Συμβούλιο των Δέκα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
"Οι Δέκα" στον πίνακα του Φρανθέσκο Χάγιεθ, Ο Θάνατος του Δόγη Μαρίνο Φαλιέρο (1867)

Το Συμβούλιο των Δέκα, ή απλώς γνωστό ως οι Δέκα, ήταν, από το 1310 ως το 1797, ένα από τα σημαντικότερα κυβερνητικά σώματα της Δημοκρατίας της Βενετίας του οποίου οι περισσότερες συνεδριάσεις ήταν μυστικές. Αν και ορισμένες πηγές φαίνεται να δείχνουν ότι το Συμβούλιο των Δέκα ήταν γενικώς αποδεχτό στην Βενετία, υπάρχει και ο αντίλογος. Για παράδειγμα, στα τέλη του 16ου αιώνα, συμμάχησε με την Εταιρεία του Ιησού και, μαζί της, πολέμησε τις φιλελεύθερες ιδέες που διαχέονταν από το Πανεπιστήμιο της Πάδοβας στα πλαίσια ενός ευρύτερου πολιτισμικού πολέμου.

Καταβολές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Συμβούλιο των Δέκα ιδρύθηκε στις 10 Ιουλίου 1310. Αρχικώς, ο ρόλος του ήταν προσωρινός ώστε να καταστείλει την εξέγερση της οποίας ηγούνταν ο Μπαχαμόντε Τιεπόλο ενάντια στον Δόγη, ενώ του δόθηκαν εξουσίες εκτάκτων αναγκών ώστε να είναι σε θέση να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την εξέγερση. Αν και αρχικώς είχε ιδρυθεί με χρονοδιάγραμμα δύο μηνών, η εξουσία του δεν έπαψε να ανανεώνεται, μέχρις ότου έγινε μόνιμο κυβερνητικό όργανο της Δημοκρατίας το 1334.

Σύνθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Συμβούλιο από καταβολής αποτελούνταν από δέκα μέλη, τα οποία εκλέγονταν για θητεία μονοετούς διάρκειας από το Μεγάλο Συμβούλιο. Στην πράξη, τα μέλη του επεκτάθηκαν στα 17 με την προσθήκη του Δόγη και άλλων αξιωματούχων προερχόμενων από την Σινιορία. Για τις σημαντικότερες υποθέσεις, ο αριθμός μπορούσε να αυξηθεί παραπάνω με την ορκωμοσία πρόσθετων Γερουσιαστών, η οποίοι αποτελούσαν την zonta. Ωστόσο, το συγκεκριμένο μέτρο χρησιμοποιούνταν σπάνια μετά το 1583.

Τα μέλη του Συμβουλίου δεν μπορούσαν να εκλεγούν για δύο συνεχόμενες θητείες, ούτε ήταν δυνατό να εκλεγούν ταυτόχρονα δύο μέλη ίδιας οικογένειας.

Την ηγεσία του Συμβουλίου είχαν τρεις Capi, οι οποίοι εκλέγονταν μεταξύ των δέκα μελών για θητεία μονομηνούς διάρκειας. Στη διάρκεια του μηνός κατά τον οποίο υπηρετούσαν, ήταν έγκλειστοι στο Παλάτι των Δόγηδων ώστε να αποφευχθεί το ενδεχόμενο διαφθοράς και χρηματισμού τους.

Δραστηριότητες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Συμβούλιο είχε αρχικά την αρμοδιότητα της διατήρησης της ασφάλειας της Δημοκρατίας και την προστασία της κυβέρνησης από τις εξεγέρσεις και τον χρηματισμό και την διαφθορά. Ωστόσο, το μικρό του μέγεθος και η ικανότητά του να παίρνει σε σύντομο χρονικό διάστημα αποφάσεις το οδήγησε στο να έχει αυξημένες αρμοδιότητες, με αποτέλεσμα έως το 1457 να έχει σχεδόν τον πλήρη έλεγχο επί του συνόλου των κυβερνητικών υποθέσεων. Ειδικότερα, επέβλεπε τις διπλωματικές και μυστικές υπηρεσίες, διαχειριζόταν τις στρατιωτικές της υποθέσεις, και αναλάμβανε δικαστικές και νομοθετικές υποθέσεις, συμπεριλαμβανομένων των sumptuariae leges. Το Συμβούλιο πραγματοποίησε επίσης πολυάριθμες, αν και στις περισσότερες περιπτώσεις αποτυχημένες, απόπειρες καταπολέμησης διάφορων αμαρτημάτων, ειδικότερα τα χαρτοπαίγνια, εντός της Δημοκρατίας.

Κρατικοί Ανακριτές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1539, το Συμβούλιο ίδρυσε τους Κρατικούς Ανακριτές, ένα δικαστικό όργανο το οποίο αποτελείτο από τρεις δικαστές οι οποίοι είχαν επιλεγεί από τα μέλη του για να αντιμετωπίσουν υποθέσεις σχετικές με την ασφάλεια του κράτους. Οι Ανακριτές είχαν εξουσία ίση με αυτή του συνόλου του Συμβουλίου των Δέκα, ενώ μπορούσαν να δικάζουν και να τιμωρούν όσους κατηγορούνταν για προδοσία, ανεξάρτητα από το κυβερνητικό όργανο στο οποίο υπάγονταν. Ώστε να έχουν μεγαλύτερη επιτυχία σε αυτές τους τις δραστηριότητες, οι Ανακριτές δημιούργησαν ένα ευρύ δίκτυο κατασκόπων και πληροφοριοδοτών, τόσο εντός της Βενετίας όσο και εκτός αυτής.

Απόπειρες μεταρρύθμισης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αυξανόμενη δύναμη του Συμβουλίου των Δέκα προκάλεσε ανησυχία εντός των τάξεων των υπολοίπων κυβερνητικών οργάνων της Δημοκρατίας, ειδικότερα μετά την, κατόπιν πίεσης των Δέκα, παραίτηση του Δόγη Φραντσέσκο Φοσκάρι το 1457. Το 1468, το Μεγάλο Συμβούλιο επεχείρησε να χαλιναγωγίσει αυτό που θεωρούσε ως έναν δεσποτικό τρόπο διακυβέρνησης από την πλευρά των Δέκα περνώντας ένα νόμο που περιόριζε τους Δέκα στο να έχουν διοικητικές αρμοδιότητες μονάχα σε καιρούς κρίσεων, αλλά αυτοί οι περιορισμοί ποτέ δεν υλοποιήθηκαν στην πράξη.

Ρενιέρ Ζεν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1627, ο Ρενιέρ Ζεν, ένας από τους Capi των Δέκα, ξεκίνησε μια εκστρατεία ενάντια αυτού που θεωρούσε ως δεσποτισμό και χρηματισμό από την πλευρά του Συμβουλίου. Η άμεση δικαιολογία για την διαμαρτυρία του ήταν η αναποφασιστηκότητα του Συμβουλίου να τιμωρήσει συγγενικά πρόσωπα του Δόγη Τζιοβάνι Κορνάρο τα οποία είχαν εκλεγεί σε ορισμένα πόστα σε πλήρη αντίθεση με τον ισχύοντα νόμο της Βενετίας. Στις 27 Οκτωβρίου, ο Ζεν προκάλεσε οχλαγωγία σε συνεδρίαση του Μεγάλου Συμβουλίου κατηγορώντας την οικογένεια των Κορνάρο για χρηματισμό. Αν και οι εκλογές για το αξίωμα του Δόγη τελικώς ακυρώθηκαν, δεν κατάφερε να επιτύχει περαιτέρω τιμωρία της οικογένειας.

Στις 30 Δεκεμβρίου, ο Ρενιέρ Ζεν δέχτηκε επίθεση από μασκοφορεμένους δολοφόνους, στους οποίους βρέθηκε αργότερα ότι περιλαμβανόταν και ο Τζιόρτζιο Κορνάρο, ο γιος του Δόγη. Στη συνεδρίαση της 23ης Ιουλίου 1628, ο Ζεν απαίτησε την εφαρμογή των προβλεπόμενων από τον νόμο διαδικασιών, ισχυριζόμενος ότι ο Δόγης και οι Δέκα υπονόμευαν την διακυβέρνηση της Δημοκρατίας. Αργότερα την ίδια ημέρα, οι Δέκα συγκεντρώθηκαν και αποφάσισαν κατόπιν ψηφοφορίας την σύλληψη και εξορία του Ρενιέρ Ζεν.

Σε εκείνο το σημείο το Μεγάλο Συμβούλιο ξεκίνησε να κινητοποιείται, αναθέτοντας σε μια ειδική επιτροπή νομοθετών να εξετάσουν προτάσεις για μεταρρύθμιση. Έως τον Σεπτέμβριο, ωστόσο, είχε μεγάλο φόρτο από διαδικαστικά ζητήματα, κι ενώ συγχώρεσε τον Ζεν, απέτυχε να περάσει κάποια αξιόλογη μεταρρύθμιση. Οι Δέκα έχασαν το δικαίωμα ελέγχου των αποφάσεων του Μεγάλου Συμβουλίου, ενώ η zonta έπαψε να υφίσταται, αλλά οι υπόλοιπες εξουσίες τους παρέμειναν ως είχαν.

Παρακμή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά το δεύτερο μισό του 17ου αιώνα η δύναμη του Συμβουλίου ξεκίνησε να ασθενεί. Αν και εξακολούθησε να διατηρεί τις τυπικές του αρμοδιότητες, κατέστη εξαιρετικά ανίκανο στην πρόληψη του χρηματισμού, τόσο εντός του ιδίου όσο και εντός της Δημοκρατίας. Έως τον 18ο αιώνα ο ρόλος του είχε περιοριστεί σημαντικά στο καταπνιγμό των διάφορων μικροσυνομοσιών των Barnabotti, αν και οι Δέκα συνέχισαν να επιδιώκουν την επανάκτηση της ισχύος τους μέχρι την πτώση της Δημοκρατίας και την διάλυση του Συμβουλίου το 1797.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Norwich, John Julius (1989). A History of Venice. New York: Vintage Books. ISBN 0-679-72197-5.

Περαιτέρω Ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επειδή το παρόν λήμμα δεν έχει καμία σημείωση και μόλις μία δευτερογενή πηγή, όχι μόνο μπορεί η οπτική του γωνία να είναι μονομερής, αλλά και ορισμένες θέσεις που εκφράζονται εντός αυτούς ενδέχεται να είναι μονομερείς. Άλλες πηγές μπορεί να είναι χρήσιμες.

  • Muir, Edward. "The Culture Wars of the Late Renaissance: Skeptics, Libertines, Opera". London: Cambridge University Press, 2007. (See especially Chapter 3.)