβριο.
  • Δουνκέρκη: Αν και απομονώθηκε από τις 13 Σεπτεμβρίου 1944, παραδόθηκε μόνον ύστερα από την παράδοση της Γερμανίας (8/5/1945).
  • Καλαί: Οι παράκτιες πυροβολαρχίες παραδόθηκαν στα μέσα Σεπτεμβρίου, το Καλαί και το Καπ Γκρι-Νε στις 30 Σεπτεμβρίου.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Alan F. Wilt, The Atlantic Wall: Hitler's defenses in the West, 1941-1944, Iowa State University Press, 1975
  • Anthony Saunders, Hitler's Atlantic Wall, Sutton Publishing, 2007
  • George Forty, Fortress Europe: Hitler's Atlantic wall, Wisconsin Univ. Press, 2002
  • Kauffmann, J.E., Jurga, Robert M., Fortress Europe: European Fortifications of World War II, Da Capo Press, 2002 ISBN 0-306-81174-X