Συμβιβασμός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση



Ο Συμβιβασμός είναι γενικός όρος που απαντάται (και εξετάζεται) ιδιαίτερα στη Κοινωνιολογία, στις Πολιτικές επιστήμες, στο Διεθνές Δίκαιο και στη Διπλωματία.

Ο όρος «Συμβιβασμός», (Compromise), δεν έχει προσλάβει κάποια εξειδικευμένη έννοια στους κλάδους των Κοινωνικών επιστημών. Έτσι κρίνεται ικανοποιητικός ο ορισμός του λεξικού Webster: Διευθέτηση με διαιτησία ή συγκατάθεση που όμως επέρχεται με αμοιβαίες υποχωρήσεις – ή αμφοτερόπλευρος μετριασμός ακραίων αξιώσεων ή δικαιωμάτων που καταλήγουν σε «συμφωνία».

Επί των παραπάνω όμως η λέξη «διαιτησία» (arbitration) έχει προκαλέσει και προκαλεί πολλές αντιρρήσεις εκ μέρους των μελετητών του Διεθνούς Δικαίου και Διεθνών Σχέσεων.

Κοινωνιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο όρος «Συμβιβασμός», (Compromise) στη Κοινωνιολογία υποδηλώνει μια υπο-διαδικασία “εναρμόνισης” (accommodation), ή μια μορφή συντονισμένης εναρμόνισης κατά την διευθέτηση, ή ακόμη την συναρμογή των συγκρούσεων (conflicts) μεταξύ ομάδων. (π.χ. για να αποφύγουν τον άκαρπο αγώνα τα αντίπαλα μέρη δέχονται κάποιο συμβιβασμό με αμοιβαία κάποια υποχώρηση). Αυτό δε αποτελεί και το σύνηθες επιζητούμενο από τα εκάστοτε Προεδρεία Σωματείων σε παράστασή τους σε Υπουργεία αμφίρροπα.

Πολιτικές Επιστήμες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τον κλάδο της πολιτικής επιστήμης αξιόλογη προσοχή έχει δοθεί στον όρο «Συμβιβασμός», (Compromise), σαν μορφή «εναρμόνισης στη πολιτική διαδικασία» (political process), και εδώ το νόημα του όρου είναι αυτό που περιέχεται στις πολιτικές ρυθμίσεις όπως οι γνωστοί ιστορικοί συμβιβασμοί: ο Μέγας Συμβιβασμός στη Συνέλευση της Φιλαδέλφειας (όπου καταρτίσθηκε το Σύνταγμα των ΗΠΑ) ή ο Συμβιβασμός του Μισούρι το 1820, και εκείνος του 1850 με το ζήτημα της δουλείας.

Διεθνές Δίκαιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αντίθετα με τα παραπάνω στο Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο (Public International Law) γίνεται διαχωρισμός του όρου μεταξύ των μεθόδων που ακολουθούνται για την ειρηνική διευθέτηση των διαφορών. Αυτές οι μέθοδοι διακρίνονται αφενός σε εξισορρόπηση των πολιτικών συντελεστών (ειρηνικές), αφετέρου σε κάποια νομική απόφαση.
Έτσι οι όροι «διεξαγωγή συνομιλιών» (negotiation), οι «καλές υπηρεσίες» (good offices), η «μεσολάβηση» (mediation), και η «συνδιαλλαγή» (concillation) αποτελούν ονομασίες των ειδικών τύπων της ειρηνικής διευθέτησης που ανήκουν στη πρώτη ομάδα. Ενώ η «επιδίκαση» (adjudication) υπάγεται στη δεύτερη ομάδα. Σ΄ αυτή λοιπόν τη δεύτερη ομάδα προτιμούν πολλοί μελετητές και συγγραφείς να υπάγεται και η έννοια της «διαιτησίας» (arbitration) που αναφέρθηκε στο πρόλογο.

Διπλωματία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενώ και η Διπλωματία (Diplomacy) ακολουθεί πιστά τα διαλαμβανόμενα στο Διεθνές Δίκαιο σχετικά με τον όρο «Συμβιβασμός», (Compromise), όπως παραπάνω, στη πράξη έχει μερικές φορές φανεί ότι αν και οι διαιτητικές αποφάσεις εκδίδονται με βάση το ισχύον δίκαιο, είναι επίσης δυνατό να στηρίζονται σε «συμβιβασμούς» που επηρεάζονται όμως πολύ ισχυρά από πολιτικούς συντελεστές και γι΄ αυτό δεν έχουν παρά ασήμαντη σχέση με την επιδίκαση.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]