Συντεχνία (Ελλάδα)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η συντεχνία αποτελούσε θεσμό οργανωμένο πάνω στα απομεινάρια προηγούμενων εργατικών σχημάτων (των βυζαντινών συστημάτων). Αποτελούσε βασική παραγωγική μονάδα της οθωμανικής αυτοκρατορίας που έπαιζε παρ' όλα αυτά πολλαπλούς ρόλους στην κοινότητα. Η κάλυψη των αναγκών της κοινότητας, η διατήρηση των μονοπωλίων, και η συνέχιση της παράδοσης αποτελούσαν βασικούς λόγους της υπάρξής της. Τις συντεχνίες (ή ισνάφια από το αραβικό esnaf) στελέχωναν οι σταθερά εγκατεστημένοι τεχνίτες των πόλεων, ενώ διακρίνονταν από τις συντροφίες (ή μπουλούκια) που αποτελούνταν από πλανόδιους τεχνίτες οι οποίοι δεν είχαν σταθερό χώρο εργασίας. Οι διάφορες μορφές του θεσμού, οι τρόποι των ποικίλων οργανώσεών του, η δράση του και η σημαντική επαγγελματική και εμπορική του ανάπτυξη και εξάπλωση, αποτελούν ιδιαίτερα ευρύ θέμα, καθώς στάθηκε μια από τις χαρακτηριστικές εκδηλώσεις της ελληνικής προβιομηχανικής κοινωνίας.

Κοινοτικό πνεύμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας οι οικισμοί, τα χωριά και οι πόλεις ανέπτυξαν ένα κοινοτικό πνεύμα που εγγυάτο τη συνοχή τους. Η συνοχή αυτή ήταν αποτέλεσμα των παραγωγικών, κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων που αναπτύσσονταν μέσα στην κοινότητα. Την περίοδο αυτή οι Έλληνες επαγγελματίες και έμποροι στήριζαν την κοινωνική τους οργάνωση στις συντεχνίες ή 'ισνάφια[1]. Σε αυτές οι οικονομικές λειτουργίες-δραστηριότητες, (παραγωγή) ξεκινούσαν από την διευρυμένη οικογένεια και βασίζονταν σε μια αρχή κοινοκτημοσύνης που σήμαινε συνιδιοκτησία μέσων παραγωγής, εκμετάλλευση από κοινού της περιουσίας, συνεργασία σε όλες τις δραστηριότητες και κοινωνικοποίηση δηλαδή ίση κατανομή του εισοδήματος. Οι συντεχνίες ρύθμιζαν την ποιότητα των προσφερομένων προϊόντων και υπηρεσιών, όριζαν τις τιμές και φρόντιζαν για την ομαλή ζωή των μελών τους. Όμοια με τις κοινότητες συνέβαλλαν στην οικονομική, διοικητική και πολιτική αυτονομία των μελών τους.

Η δομή της συντεχνίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη δομή της, η συντεχνία, αποτελείται από τρεις βασικούς συντελεστές: τον μάστορα, τον κάλφα το βοηθό του μάστορα και το τσιράκι ή μαθητευόμενο. Αρχηγός της συντεχνίας ήταν ο πρωτομάστορας, ο εκλεγμένος εκπρόσωπός της και μεσολαβητής μεταξύ των Τούρκων και των Ελλήνων. Πέραν της φροντίδας για τη συλλογή των φόρων, ήταν υπεύθυνος για τη σύναψη συμφωνιών μεταξύ των μαστόρων[2], καθόριζε τις τιμές των ειδών που κατασκεύαζαν ή εμπορεύονταν, όριζε τα ημερομίσθια, εξασφάλιζε γρήγορη και συμφέρουσα προμήθεια των πρώτων υλών από τους τόπους της παραγωγής τους και μεριμνούσε για τη δίκαιη κατανομή τους[3]. Τα περισσότερα ισνάφια διέθεταν μεγάλα οικονομικά αποθέματα που ήταν αποτέλεσμα της μηνιαίας ή ετήσιας εισφοράς των μελών.

Διοίκηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η διοίκηση της συντεχνίας στηρίχθηκε αρχικά σε άγραφους νόμους, οι οποίοι καθόριζαν με σαφήνεια τα δικαιώματα και τα καθήκοντα των αρχηγών, των μαστόρων και των τεχνιτών. Η πολυσχιδής όμως δράση και η αύξηση των μελών των συντεχνιών, οδήγησε στην ανάγκη δημιουργίας καταστατικών, τα οποία εγκρίνονταν πρώτα στη γενική συνέλευση της συντεχνίας και στη συνέχεια επικυρώνονταν από την Εκκλησία[4]. Ο ρόλος των συντεχνιών δεν περιορίστηκε μόνο στα επαγγελματικά ζητήματα, αλλά προεκτάθηκε σε μια ευρύτερη κοινωνική δράση. Ανέδειξαν τη συνεργατική ιδέα, υπηρετώντας ταυτόχρονα τον κοινωνικό τομέα σύμφωνα με το παράδειγμα των Αδελφάτων ή Αδελφοτήτων[5], διατηρώντας ταμείο αλληλεγγύης για την υποστήριξη των μελών σε περίπτωση ανάγκης. Παράλληλα είχαν και τον έλεγχο στην εκπαίδευση. Η ομάδα του κάθε μάστορα συνδεόταν με δεσμούς πατριαρχικής ιεραρχίας. Η τέχνη περνούσε από γενιά σε γενιά και για να γίνει κανείς τεχνίτης, έπρεπε να ξεκινήσει ως μαθητευόμενος από πολύ μικρή ηλικία.

Μονοπώλιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι συντεχνίες μονοπωλούσαν το επάγγελμά τους και το κάθε επάγγελμα απαρτιζόταν από διάφορες ειδικότητες, η κάθε μια είχε ξεχωριστή συντεχνία. Το ισνάφι π.χ. των χρυσοχόων διακρινόταν στην Πόλη σε είκοσι πέντε ειδικότητες, π.χ. χρυσικούς ή αργυροχόους που είχαν ειδικευτεί σε μια συγκεκριμένη τεχνική. Περίπτωση σχηματισμού συντεχνίας από άλλες παρεμφερείς ειδικότητες είναι αυτή των τεκτόνων, που αποτελείτο από τεχνίτες ειδικευμένους στην οικοδομική: χτιστάδες, σοβατζήδες, νταμαρτζήδες, μαρμαράδες–πελεκάνους, μαραγκούς κ.ά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η συντεχνία των μαστόρων–χτιστάδων στα Ιωάννινα, που αποτελείτο από 450 περίπου μέλη.

Οι μεγάλες συντεχνίες ήκμασαν κυρίως στις πόλεις που ήταν συγκοινωνιακοί κόμβοι. Εκεί συγκέντρωναν τα βιοτεχνικά προϊόντα της οικιακής ή εργαστηριακής τέχνης που παράγονταν στα χωριά. Συντεχνίες αναπτύχθηκαν και σε περιοχές που δεν ήταν αστικά κέντρα, όπως η Χίος και τα Αμπελάκια, τα οποία ήταν οργανωμένα συνεταιρικά με έμπορους, κεφαλαιούχους και τεχνίτες- μάστορες. Ωστόσο σε ορισμένες περιοχές το σύστημα των συντεχνιών οργανώθηκε σε ακόμη μεγαλύτερους σχηματισμούς, δημιουργώντας ιδιαίτερες κοινότητες που αυτοδιοικούνταν με πνεύμα δημοκρατικό και συνεταιρικό.

Στην πορεία του χρόνου οι συντεχνίες, αν και έπαψαν να υφίστανται -στην πρωτογενή μορφή τους τουλάχιστον-, ως απότοκες οργανώσεις αστικής προβιομηχανικής ζωής μετεξελίχθηκαν για να αντιμετωπίσουν τις αλλαγές που επέφερε ο εκβιομηχανισμός στην Ελλάδα στα τέλη του του 19ου και του 20ου αιώνα

Παραπομπή - σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Οι συντεχνίες στα χρόνια της τουρκοκρατίας είναι περισσότερο γνωστές με την τουρκική ονομασία ισνάφ (σινάφι) και λιγότερο με τα βυζαντινά τους ονόματα: σύστημα, σωματείο, συντεχνίες. Βλ. Σπαθάρη-Μπεγλίτη Ε., 95.
  2. και τη στενή παρακολούθησή τους τόσο στη ζωή όσο και στη δουλειά τους. Βλ. Χατζημιχάλη Αγγ., 284.
  3. Ακόμη και ο φτωχότερος μάστορας δικαιούτο πρόσβαση στις πρώτες ύλες. Βλ. Χατζημιχάλη Αγγ., 283
  4. Συχνά στις μεγάλες πόλεις απαντάται κοινό καταστατικό ανάμεσα σε συντεχνίες, κάτι που είναι χρήσιμο για να λαμβάνουν όλες μαζί κοινές αποφάσεις στα σοβαρά ζητήματα της πολιτείας. Παράδειγμα, ο κοινός κανονισμός των συντεχνιών της Θεσσαλονίκης, επικυρωμένος από τον Μητροπολίτη. Γνωστά για τα καταστατικά τους είναι επίσης Αμπελάκια.
  5. Τα Αδελφάτα είναι σωματεία που αντλούν την καταγωγή τους από τη βυζαντινή εποχή. Ήταν προσκολλημένα στο έργο της εκκλησίας και ο σκοπός τους ήταν περιορισμένος σε σχέση με εκείνον των συντεχνιών, ενίοτε καθαρά θρησκευτικός και φιλανθρωπικός.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Σπαθάρη-Μπεγλίτη Ε. 2002, «Συντεχνίες: μια μορφή κοινωνικής οργάνωσης των παραδοσιακών τεχνιτών- επαγγελματική συνοχή και κοινωνική αλλληλεγγύη» στο Δημόσιος και Ιδιωτικός Βίος Βίος στην Ελλάδα ΙΙ: Οι Νεότεροι Χρόνοι, Τόμ. Β, E.A.Π., Πάτρα.
  • Χατζημιχάλη Αγγ. 1953, «Μορφές από τη σωματειακή οργάνωση των Ελλήνων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία: Οι συντεχνίες-Τα ισνάφια», L’ Hellenisme Contemporain, Αθήνα.[1]
  • Παπαγεωργίου Γεώργιος, Η μαθητεία στα επαγγέλματα (16ος-20ος αιώνας), Ιστορικό αρχείο ελληνικής νεολαίας, Γενική γραμματεία Nέας Γενιάς, Αθήνα 1986[2]
  • Μαροπούλου Μαρίνα, Η δικαιική διάσταση του συντεχνιακού φαινομένου στην Τουρκοκρατία, Πρακτικά Γ’ Συμποσίου Λαογραφικού Μουσείου Στεμνίτσας, Αθήνα, 2002, σ. 67-77

Δικτυακοί τόποι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]