Σύμβαση Άκκερμαν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Το φρούριο Άκκερμαν

Η Σύμβαση Άκκερμαν, ή Σύμβαση της Άκκερμαν, ήταν μια διμερής συμφωνία – συνθήκη που συνομολογήθηκε μεταξύ της Ρωσικής και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στις 7 Οκτωβρίου (ν.ημερ.) του 1826 στην παράλια πόλη Άκκερμαν (*) της Βεσσαραβίας, παρά τις εκβολές του Δνείστερου, εξ ου και η ονομασία της.

Οι διαπραγματεύσεις στην Άκκερμαν ξεκίνησαν στις 1/13 Ιουλίου του 1826 μεταξύ των Ρώσων, Κόμη Βαρουτζόφ, και του πρέσβη κόμη Ριβοπιέρρο και των Οθωμανών απεσταλμένων Χαλέτ Εφέντη και Ιμπραήμ Εφέντη, εκπροσωπώντας αντίστοιχα τον Τσάρο Νικόλαο Α΄ και τον Σουλτάνο Μαχμούτ Β΄.

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Σύμβαση αυτή ουσιαστικά επικύρωνε τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1812) και η Υψηλή Πύλη αναγνώριζε το δίκαιο όλων των ρωσικών αιτημάτων και των διατάξεων περί Μολδαβίας και Βλαχίας.
Σημειώνεται ότι πριν τη συνομολόγηση της συνθήκης αυτής, μετά από ρωσικό τελεσίγραφο που είχε προηγηθεί, στις 5/17 Μαρτίου (1826), με προθεσμία εκτέλεσης απαιτήσεων έξι εβδομάδων, η Οθωμανική Αυτοκρατορία με επίσημη πράξη της στις 11 Μαΐου του ίδιου έτους, (περίπου 5 μήνες πριν τη συνομολόγηση της παρούσας), είχε υποσχεθεί ν΄ αποκαταστήσει τα πράγματα στη Σερβία, σύμφωνα με τα από του 1820 υποβληθέντα αιτήματα. Σ΄ αυτά περιλαμβάνονταν κυρίως ο καθορισμός των συνόρων του σερβικού Πριγκιπάτου, όπως ήταν επί Καραγιώργη, ο καθορισμός του φόρου υποτέλειας, η αναγνώριση του Μίλος Ομπρένοβιτς ως κληρονομικού Πρίγκιπα της Σερβίας και κυβερνήτη της χώρας από κοινού με τη Γερουσία, αναγνώριση του δικαιώματος των Σέρβων να ανοικοδομούν ελεύθερα εκκλησίες και σχολεία, καθώς επίσης και απαγόρευση σε Μουσουλμάνους να εγκαθίστανται στη χώρα εκτός από τους ήδη εγκατεστημένους στις πόλεις της Σερβίας.

Εκτός όμως των παραπάνω που προβλέπονταν στη Συνθήκη του Βουκουρεστίου, στο ρωσικό τελεσίγραφο διατυπώνονταν και ιδιαίτερες άλλες απαιτήσεις όπως η προ του 1821 αποκατάσταση του κρατούντος καθεστώτος των Ηγεμονιών, η άμεση απελευθέρωση των από του 1820 κρατουμένων στη Κωνσταντινούπολη Σέρβων προκρίτων, καθώς και την αποστολή Τούρκων πληρεξουσίων στην παρά τα ρωσικά σύνορα πόλη Άκκερμαν προς συνέχιση με Ρώσους αντιπροσώπους των συνομιλιών που είχαν ξεκινήσει το 1816 και είχαν διακοπεί το 1821, (μετά τις μεγάλες σφαγές Έλλήνων χριστιανών που σημειώθηκαν το έτος εκείνο), για εξομάλυνση των ρωσοτουρκικών σχέσεων, καταλήγοντας πως αν στο παρεχόμενο χρονικό περιθώριο των έξι εβδομάδων δεν εκπλήρωνε τίποτα η Υ. Πύλη θα ανακαλούταν ο Ρώσος επιτετραμμένος από την Κωνσταντινούπολη.

Αποδοχή του τελεσιγράφου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β΄

Τόσο για την Οθωμανική Αυτοκρατορία με την τότε κατάσταση που επικρατούσε όσο και για τον ίδιο τον Σουλτάνο η αποδοχή των όρων του ρωσικού τελεσιγράφου είχε καταστεί αμείλικτη ανάγκη.
Ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β΄ την εποχή εκείνη είχε στρέψει όλη του τη προσοχή στην εξόντωση των Γενιτσάρων, οι δε Ηγεμονίες ήταν σχεδόν έρημες από τουρκικά στρατεύματα, ένα μεγάλο μέρος των οποίων απασχολούνταν στην Επανάσταση των Ελλήνων, καθώς και στις ανατολικές περιοχές της Αυτοκρατορίας, αλλά ούτε και χρόνος υπήρχε για συγκρότηση και οργάνωση νέων στρατιωτικών μονάδων για την αντιμετώπιση του ρωσικού κινδύνου. Επί πλέον, το γεγονός ότι το τελεσίγραφο δεν ανέφερε τίποτα περί του ελληνικού ζητήματος, που βρισκόταν σε εξέλιξη, ανάγκασε τελικά την Υ. Πύλη να ενδώσει και ν΄ αποδεχθεί τους όρους του, υπακούοντας εν προκειμένω και στις παραινέσεις της Αυστρίας προς αποφυγή νέου ρωσοτουρκικού πολέμου. Την αυτή όμως θέση φέρεται να υποστήριξαν και οι λοιποί αντιπρόσωποι των άλλων Μεγάλων Δυνάμεων όπως και αυτός της Αγγλίας.

Αποτέλεσμα αυτών ήταν τελικά η Υ. Πύλη ν΄ απαντήσει θετικά στο ρωσικό τελεσίγραφο με αποδοχή των όρων, δηλώνοντας την αποδοχή της με πράξη στις 11 Μαΐου (ν.ημερ.), όπου και έσπευσε να γνωρίσει τόσο προς τη Ρωσία όσο και προς τις άλλες Δυνάμεις, αναγγέλλοντας την προσεχή έναρξη των διαπραγματεύσεων με τη δήλωση ότι ο Σουλτάνος σκοπεύει να ενεργήσει "μετ΄ αποφασιστικότητας και ενεργητικότητας εφόσον δύναται να οδηγήσει σε ασφαλή επιτυχία".

Όροι της σύμβασης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Σύμβαση Άκκερμαν περιελάμβανε τα ακόλουθα οκτώ άρθρα καθώς και προσαρτήματα οροθεσίας, διευκρινήσεων και μικτών επιτροπών:

  • Με το 1ο άρθρο αναγνωριζόταν και επικυρωνόταν η Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1912) "ως να είχε αυτή καταχωρηθεί αυτολεξεί στη παρούσα σύμβαση".
  • Το 2ο άρθρο επέβαλε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία την υποχρέωση να εκτελέσει επί των νήσων του Δούναβη που βρίσκονται έναντι των παρόχθιων λιμένων της Ισμαήλ (ή Ισμαηλίας) και της Κυλίας, τις αποφάσεις που είχαν ληφθεί στη ρωσοτουρκκή Συμφωνία Κωνσταντινούπολης (1817) "περί του ακατοίκητου αυτών και της χρήσης των ως οροθεσία".
  • Το 3ο άρθρο αναφερόταν στις Ηγεμονίες, έναντι των οποίων η Υψηλή Πύλη υποχρεωνόταν να εφαρμόσει πιστά όλες τις περί προνομίων αυτών συνθήκες, και μάλιστα με χρονικό περιθώριο εντός εξαμήνου από της επικύρωσης της παρούσας, να ανανεώσει τα Χάττ-ι-Σερίφ που είχε εκδώσει το 1802 και που προέβλεπαν τα σχετικά με Μολδαβία και Βλαχία προνόμια. Με ειδική επί τούτου στο άρθρο αυτό συμφωνία καθιερωνόταν οι Οσποδάροι να εκλέγονται από τους εντοπίους Βογιάρους "σύμφωνα με την παλαιά συνήθεια της χώρας" για μια επταετία, χωρίς ν΄ αποκλείεται η περαιτέρω επανεκλογή τους. Οι Οσποδάροι θα κανονίζουν από κοινού μαζί με τους Βογιάρους του Διβανίου τα διάφορα τέλη και τον ετήσιο φόρο της Μολδαβίας και της Βλαχίας, καθώς και τον αριθμό των Τούρκων στρατιωτών.
  • Το 4ο άρθρο κατοχύρωνε το επίμαχο ζήτημα που αναφάνηκε με τα ασιατικά φρούρια που παραμένουν "ως έχουν ήδη", δηλαδή υπό ρωσική κατοχή, τα οποία υπόψη κατείχε από τον πριν τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου ρωσοτουρκικό πόλεμο, καταργουμένου έτσι του άρθρου 6 εκείνης, όπου η Ρωσία υποχρεώνονταν να τα επιστρέψει στην Τουρκία, με συνέπεια και τα σύνορα να επανέλθουν στα προ του πολέμου όρια.
  • Το 5ο άρθρο επικύρωνε όλες τις γενόμενες με τη Συνθήκη Βουκουρεστίου παραχωρήσεις προς τη Σερβία, με την υποχρέωση της Υ. Πύλης εντός 18 μηνών να λάβει όλα τα κατάλληλα μέτρα για την εφαρμογή τους, συντάσσοντας επ΄ αυτού πρόσθετη συμφωνία.
  • Το 6ο άρθρο καθόριζε την υποχρέωση της Υ. Πύλης να αποζημιώσει τη Ρωσία για τις ζημίες που είχε υποστεί το εμπορικό ναυτικό της από το 1821, αλλά και όσες υπέστη ιδιαίτερα από το 1806 από τους πειρατές της Βερβερίας (Μπαρμπαριάς). Στο άρθρο αυτό προβλεπόταν η σύσταση ειδικής μικτής επιτροπής που θα καθόριζε το ύψος της αποζημίωσης και το οποίο θα κατέβαλε στη συνέχεια η Τουρκία στη Ρωσία ολόκληρο εντός 18 μηνών.
  • Το 7ο άρθρο, προτελευταίο, κρίνεται ιδιαίτερα σπουδαίο τόσο κατά θέματα εμπορίου όσο και κατά έννοιες Διεθνούς Δικαίου. Συγκεκριμένα η Υ. Πύλη αναλάμβανε την υποχρέωση, αφενός μεν, σε εκτέλεση της "Περί εμπορίου σύμβασης", του άρθρου 7 της Συνθήκης του Ιασίου (1792) και του άρθρου 12 της Συνθήκης του Βουκουρεστίου, να παρέχει πλήρη προστασία των ρωσικών εμπορικών πλοίων, το εμπόριο και τη ναυπήγηση αυτών κατά πειρατών της Βερβερίας και να αποδώσει αμέσως όλα τα υπό ρωσική σημαία πλοία που έχει συλλάβει ή κατασχέσει, αφετέρου δε, υποχρεωνόταν να τηρήσει όλες τις διατάξεις της περί εμπορίου σύμβασης, αίροντας κάθε εμπόδιο κατά της "ελευθερίας ναυσιπλοΐας" των ρωσικών πλοίων σε όλες τις τουρκικές θάλασσες, αποζημιώνοντας ταυτόχρονα τους Ρώσους υπηκόους για τις ζημίες που είχαν υποστεί ένεκα αυτών. Επίσης δια του ίδιου άρθρου η Τουρκία αναγνώριζε τον "διά του Ευξείνου Πόντου ελεύθερο διάπλου" για οποιασδήποτε σημαίας πλοία, οποιουδήποτε κράτους και αν φέρουν.
  • Το 8ο άρθρο και τελευταίο όριζε ότι η επικύρωση της σύμβασης αυτής που προσαρτάται στη Συνθήκη του Βουκουρεστίου, ως "επεξηγηματική και συμπληρωματική της" θα λάβει χώρα εντός τεσσάρων εβδομάδων, το αργότερο, από την κατάρτισή της.

Κατόπιν των παραπάνω:

  • Η αυτονομία της Σερβίας υπό μορφή Πριγκιπάτου θα υλοποιηθεί εντός 18μήνου, το αργότερο, από τη συνομολόγηση.
  • Παραχωρείται στον Τσάρο το δικαίωμα επέμβασης τόσο στη Μολδαβία όσο και στη Βλαχία, από τις οποίες προβλέπεται η αποχώρηση όλων των οθωμανικών στρατευμάτων και φρουρών, παραδίδοντας τον έλεγχο τριών παραδουνάβιων νησίδων, προ λιμένων, στη Βλαχία.
  • Η Ρωσική Αυτοκρατορία προσαρτά οριστικά μεσημβρινοανατολικές ακτές του Ευξείνου που κατείχε η Οθωμανική Αυτοκρατορία στρατιωτικά.
  • Οι Σέρβοι αποκτούν ελευθερία μετακινήσεων εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
  • Οι Ρώσοι υπήκοοι που διαμένουν οπουδήποτε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία θα απολαμβάνουν κάθε εμπορική ελευθερία.

Παρατηρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τις συζητήσεις που διεξάχθηκαν μεταξύ των δύο πλευρών για την συνομολόγηση της παρούσης συνθήκης δεν θίχτηκε κανένα ζήτημα που ν΄ αφορούσε την Ελλάδα, ή τους Έλληνες που τελούσαν ακόμα υπό Επανάσταση. Το γεγονός αυτό εκλήφθηκε από την Υψηλή Πύλη, κατ΄ ερμηνεία του Μέττερνιχ, ότι η Ρωσία εγκατέλειπε το Πρωτόκολλο της Πετρούπολης (1826) (που κάτι είχε ακούσει, αλλά τίποτα δεν είχε δημοσιευτεί) και ότι το ελληνικό ζήτημα θα λυνόταν στα πεδία των μαχών αισιοδοξώντας να δοθεί έτσι τέλος σ΄ αυτό.

Μετά την υπογραφή της συνθήκης αυτής η Ρωσία κατείχε πλέον δύο πολύ σοβαρά έγγραφα που αφορούσαν την Βαλκανική. Το Πρωτόκολλο της Πετρούπολης, που είχε συνάψει με την Αγγλία και που αφορούσε την Ελλάδα, και που παρέμενε μυστικό, και την παρούσα Συνθήκη Άκκερμαν που αφορούσε τη Σερβία και την Μολδοβλαχία.

Εξελίξεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φλεγόμενος ο τουρκικός στόλος στον όρμο του Ναυαρίνου, 20 Οκτ. 1827

Μετά τη συνομολόγηση και επικύρωση της εν λόγω συνθήκης, όπου και άρχισαν να τρέχουν οι προθεσμίες εκτέλεσης των συμφωνημένων, ένα χρόνο ακριβώς μετά, στις 20 Οκτωβρίου του 1827 συνέβη η Ναυμαχία του Ναυαρίνου με καταστρεπτικές συνέπειες του οθωμανικού στόλου. Το γεγονός ότι σ΄ αυτή συμμετείχε και η Ρωσία εξώθησε τον Σουλτάνο να αποκηρύξει τη σύμβαση αυτή "ως μη υπάρχουσα" καθώς και άλλες συνθήκες που είχαν συνομολογηθεί με τις άλλες Δυνάμεις.
Συνέπεια αυτού ήταν να ακολουθήσει ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος (1828–1829) που ξεκίνησε στις 26 Απριλίου του 1828.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

(*) Η Άκκερμαν ήταν η παλαιότερη ονομασία της σημερινής πόλης Μπιέλγκοροντ Ντνιεστρόφσκι της Ουκρανίας. Η ονομασία της άλλαξε το 1944. Πρόκειται για αρχαία ελληνική πόλη που έφερε το όνομα Τύρας και αργότερα Λευκόπολις.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια" τομ.Γ΄, σελ.111-112.
  • Π. Καρολίδης "Ιστορία του ΙΘ΄ αιώνος" τομ.3, Αθήναι 1892, τομ.2ος, σελ.592.
  • Σ. Λάσκαρης "Διπλωματική Ιστορία της Ευρώπης 1814-1914" Αθήναι 1936, σελ.55
  • Δ. Ζάγκλης "Η Μακεδονία του Αιγαίου και οι Γιουγκοσλάβοι" Αθήναι 1975, σελ.185.
  • Επ. Κυριακίδης "Ιστορία του Σύγχρονου Ελληνισμού 1832-1892" Αθήναι 1892, σελ.199.
  • Χαρ. Νικολάου "Διεθνείς Συνθήκες" Αθήνα 1996, σελ.82-83.