Συνθήκες του Λοκάρνο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Με τον όρο Συνθήκες του Λοκάρνο είναι γνωστές επτά συνολικά συμφωνίες που συνάφθηκαν στο Λοκάρνο της Ελβετίας κατά το χρονικό διάστημα από 5 έως 16 Οκτωβρίου 1925. Τυπικά η υπογραφή τους έγινε στο Λονδίνο την 1η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους. Στόχος των συμφωνιών ήταν να εξομαλυνθούν οι σχέσεις μεταξύ νικητών και ηττημένων του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και ιδιαίτερα με τη Γερμανία, η οποία τότε βρισκόταν υπό το καθεστώς της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και την ηγεσία του Γκούσταφ Στρέζεμαν (Gustav Stresemann). Το βασικό θέμα των συνθηκών ήταν η οριστικοποίηση των συνόρων των κρατών, όπως είχαν διαμορφωθεί με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών. Με τις συνθήκες τα ευρωπαϊκά σύνορα διακρίθηκαν σε δύο «κατηγορίες»: Τα δυτικά της Γερμανίας (αυτά εγγυήθηκαν οι Συνθήκες του Λοκάρνο) και τα ανατολικά, τα οποία παρέμεναν προς διαπραγμάτευση.

Γκούσταφ Στρέζεμαν

Περιεχόμενο και συμβαλλόμενοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η βασική συνθήκη ήταν το αποκαλούμενο «Σύμφωνο της Ρηνανίας». Υπογράφηκε μεταξύ Γερμανίας, Γαλλίας, Βελγίου, Ηνωμένου Βασιλείου (με εκπρόσωπο τον Όστεν Τσάμπερλεν (Austen Chamberlain)) και Ιταλίας. Ο Στρέζεμαν πρότεινε ότι η Γαλλία, η Γερμανία και το Βέλγιο θα έπρεπε να αναγνωρίσουν ως μόνιμα τα σύνορα που είχαν συμφωνηθεί στη Συνθήκη των Βερσαλλιών. Αυτή η πρόταση περιλάμβανε την υπόσχεση ότι η Γερμανία δεν θα έστελνε στρατεύματα στη Ρηνανία, ενώ αναγνώριζε ως μόνιμη την προσάρτηση της Αλσατίας - Λωρραίνης στη Γαλλία. Ο Γάλλος υπουργός εξωτερικών Αριστίντ Μπριάν (Aristide Bruant) συμφώνησε με τις προτάσεις του Στρέζεμαν και προσυπέγραψε τη συνθήκη.[1] Οι τρεις πρώτοι συμβαλλόμενοι ανέλαβαν την υποχρέωση μη επίθεσης του ενός στον άλλο, ενώ οι άλλες δύο χώρες υπέγραψαν ως εγγυήτριες. Σε περίπτωση επίθεσης κάποιας από τις τρεις, οι εγγυήτριες δυνάμεις αναλάμβαναν την υποχρέωση βοήθειας προς τη χώρα που θα είχε υποστεί την επίθεση.[2]

Αριστίντ Μπριάν

Οι υπόλοιπες έξι συνθήκες δέσμευαν τις εμπλεκόμενες χώρες για ειρηνική διευθέτηση διεθνών ζητημάτων και καθόριζαν κανόνες επιδιαιτησίας για την επίλυσή τους. Η Γερμανία συμφώνησε να σεβαστεί αυτούς τους κανόνες όσον αφορούσαν στη Γαλλία, το Βέλγιο, την Πολωνία και την Τσεχοσλοβακία.

Αλεξάντερ Σκρζίνσκι

Παρά ταύτα, η Γερμανία δεν ήταν πρόθυμη να εγκαταλείψει τις διεκδικήσεις της στα ανατολικά της σύνορα με την Πολωνία και την [Τσεχοσλοβακία. Ο Στρέσεμαν είπε για το Λοκάρνο: «Για εμένα, οι συνθήκες του Λοκάρνο διευρύνουν την πιθανότητα ανάκτησης από την Πολωνία των γερμανικών περιοχών στα ανατολικά». Οι δυτικές δυνάμεις, (και ιδιαίτερα η Γαλλία) θέλοντας να διασφαλίσουν έναντι της Γερμανίας τόσο την Τσεχοσλοβακία όσο και την Πολωνία[3], υπέγραψαν με αυτές χωριστές συνθήκες, με τις οποίες αναλάμβαναν την υποχρέωση παροχής βοήθειας σε περίπτωση επίθεσης, οι οποίες, στην πραγματικότητα, δεν αποτελούσαν παρά επαναβεβαίωση των ήδη υφιστάμενων συνθηκών που είχαν υπογραφεί στις 19 Φεβρουαρίου 1921 (Πολωνία) και 25 Ιανουαρίου 1924 (Τσεχοσλοβακία). Την Πολωνία εκπροσώπησε ο Αλεξάντερ Σκρζίνσκι (Aleksander Skrzyński).

Συνέπειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι συνθήκες του Λοκάρνο αποτέλεσαν τον ακρογωνιαίο λίθο του βελτιωμένου πολιτικού κλίματος της περιόδου 1925-1930 στην Ευρώπη, καθώς σε αυτές βασίστηκε η ελπίδα για παγκόσμια ειρήνη. Το πολιτικό κλίμα διαπνεόταν από το «πνεύμα του Λοκάρνο», που επαυξήθηκε με την είσοδο της Γερμανίας στην Κοινωνία των Εθνών και την επακόλουθη απόσυρση των συμμαχικών στρατευμάτων από τη δυτική Ρηνανία, που ολοκληρώθηκε το 1930.

Αντίθετα, στην Πολωνία οι συνθήκες του Λοκάρνο είχαν ως συνέπεια την πτώση της κυβέρνησης Γκράμπσκι και την επιδείνωση των σχέσεων της χώρας με τη Γαλλία, παρά το σύμφωνο συμμαχίας που είχαν συνυπογράψει οι δύο χώρες και επέφεραν κλίμα δυσπιστίας στην Πολωνία απέναντι στις δυτικές δυνάμεις. Η διάκριση των γερμανικών συνόρων σε «δυτικά» (που είχαν διασφαλιστεί από τις συνθήκες) και «ανατολικά» (που παρέμεναν ανοικτά προς διαπραγμάτευση), προκάλεσαν τη δήλωση του Γιόζεφ Μπεκ «Από τη Γερμανία ζητήθηκε επισήμως να επιτεθεί προς ανατολάς, με αντάλλαγμα την ειρήνη προς δυσμάς». Για την Πολωνία οι συνθήκες του Λοκάρνο αποτελούσαν διπλωματική ήττα πρώτου μεγέθους και θεωρούνται ένας από τους αποφασιστικούς παράγοντες που οδήγησαν τον Γιόζεφ Πιλσούντσκι στην κατάλυση του κοινοβουλευτισμού στη χώρα. Ο ίδιος είχε δηλώσει: «Κάθε έντιμος Πολωνός φτύνει όταν ακούει τη λέξη Λοκάρνο». Λίγο καιρό αργότερα, όταν ο Γάλλος πρέσβης του είπε ότι η Γαλλία θα βρίσκεται στο πλευρό της Πολωνίας και θα σταθεί εμπόδιο στις γερμανικές βλέψεις, ο Πιλσούντσκι απάντησε: «Όχι, πιστέψτε με, αν έρθει αυτή η στιγμή θα κάνετε πίσω, είμαι βέβαιος». Ο Πολωνός ηγέτης επρόκειτο να δικαιωθεί μερικά χρόνια αργότερα: Όταν η Ναζιστική Γερμανία εισέβαλε στην Πολωνία τον Σεπτέμβριο του 1939, «η Γαλλία και η Βρετανία δεν το κουνούν από τη θέση τους»[4]. Παρ' ότι η εισβολή στην Πολωνία οδήγησε τη Γαλλία και τη Βρετανία να κηρύξουν πόλεμο στη Ναζιστική Γερμανία, έκαναν ελάχιστα για να βοηθήσουν την Πολωνία. Οι συνθήκες του Λοκάρνο είχαν αποδειχθεί «κενό γράμμα».

Σημαντική απουσία από τις διαπραγματεύσεις και τις συνθήκες αποτελεί η Σοβιετική Ένωση. Η Μόσχα διείδε στις συνθήκες αυτές την εμβάθυνση της πολιτικής της απομόνωσης στην Ευρώπη. Εν τω μεταξύ ο Στρέζεμαν απεβίωσε το 1929 και οι διάδοχοί του ήταν πολύ λιγότερο συνεργάσιμοι. Η κατάσταση χειροτέρευσε με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία το 1933, καθώς και η σημαντικότερη συνθήκη, αυτή της Ρηνανίας, παραβιάστηκε κατάφωρα στις 7 Μαρτίου 1936, όταν η Γερμανία απέστειλε στρατεύματα στην αποστρατιωτικοποιημένη Ρηνανία. Οι προσπάθειες των τότε ηγετών που συνυπέγραψαν τις συνθήκες του Λοκάρνο επιβραβεύτηκαν με βραβεία Νόμπελ: Το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης του 1925 απονεμήθηκε στον Σερ Όστεν Τσάμπερλεν, ενώ του 1926 μοιράστηκαν ο Αριστίντ Μπριάν και ο Γκούσταφ Στρέζεμαν.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Spartacus SchoolNet
  2. HowStuffWorks History
  3. Πλήρες κείμενο της διμερούς συνθήκης, Mount Holyoke College
  4. Ραιημόν Καρτιέ, Ιστορία του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, Πάπυρος, Αθήνα, 1964