Συμμαχικό Συμβούλιο Ελέγχου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Το μέγαρο Kammergericht στο Βερολίνο, έδρα του ACC

Το Συμμαχικό Συμβούλιο Ελέγχου (αγγλ. Allied Control Council, ACC, ενίοτε και Allied Control Authority,, γερμαν. Alliierter Kontrollrat) ήταν το κυβερνητικό σώμα στρατιωτικής κατοχής που συστάθηκε μετά την άνευ όρων παράδοση της Ναζιστικής Γερμανίας που επέφερε τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου στην Ευρώπη. Μέλη του ήταν οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Σοβιετική Ένωση. Αργότερα προστέθηκε και η Γαλλία με δικαίωμα ψήφου, χωρίς όμως ανάθεση καθηκόντων. Το Συμβούλιο είχε ως έδρα το Βερολίνο - Σένεμπεργκ (Berlin-Schöneberg) και ήταν ο μηχανισμός που επέτρεψε τη συνέχιση της ύπαρξης της Γερμανίας ως χώρας. Τo Συμβούλιο απαρτιζόταν από τους Ανώτατους Στρατιωτικούς Διοικητές κάθε ζώνης κατοχής.[1]

Η πρώτη συνεδρίαση του Συμβουλίου πραγματοποιήθηκε στις 30 Αυγούστου 1945 με την εξής σύνθεση: Στρατάρχης Γκεόργκι Ζούκοφ εκ μέρους της ΕΣΣΔ, Στρατάρχης Μπέρναρντ Μοντγκόμερυ εκ μέρους του Ηνωμένου Βασιλείου, Στρατηγός Ντουάιτ Αϊζενχάουερ εκ μέρους των ΗΠΑ και Στρατηγός Ζαν ντε Λατρ ντε Τασινύ (Jean de Lattre de Tassigny) εκ μέρους της Γαλλίας. Το Συμβούλιο, για όσο χρόνο λειτούργησε, εξέδωσε μια σειρά από διατάγματα και νομοθετικές ρυθμίσεις, οι οποίες σήμερα βρίσκονται αρχειοθετημένες σε εννέα τόμους. Αυτά αποτέλεσαν τις προσπάθειες του Συμβουλίου να κυριαρχήσει σε μια κατεχόμενη χώρα, της οποίας όλοι οι θεσμοί είχαν καταρρεύσει.[2] Βασικές επιδιώξεις του ήταν η εξάλειψη του γερμανικού μιλιταρισμού, η διάλυση των μονοπωλίων και η αποναζιστικοποίηση.[1]

Σύμφωνα με το έγγραφο που φυλάσσεται στη βιβλιοθήκη του Φράνκλιν Ρούζβελτ, οι σκοποί του Συμβουλίου καθορίζονται ως εξής:

  1. Η εξασφάλιση της απαραίτητης ομοιογένειας δράσεων μεταξύ των στρατιωτικών διοικητών των αντίστοιχων τομέων κατοχής
  2. Η εκπόνηση σχεδίων και η εφαρμογή των ήδη ειλημμένων αποφάσεων επί στρατιωτικών, πολιτικών και οικονομικών θεμάτων οι οποίες επηρεάζουν τη Γερμανία ως σύνολο επί τη βάσει οδηγιών που λαμβάνει κάθε Διοικητής από την Κυβέρνησή του.
  3. Ο έλεγχος της γερμανικής Κεντρικής Διοίκησης, η οποία θα λειτουργεί υπό τη διεύθυνση του ACC και θα είναι υπεύθυνη για την ευθυγράμμιση των ενεργειών της σύμφωνα με τις οδηγίες του.
  4. Να διευθύνει τη διοίκηση του "κεντρικού Βερολίνου" μέσω των κατάλληλων οργάνων.[3]

Το Συμβούλιο, έτσι όπως είχε καθοριστεί να λειτουργήσει ήδη από τη Διάσκεψη του Πότσδαμ απαιτούσε ομοφωνία μεταξύ των τεσσάρων μελών του. Ωστόσο, με την αντικατάσταση του Ρούζβελτ από τον Χάρι Τρούμαν από τα τέλη Απριλίου 1945 το κλίμα τόσο των ΗΠΑ όσο και της Βρετανίας απέναντι στον Στάλιν άλλαξε. Οι σχέσεις μεταξύ των χωρών άρχισαν να ψυχραίνονται (αργότερα θα ξεσπάσει αυτό που χαρακτηρίστηκε ως Ψυχρός Πόλεμος) και το ίδιο συνέβη και με τη συνεργασία των μελών του Συμβουλίου. Είχε αρχίσει να γίνεται εμφανής η διαφορά πολιτικής μεταξύ των κυβερνήσεων, καθεμιά από τις οποίες είχε διαφορετικά συμφέροντα. Οι Αμερικανοί και οι Βρετανοί είχαν αρχίσει να αυτενεργούν στις ζώνες τους, προκειμένου να λύσουν τα ζητήματα που ανέκυπταν. Το 1946 η Βρετανία αποδέχτηκε την αμερικανική πρόταση συγχώνευσης των δύο ζωνών στον τομέα της οικονομίας, πράγμα που υλοποιήθηκε από την 1η Ιανουαρίου 1947. [4] Ήδη από τον Σεπτέμβριο του 1946 είχε ανακύψει η πρώτη σημαντική διαφωνία σχετικά με την κατανομή του βιομηχανικού άνθρακα στις τέσσερις ζώνες κατοχής. Βέβαια, το 1947 είχαν ήδη συσταθεί οι τοπικές γερμανικές κυβερνήσεις και μεγάλο τμήμα της διοίκησης είχε ήδη περάσει σε γερμανικά χέρια: Τον Ιούνιο του 1946 εξελέγησαν τα πρώτα τοπικά κοινοβούλια (Landtage) στην αμερικανική ζώνη, για να ακολουθήσουν τα αντίστοιχα στη βρετανική ζώνη (Απρίλιος 1947) και στη γαλλική (Μάιος 1947).[4]

Τον Ιανουάριο του 1948 άλλαξε ο συσχετισμός δυνάμεων στο Γερμανικό Οικονομικό Συμβούλιο της Αγγλοαμερικανικής ζώνης: Τα μέλη του αυξήθηκαν σε 104 και συστάθηκε ένα δεύτερο επιμελητήριο, με την επωνυμία Länderrat, στο οποίο μετείχαν δύο μέλη από κάθε ομόσπονδο κρατίδιο. Σκοπός αυτών των ενεργειών ήταν να σχηματιστεί ένας πυρήνας για τη μέλλουσα γερμανική κυβέρνηση. Καταρτίστηκε, επίσης, σχέδιο ώστε να συμπεριληφθεί σε αυτήν και η γαλλική ζώνη κατοχής τον Ιούνιο του ίδιου έτους.

Η Σοβιετική πλευρά απείχε από όλες αυτές τις διαδικασίες. Προχώρησε, μάλιστα, σε αποκλεισμό του Βερολίνου, με στόχο να εκδιώξει από αυτό τις τρεις δυτικές δυνάμεις. Αυτές, με τη σειρά τους, προχώρησαν σε αποκλεισμό της Σοβιετικής ζώνης και οργάνωσαν αερογέφυρα για τον ανεφοδιασμό του δυτικού Βερολίνου. Ο αποκλεισμός αυτός διήρκεσε σχεδόν ενάμιση χρόνο και άρθηκε από τη Σοβιετική πλευρά μόλις τον Μάιο του 1949. Σιωπηρά, το Βερολίνο διαιρέθηκε σε δύο ζώνες, το δυτικό (υπό τη διοίκηση των δυτικών δυνάμεων) και το ανατολικό (υπό Σοβιετική διοίκηση).

Το Συμμαχικό Συμβούλιο Ελέγχου δεν λαμβάνει πλέον σχεδόν καμία απόφαση, καθώς δεν υπάρχει ομοφωνία των εκπροσώπων σε αυτό. Οριστική διάλυσή του σηματοδοτείται στις 20 Μαρτίου 1948, οπότε ο Σοβιετικός εκπρόσωπος Βασίλι Σοκολόβσκι αποχωρεί από αυτό σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Η διάλυση αυτή σηματοδοτούσε, με τη σειρά της, τον διαμελισμό της Γερμανίας σε Ανατολική και Δυτική.[5]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]