Τάβλι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Το τάβλι είναι επιτραπέζιο παιχνίδι για δύο παίκτες, παραλλαγή του οποίου είναι το δυτικό τάβλι (backgammon). Κάθε παίκτης κατέχει 15 πούλια που κινούνται σε ειδικό ταμπλώ σύμφωνα με τα αποτελέσματα δυο ζαριών. Σκοπός του κάθε παίκτη είναι να μαζέψει πρώτος όλα τα πούλια από το ταμπλώ. Ο παίκτης που ολοκληρώνει πρώτος το μάζεμα είναι και ο νικητής.

Το τάβλι είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο στην Ελλάδα και στην Κύπρο και παίζεται από ανθρώπους κάθε ηλικίας και έχει συνδεθεί με τα καφενεία και τις καφετέριες.


Γενική περιγραφή τού παιχνιδιού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ταμπλώ τού ταβλιού χωρίζεται σε τέσσερις περιοχές με κάθε περιοχή να περιλαμβάνει έξι θέσεις, συνολικά δηλαδή 24 θέσεων, όπως φαίνεται στην εικόνα δεξιά. Κάθε παίκτης έχει μια περιοχή εκκίνησης και η απέναντί της περιοχή είναι η περιοχή μαζέματος του παίκτη. Τα πούλια τού παίκτη κινούνται κυκλικά από την περιοχή εκκίνησης στην περιοχή μαζέματος. Όταν ένας παίκτης έχει όλα του τα πούλια στην περιοχή μαζέματος του επιτρέπεται να ξεκινήσει το μάζεμα.

Τα διάφορα παιχνίδια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τρία βασικά παιχνίδια υπάρχουν: οι Πόρτες (που αντιστοιχεί στο δυτικό τάβλι), το Πλακωτό και το Φεύγα. Επίσης υπάρχει μεγάλη ποικιλία άλλων παιχνιδιών και παραλλαγών όπως το Γκιούλ (το οποίο σε κάποιες περιοχές της Ελλάδας θεωρείται επίσης βασικό) και το Ασσόδυο αλλά και μερικά παιδικά παιχνίδια, όπως τα Βαρελάκια και τα Βατραχάκια που χρησιμοποιούν το ταμπλώ και τα πούλια του ταβλιού.

Σχετικά με τον παράγοντα τύχης, το ζάρι αποτελεί έναν εξωτερικό παράγοντα που μπορεί να ευνοήσει τον έναν ή τον άλλο παίκτη και το τάβλι είναι ένα παιχνίδι τεχνικό αλλά και τυχερό. Από τα προηγούμενα παιχνίδια το πλακωτό γενικά θεωρείται ότι έχει τον σχετικά μικρότερο παράγοντα τύχης, το φεύγα ότι έχει μεγαλύτερο παράγοντα τύχης από το πλακωτό και ότι οι πόρτες ακόμα μεγαλύτερο παράγοντα τύχης (το ασσόδυο ακόμα μεγαλύτερο από τις πόρτες και το γκιούλ είναι καθαρά τυχερό και όχι τεχνικό). Σημειώνεται όμως ότι αυτό σχετίζεται με την δυνατότητα που κατέχει το ζάρι να ευνοεί τον έναν ή τον άλλον παίκτη και όχι με τις τεχνικές απαιτήσεις του κάθε παιχνιδιού. Για παράδειγμα στο πλακωτό ένας παίκτης μπορεί από καθαρή τύχη να φέρει ζάρι και να πλακώσει βαθιά στην περιοχή του αντιπάλου πούλι και να έρθει έτσι σε πολύ πλεονεκτική θέση. Αυτή είναι μια πιθανότητα που δίνει κάπως αυξημένο χαρακτήρα τύχης στο πλακωτό, αλλά οι τεχνικές ικανότητες που απαιτούνται από έναν παίκτη για να έχει πιθανότητα να ανατρέψει αυτήν την δυσμενή θέση ίσως είναι ανώτερες από αυτές που συναντά κάποιος στις πόρτες.

Σχετικά με το είδος των τεχνικών απαιτήσεων οι πόρτες έχουν κάπως περισσότερες απαιτήσεις τακτικής, το πλακωτό κάπως περισσότερες απαιτήσεις στρατηγικής και το φεύγα είναι περισσότερο ισορροπημένο τόσο σε απαιτήσεις τακτικής όσο και στρατηγικής.

Τα συνήθη ματς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καθώς ο χρόνος παιχνιδιού δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλος, το τάβλι συνηθίζεται να παίζεται σε ματς με νικητή όποιον φτάσει πρώτος σε προσυμφωνημένο όριο βαθμών συνήθως 3, 5, 7 ή 11 ανάλογα με πόσο χρόνο επιθυμούν οι παίκτες να διαθέσουν. Χρησιμοποιείται αριθμολογικός κανόνας σύμφωνα με τον οποίο πρέπει να χρησιμοποιείται ως όριο κάποιος πρώτος αριθμός. Το 13 δεν συνηθίζεται πιθανώς επειδή θεωρείται γρουσούζικο αλλά είναι και πολύ μεγάλο (ήδη το 11 θεωρείται μαραθώνιος) ενώ ο επόμενος πρώτος είναι το 17 και ένα ματς στα 17 θα απαιτούσε πάρα πολλές ώρες. Στα ματς και τα τρία παιχνίδια παίζονται εναλλάξ ενώ ο νικητής κάθε παιχνιδιού έχει το πλεονέκτημα της πρώτης ζαριάς στο επόμενο παιχνίδι.

Στο πρώτο παιχνίδι οι παίκτες πρέπει να συμφωνήσουν για το ποιος θα έχει την πρώτη ζαριά. Ένας κοινός τρόπος είναι να ρίχνουν από ένα ζάρι και όποιος φέρει το μεγαλύτερο αποτέλεσμα έχει την πρώτη ζαριά. Αν φέρουν το ίδιο αποτέλεσμα, ξαναρίχνουν. Εδώ υπάρχουν δυο παραλλαγές:

  1. Η ζαριά που καθορίζει τον πρώτο παίκτη μετράει και ως η πρώτη ζαριά
  2. Ο παίκτης που έφερε το μεγαλύτερο ξαναρίχνει τα ζάρια για να παίξει

Πρέπει να σημειωθεί ότι οι δυο τρόποι δεν είναι ισοδύναμοι, καθώς ο πρώτος τρόπος αποκλείει την πιθανότητα διπλής ως πρώτη ζαριά. Καθώς οι διπλές ως πρώτη ζαριά θεωρούνται κατά μέσον όρο καλύτερες από τις υπόλοιπες, αυτό είναι ένα μειονέκτημα του πρώτου παίκτη, που θεωρείται ότι μετριάζει το γενικότερο πλεονέκτημα της πρώτης ζαριάς μειώνοντας κάπως τον παράγοντα τύχη. Με τη λογική της μείωσης του παράγοντα της τύχης κατά την έναρξη ενός ματς, συνηθίζεται τα παιχνίδια να παίζονται με τη σειρά φεύγα-πλακωτό-πόρτες. Το φεύγα μπαίνει πρώτο παιχνίδι της σειράς και η ζαριά που αναδεικνύει τον παίκτη που παίζει πρώτο μετράει ως η πρώτη ζαριά, αποκλείοντας από τον πρώτο παίκτη να φέρει πεντάρες οι οποίες θα τον έβαζαν στην περιοχή του αντιπάλου με την πρώτη ζαριά. Αυτό επιτρέπει στο δεύτερο παίκτη να πάρει πίσω το πλεονέκτημα που στερήθηκε, φέροντας αυτός πεντάρες.

Στους επίσημους αγώνες, καθώς είναι επιθυμητός ο μετριασμός της πιθανής εύνοιας της τύχης, η πρώτη ζαριά δίνεται εναλλάξ σε κάθε παίκτη (ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα του κάθε παιχνιδιού) και συχνά ακολουθείται η προηγούμενη διαδικασία για την πρώτη ζαριά, παρόλο που δεν παίζει κανένα ρόλο για τον καθορισμό του παίκτη που παίζει πρώτος.

Ιστορία του ταβλιού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το τάβλι στην αρχαιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το τάβλι είναι ίσως το αρχαιότερο παιχνίδι που επιζεί μέχρι και τις ημέρες μας, αφού η πρώτη του εμφάνιση μαρτυρείται στη Μεσοποταμία, την περίοδο περίπου 2900 με 1800 πΧ. Ο Άγγλος αρχαιολόγος Σερ Λέοναρντ Γούλεϋ ανακάλυψε κατά τη διάρκεια ανασκαφών στην Ουρ της Χαλδαίας ένα στολισμένο ταμπλό παιχνιδιού, το οποίο φαίνεται πως είναι το αρχαιότερο ταμπλό τάβλι.

Ένα παρόμοιο παιχνίδι φαίνεται πως παιζόταν και στην Αρχαία Αίγυπτο, το Senet ή "παιχνίδι των τριάντα τετραγώνων". Και τα δύο παραπάνω παιχνίδια είχαν κάπως διαφορετικό ταμπλό από το σημερινό τάβλι: αποτελούταν από τρεις σειρές των δέκα τετραγώνων, τη μία δίπλα στην άλλη, όμως φαίνεται πως η φιλοσοφία ήταν η ίδια. Οι παίκτες είχαν πέντε πούλια ο καθένας, και ξεκινώντας από αντίθετες πλευρές του ταμπλό, έπρεπε να τα φτάσουν στην άντίθετη άκρη και να τα βγάλουν από το ταμπλό πριν από τον αντίπαλο. Αντί για ζάρια, οι Αιγύπτιοι χρησιμοποιούσαν τέσσερις βέργες με δύο πλευρές, και προχωρούσαν ένα πούλι ανάλογα με το συνδυασμό των πλευρών των βεργών.

Άλλο ένα αρχαίο παιχνίδι σχετικό με το τάβλι που είναι άξιο αναφοράς είναι το Τακτέ Νάρντ. Ήταν περσικό, παιζόταν περίπου το 1600 πΧ και έμοιαζε πολύ περισσότερο με το σημερινό τάβλι. Είχε 24 σημεία και 30 πούλια, 15 άσπρα και 15 μαύρα, και ένα ζευγάρι ζάρια. Το όνομά του σήμαινε «Μάχη σε ξύλο» και μεταφέρθηκε στην Ευρώπη από τους Άραβες.

Αργότερα το παιχνίδι εμφανίζεται στην Ελλάδα (με το όνομα Πεσσοί) και στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (με το όνομα Ludus Duodecim Scriptorum - παιχνίδι των δώδεκα γραμμάτων). Τα δύο αυτά παιχνίδια έχουν την ίδια μορφή με το αρχαιότερο, που βρέθηκε στη Μεσοποταμία, δηλαδή τρεις σειρές από 12 τετράγωνες θέσεις (ή 12 σειρές των τριών θέσεων, από όπου η λατινική εκδοχή παίρνει το όνομά της).

Το 50 μΧ περίπου, το παιχνίδι απλοποιήθηκε: αφαιρέθηκε η μεσαία σειρά θέσεων και απέμειναν οι δύο ακριανές, και όπως φαίνεται επιτράπηκε σε μία θέση να είναι περισσότερα από ένα πούλια, οπότε και το τάβλι άρχισε να παίρνει μια μορφή πλησιέστερη στη σημερινή.

Το τάβλι στο Μεσαίωνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Απεικόνιση του 13ου αιώνα από τα Κάρμινα Μπουράνα.

Στο Μεσαίωνα πλέον, το παιχνίδι ήταν αρκετά γνωστό στην Ευρώπη, και είχε αποκτήσει δική του ονομασία και φήμη σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες. Μερικά από τα ονόματά του ήταν «Tables» (Αγγλία), «Tavola Reale» (Ιταλία), «Tablas Reales» (Ισπανία). Ωστόσο είναι σημειωτέο ότι παρά τη δημοτικότητά του, το τάβλι κατά περιόδους απαγορεύτηκε ή κατακρίθηκε από την Εκκλησία σε κάποιες χώρες, καθώς είχε χαρακτήρα τυχερού παιχνιδιού. Ο Λουδοβίκος ο Θ' της Γαλλίας, το 1254 απαγόρευσε στους αυλικούς να παίζουν τάβλι, και στη συνέχεια έκανε το ίδιο σε όλους τους υπηκόους του.

Το γνωστότερο παράδειγμα αντίδρασης κατά του ταβλιού είναι η διαταγή του Καρδινάλιου Γουόλσεϋ, της αυλής του Χένρυ του Η', το 1526, να καούν όλα τα ταμπλό του ταβλιού. Οι Άγγλοι παίκτες του παιχνιδιού σκέφτηκαν να καμουφλάρουν το ταμπλό κατασκευάζοντάς το αναδιπλούμενο, για να μοιάζει χοντρικά με βιβλίο. Σε αυτή την ιδέα οφείλει το σημερινό ταμπλό τη μορφή του.

Τυποποίηση του παιχνιδιού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το εξώφυλλο της Πραγματείας του Έντμουντ Χόιλ

Τον 18ο αιώνα, το τάβλι είχε ανέβει στα μάτια της Εκκλησίας, και πλέον θεωρούταν εποικοδομητικός τρόπος να περνά κανείς το χρόνο του. Έτσι, το 1743 ο Έντμουντ Χόιλ (Edmund Hoyle), γνωστός Άγγλος ειδικός επιτραπέζιων παιχνιδιών, εξέδωσε μια "Πραγματεία πάνω στο παιχνίδι του ταβλιού" (συνεχίζοντας τις πραγματείες του για άλλα δημοφιλή παιχνίδια της εποχής, όπως το whist, το σκάκι και άλλα), τυποποιώντας τους κανόνες του παιχνιδιού και υποδεικνύοντας τακτικές για βέλτιστο παιχνίδι, οι οποίες είναι γενικά παραδεκτές ως χρήσιμες, ακόμα και σήμερα.

Το παιχνίδι έφτασε στην Αμερική ταυτόχρονα με την Ευρώπη. Οι λογαριασμοί εξόδων του Τόμας Τζέφερσον το 1776, περίπου τον καιρό που έγραφε την Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας δείχνουν κέρδη και απώλειες από παιχνίδια ταβλιού.

Σε αυτή την περίοδο το παιχνίδι πήρε και το σημερινό του (διεθνές) όνομα: στα μέσα του 17ου αιώνα, οι Σάξονες το ονόμασαν «bac» (πίσω) - «gamen» (παιχνίδι), επειδή όταν ένα πούλι «πιάσει» ένα άλλο, αυτό επιστρέφει πίσω στην αρχή.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην σύγχρονη Ελλάδα, το τάβλι ως επιτραπέζιο παιχνίδι, σύμφωνα με την με αριθμό 10703/1947 Απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, έχει συμπεριληφθεί στα "τεχνικά παίγνια". Η χρήση του επιτρέπεται ελεύθερα σε δημόσιους χώρους, (καφενεία, λέσχες κ.λπ.), πλην όμως η διάθεση αυτού επαφίεται στη κρίση του εκάστοτε υπεύθυνου του χώρου επειδή καθίσταται συχνά θορυβώδες.

Χρήσιμοι σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει λήμμα που έχει σχέση με το λήμμα: