Συγκριτικό δίκαιο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Με τον όρο Συγκριτικό Δίκαιο χαρακτηρίζεται γενικά η συστηματική σύγκριση διαφόρων αλλοεθνών νομικών θεσμών με κύριο σκοπό την παρακολούθηση της εξέλιξης του Δικαίου γενικά, αλλά και την βελτίωση του υφιστάμενου μιας χώρας.

Το Συγκριτικό Δίκαιο είναι σχετικά σύγχρονος κλάδος της νομικής επιστήμης που δημιουργήθηκε κατά το 2ο μισό του 20ου αιώνα. Η αναγνώριση της σημασίας του δικαίου αυτού από πολιτικούς επιστήμονες οδήγησε στη δημιουργία πολυάριθμων ιδρυμάτων, συνεδρίων αλλά και πλήθος σχετικών δημοσιευμάτων.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Απαρχές του Συγκριτικού Δικαίου απαντώνται στους μεγάλους αρχαίους Έλληνες νομοθέτες του 6ου αιώνα π.Χ., όπως π.χ. ο Σόλων (στην Αθήνα), ο Λυκούργος στην αρχαία Σπάρτη, που προσπάθησαν να δημιουργήσουν νόμους μετά από συγκριτική μελέτη ξένης νομοθεσίας. Ομοίως και η δημιουργία της Δωδεκαδέλτου των Ρωμαίων που δημιουργήθηκε από τη νομοθεσία των πόλεων της Σικελίας περί τον 4ο αιώνα π.Χ. Αποκορύφωμα ενός πρώιμου Σ.Δ. θεωρείται εκείνο του Αριστοτέλη που προκειμένου να συντάξει ένα τέλειο σύνταγμα λέγεται ότι μελέτησε την ακολουθούμενη νομοθεσία (συντάγματα) 158 περίπου χωρών.

Παρά ταύτα η ανάπτυξη αυτού του είδους Δικαίου είχε από ανέκαθεν ένα μεγάλο φραγμό το Εθιμικό Δίκαιο όπου κατά την αρχαιότητα έφερε και ιερό χαρακτήρα. Σήμερα ίσως να χαρακτηρίζεται κάθε εμπόδιο ανάπτυξής του «στενότητα αντίληψης» (όπως π.χ. οι πατροπαράδοτοι κανόνες, συνηθέστερα κοινωνικής συμπεριφοράς).
Έτσι καθ΄ όλη τη διάρκεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας αλλά και του Μεσαίωνα δεν υπήρξε καμία πρόοδος στη τεχνική αυτή, της νομικής σύγκρισης, αφού κύριος φραγμός ήταν το τότε υφιστάμενο Κανονικό Δίκαιο (εκκλησιαστικό) που κυριαρχούσε σε όλους τους τομείς.

Μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα η μελέτη αλλά και η επιδίωξη δικαιοσύνης μέσα από παραπομπές ενός πλήθους εθιμικών κανόνων που τις περισσότερες φορές ήταν αναχρονιστικοί ή ατελείς ή αρχαϊκοί θεωρούνταν αδιανόητες. Εκείνο όμως που αποτέλεσε την αφετηρία του Συγκριτικού Δικαίου ήταν ανεπιφύλακτα η Κωδικοποίηση του Δικαίου που ξεκίνησε τον ίδιο αιώνα η οποία και αποτέλεσε τελικά το εθνικό νομικό «στάτους» της κάθε χώρας.

Μέθοδοι Συγκρ. Δ.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είναι γεγονός ότι τα εθνικά νομικά συστήματα που υφίστανται σήμερα ανά τη υφήλιο είναι πολύ περισσότερα ακόμη και από τα ίδια τα έθνη που αντιπροσωπεύονται στον ΟΗΕ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν γενικά τα ομοσπονδιακά κράτη, όπως οι ΗΠΑ όπου κάθε πολιτεία της διατηρεί διάφορο νομικό καθεστώς, χωρίς να έχουν πετύχει μια εσωτερική νομική ενοποίηση. Συνέπεια όλων αυτών είναι ότι η μελέτη τω νομικών συστημάτων να καθίσταται ένα πολύ δύσκολο και επίπονο έργο. Παρά ταύτα οι υφιστάμενες διαφορές κρίνονται κατά κλάδο (κώδικα ποινικό, αστικό κ.λπ.) που οι διαφορές δεν είναι μεγάλες και άλλες που διαφέρουν απόλυτα, ένεκα καθεστώτων ή περίεργων θρησκευτικών εθίμων περισσότερο.

Έτσι διακρίνονται δύο είδη συγκριτικής έρευνας η "μικροσύγκριση"" όπου αναλύονται οι νόμοι ίδιας νομικής οικογένειας, εξετάζοντας υπάρχουσες καινοτομίες και δυνατότητες εφαρμογών αυτών σε άλλες νομοθεσίες, και στη "μακροσύγκριση" που ερευνώνται ειδικότερα τα συστήματα με τις μεγαλύτερες διαφορές. Στους νομικούς ερευνητές περισσότερο ελκυστική μέθοδος φαίνεται η πρώτη, ενώ αντίθετα η δεύτερη φαίνεται περισσότερο προσφιλής σε κοινωνιολόγους, φιλοσόφους του Δικαίου και αντίστοιχους ιστορικούς ερευνητές.