Τίκφες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Οι Τίκφες είναι γνωστές για την τεχνητή τους λίμνη και τα τοπικά κρασιά: Σεντέρεφκα, Βράνεκα και Τεμιάνικα

Οι Τίκφες (ή και το Τίκφες) ή Τικφέσι είναι περιοχή της Μακεδονίας, βόρεια της Αλμωπίας, ανατολικά της Δευριόπου και βορειοδυτικά της Παιονίας. Σήμερα ανήκει στην ΠΓΔΜ. Μεγαλύτερη πόλη και ιστορική πρωτεύουσα των Τικφών είναι το Καφαντάρι.

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Τίκφες είναι μια πεδιάδα που βρίσκεται στο νότο της ΠΓΔΜ (και συνορεύει προς νότο με την Ελλάδα), όπου υπάρχει και η ομώνυμη τεχνητή λίμνη. Σημαντικότερες πόλεις των Τικφών είναι το Καφαντάρι και το Νεγκότινο (η αρχαία Αντιγόνεια). Οι Τίκφες είναι διάσημες για το κρασί τους, το γιαούρτι και το ξινόγαλα, αν και το όνομά τους το οφείλουν στις κολοκύθες (τίκφα είναι η κολοκύθα). Η εύφορη πεδιάδα των Τικφών εκτείνεται σε 2.000 τ.χ. περίπου και περιβάλλεται από όρη και υψίπεδα. Αποτελείται από κυματιστούς λόφους με υψόμετρο, κατά μέσο όρο 300 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Το κλίμα χαρακτηρίζεται από μακρά, θερμά καλοκαίρια και ήπιους, βροχερούς χειμώνες. Η άνοιξη είναι σύντομη και δροσερή ενώ το φθινόπωρο πιο εκτεταμένο και θερμό. Η περιοχή παράγει κρασί για πάνω από 2.500 χρόνια. Τοπικές ποικιλίες σταφυλιών είναι σμεντερέφκα, το βράνετς και η τεμιανίκα.

Ιστορικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην αρχαιότητα, την περιοχή κατοικούσαν Παίονες, οι οποίοι βαθμιαία είχαν εξελληνιστεί, όπως μαρτυρούν και επιγραφές στην περιοχή[1]. Εντάχθηκε στο Μακεδονικό βασίλειο και αργότερα στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

Η περιοχή κατά την τουρκοκρατία κατοικούνταν κυρίως από χριστιανούς με ελάχιστους μουσουλμάνους. Στο βόρειο τμήμα επικρατούσαν οι Βούλγαροι, ενώ στο νότιο τμήμα υπήρχε ισχυρή Ελληνική παρουσία[2][3]. Οι σλαβική διάλεκτος που ομιλούσαν οι Τικφαίοι χαρακτηρίζονταν ως "τα καλύτερα βουλγάρικα". Μετά το 1850, οι περισσότεροι κάτοικοι προσήλθαν στην καθολική ουνία. Κατά το Μακεδονικό Αγώνα δρούσαν τρία ντόπια Ελληνικά ένοπλα σώματα κατά των κομητατζήδων: του Αθανάσιου Καπετανόπουλου, του Πέτρου Αβραμίδη[4]και του Ιωάννη Ραδιναλή, καθώς και αρκετά Βουλγαρικά. Κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους καταλήφθηκε από τους Σέρβους και από το 1993 ανήκει στην ΠΓΔΜ. Χαρακτηριστικός είναι ο παραδοσιακός Ελληνικός Τικφαίος χορός, κουτσός (ή τικφέσκος).

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Παίονες ένα αρχαίο ελληνικό φύλο, Η επιγραφή από τις Τίκφες
  2. Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος, Ο βόρειος ελληνισμός κατά την πρώιμη φάση του μακεδονικού αγώνα 1878-1894, Εκδόσεις Σταμούλη, 2004, σσ. 23, 120, 121, 265, 266
  3. Κωνσταντίνος Αποστόλου Βακαλόπουλος, Νεότερη Ιστορία της Μακεδονίας (1830-1912), Από τη γένεση του Νεοελληνικού κράτους ως την απελευθέρωση, ΗΡΟΔΟΤΟΣ, Θεσσαλονίκη, 1999, σελ. 89
  4. Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος, Ο βόρειος ελληνισμός κατά την πρώιμη φάση του μακεδονικού αγώνα 1878-1894, Εκδόσεις Σταμούλη, 2004, σελ. 23

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]