Στρατόπεδο συγκέντρωσης Ντρανσύ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Το Ολοκαύτωμα (Φάσεις)

Το στρατόπεδο συγκέντρωσης Ντρανσύ ήταν στρατόπεδο αρχικά κράτησης και στη συνέχεια διαμεταγωγής κρατουμένων, κυρίως Εβραίων, στη συνοικία Ντρανσύ του Παρισιού κατά την περίοδο 1941 - 1944. Σε αυτό κρατήθηκαν συνολικά 65.000 Εβραίοι, 63.000 από τους οποίους τελικά διαμετακομίστηκαν στα στρατόπεδα εξόντωσης. Διασώθηκαν μόλις 2.000 άτομα, που βρέθηκαν στο στρατόπεδο όταν αυτό απελευθερώθηκε από τις Συμμαχικές δυνάμεις στις 17 Αυγούστου 1944.

Ίδρυση, λειτουργία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 10 Ιουλίου 1940, ύστερα από τη στρατιωτική κατάρρευση της Γαλλίας κατά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Γερμανοί κατακτητές "παρέδωσαν" τη διακυβέρνηση του τμήματος της χώρας που είχαν καταλάβει στην Κυβέρνηση του Βισύ του Στρατάρχη Φιλίπ Πεταίν.

Η εγκατάσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κυβέρνηση του Βισύ, συνεργαζόμενη σε όλα τα επίπεδα με τους Ναζί, δημιούργησε το 1941 το στρατόπεδο του Ντρανσύ σε ένα συγκρότημα κτηρίων που έφερε το όνομα "Cité de la Muette" (σιωπηλή πόλη). Το συγκρότημα αυτό, που διέθετε 1.200 διαμερίσματα και είχε σχήμα "Π" ξεκίνησε να κατασκευάζεται το 1931 και περατώθηκε το 1934 από την εταιρεία "Ferrus & Elambert" σε σχέδια των αρχιτεκτόνων Μαρσέλ Λοντ (Marcel Lods) και Εζέν Μποντουενά (Eugène Beaudouinas), για λογαριασμό του "δημόσιου γραφείου φθηνής κατοικίας " (Office Public d'Habitation à bon Marché) του διαμερίσματος του Σεν (Département de la Seine). Το συγκρότημα διέθετε πέντε "πύργους" των δεκαπέντε ορόφων ο καθένας που συνδέονταν με επιμήκη τετραώροφα ή πενταώροφα κτίσματα. Υπήρχε, επίσης, ένα κτίσμα, που αποτελούσε την "είσοδο", σε σχήμα "U" και είχε επονομαστεί "Fer à cheval" (πέταλο) .[1] Αρχικά το σύμπλεγμα επιτάχθηκε από τις γερμανικές κατοχικές δυνάμεις και χρησιμοποιήθηκε ως κατάλυμα τόσο των κατοχικών δυνάμεων όσο και δυνάμεων της Αστυνομίας. Σύντομα όμως έγινε αντιληπτό ότι δεν υπήρχαν εγκαταστάσεις για τον εγκλεισμό των Εβραίων που συλλαμβάνονταν στα πλαίσια της αντισημιτικής εκστρατείας των Γερμανών. Αν και αρχικά η Κυβέρνηση του Βισύ είχε αρνηθεί να εφαρμόσει το μέτρο της υποχρεωτικής τοποθέτησης σε εμφανές σημείο της ενδυμασίας του κίτρινου άστρου, με το οποίο καταδεικνυόταν κάποιος Εβραίος, στις 28 Μαϊου 1942 η γερμανική διοίκηση εξέδωσε ειδικό διάταγμα που το καθιστούσε υποχρεωτικό.

1η Περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το σύμπλεγμα άρχισε να λειτουργεί ως στρατόπεδο εγκλεισμού Εβραίων στις 20 Αυγούστου 1941. Αν και τυπικά βρισκόταν υπό τον έλεγχο της γαλλικής αστυνομίας η διοίκηση βρισκόταν στα χέρια των Γερμανών κατακτητών[2]. Πρώτος διοικητής του ήταν ο Hauptsturmführer [3] της SS Τέοντορ Ντάννεκερ (Theodor Dannecker), διοικητής της "Υπηρεσίας Εβραϊκών υποθέσεων" στη Γαλλία από το Νοέμβριο του 1940 έως τον Αύγουστο του 1942. Διοίκησε το Ντρανσύ από τις 20/08/1941 έως τις 16/07/1942 μέσω "ενδιαμέσου" της γαλλικής Αστυνομίας. Μετατέθηκε από τη Γαλλία λόγω κατάχρησης εξουσίας της θέσης του, ανακλήθηκε στο Βερολίνο και στη συνέχεια στάλθηκε ως υπεύθυνος εφαρμογής της "τελικής λύσης" στη Βουλγαρία. Το 1945 συνελήφθη από τις αμερικανικές δυνάμεις και στις 10 Δεκεμβρίου αυτοκτόνησε στη φυλακή του Μπάντε-Τολτς (Bade-Tolz). Ύστερα από την επιλεγόμενη "επιδρομή στο 11ο διαμέρισμα" (rafle du 11e arrondisement) συνελήφθησαν 4.232 Εβραίοι που αποτέλεσαν τον πρώτο πυρήνα κρατουμένων στο Ντρανσύ. Οι υποδομές δεν ήταν έτοιμες και αναγκάζονταν να κοιμούνται στο μπετονένιο δάπεδο, δεν υπήρχαν οργανωμένες υπηρεσίες σίτισης με αποτέλεσμα να ανθίσει η μαύρη αγορά, ειδικά όταν έφθασαν εκεί οι χωροφύλακες για τη φύλαξη του στρατοπέδου. Έτσι το Νοέμβριο η διοίκηση αναγκάστηκε να απελευθερώσει 800 από τους πλέον υποσιτισμένους κρατουμένους, ενώ επιτράπηκε στους έγκλειστους να λαμβάνουν ένα δέμα με τρόφιμα εβδομαδιαία και να έχουν αλληλογραφία. Στο μεταξύ η διοίκηση οργάνωσε υπηρεσίες: Η διοίκηση υπάχθηκε απευθείας στον Ντάννεκερ, ενώ η φρουρά μέσα και έξω από το στρατόπεδο αποτελούνταν από Γάλλους χωροφύλακες. Υπό την επίβλεψή τους οι κρατούμενοι οργάνωσαν τις λειτουργικές υπηρεσίες του στρατοπέδου και τα μαγειρεία τελούσαν υπό την επίβλεψη ενός "οικονόμου" τον οποίο όριζε η Διοίκηση της Αστυνομίας. Οργανώθηκε επίσης και μια υποτυπώδης υγειονομική υπηρεσία υπό την επίβλεψη "άρειων" ιατρών. Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι οι συνθήκες στο Ντρανσύ ήταν ιδανικές, μπροστά σε αυτές που επικρατούσαν στα υπόλοιπα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και αυτό θα αλήθευε για την περίοδο αυτή, αν δεν είχε μεσολαβήσει η εκτέλεση 70 ομήρων, σε αντίποινα επίθεσης κατά Γερμανού αξιωματικού. Από αυτούς 53 ήταν Εβραίοι και 44 κρατούμενοι του στρατοπέδου. Η εκτέλεση αυτή έγινε στο Μον Βαλεριέν στις 15 Δεκεμβρίου 1941.

2η Περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ντάννεκερ τελικά απομακρύνθηκε ύστερα από ενέργειες του προϊσταμένου του Χέλμουτ Κνόχεν (Helmut Knochen), ο οποίος τον αντικατέστησε, την 1η Ιουνίου 1943, με τον Χάιντς Ρέτκε (Heinz Röthke), ένα απόφοιτο της Νομικής Σχολής και πρώην στρατιωτικό σύμβουλο στη Βρέστη.[4] Ο Ρέτκε, ο οποίος έτυχε και της "έγκρισης" του Άιχμαν, εγκαινίασε τον επόμενο μήνα τη λειτουργία του Ντρανσύ και για γυναίκες κρατούμενες. Ακολούθησε η μεγάλη επιδρομή της 16ης - 17ης Ιουλίου 1942, η επιλεγόμενη "Επιδρομή του Χειμερινού Ποδηλατοδρομίου" (Rafle du Vel' d'Hiv), κατά την οποία συνελήφθησαν περίπου 13.500 άτομα, άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Από αυτούς περίπου 5.000 κατέληξαν στο Ντρανσύ, ενώ οι υπόλοιποι κατέληξαν στο Χειμερινό Ποδηλατοδρόμιο (le Vélodrome d'Hiver), απ' όπου μεταφέρθηκαν σε άλλα στρατόπεδα. Η επιδρομή αυτή και τα επακόλουθά της ήταν ίσως τα σοβαρότερα γεγονότα του Ντρανσύ, καθώς μετά την επιδρομή οι Ναζί χώρισαν τα παιδιά από τους γονείς τους και τους έστειλαν όλους, χωριστά, σε στρατόπεδα εξόντωσης (κυρίως στο Άουσβιτς). Ο Ρέτκε παρέμεινε διοικητής στο στρατόπεδο μέχρι τις 02/07/1943 και παρέδωσε τη διοίκηση στον Αλόις Μπρούνερ.

Τρίτη περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την άφιξη του Μπρούνερ οι συνθήκες στο Ντρανσύ αλλάζουν. Ο σκληρός Μπρούνερ καταλαμβάνει κυριολεκτικά το στρατόπεδο, αποπέμπει όλους τους Γάλλους βαθμοφόρους και φρουρούς από αυτό διατηρώντας μόνο τη φρουρά της εξωτερικής πύλης και τους αντικαθιστά με εβραίους κατάδικους που στελέχωσαν τις υπηρεσίες διοίκησης και αστυνόμευσης επιτηρούμενοι από άνδρες της SS.[5] Το Ντρανσύ μετατρέπεται πλέον σε "κανονικό" στρατόπεδο συγκέντρωσης και εφαρμόζει αμείλικτα τη ναζιστική πολιτική της "συλλογικής ευθύνης": Όταν κρατούμενος διαπράττει παράπτωμα, τιμωρούνται μαζί του και οι υπόλοιποι. Μέχρι την άφιξη του Μπρούνερ οι κρατούμενοι λάμβαναν την αλληλογραφία και τα δέματά τους, πράγματα που απαγόρευσε ο ίδιος. Καθημερινά τα βασανιστήρια και οι εκτελέσεις στα οποία συμμετείχε προσωπικά ο Μπρούνερ προκαλούσαν τον τρόμο στους εγκλείστους. Μέσα σε αυτό το καθεστώς και ενώ οι συρμοί προς τα στρατόπεδα εξόντωσης διαδέχονται ο ένας τον άλλο, καθώς έχουν αρχίσει και συλλαμβάνονται όλοι ανεξαιρέτως οι Εβραίοι, ανεξάρτητα από τη χώρα γέννησής τους, οι κρατούμενοι του Ντρανσύ προβαίνουν σε μια ηρωική πράξη: Αρχίζουν να σκάβουν μια υπόγεια σήραγγα, η οποία καταλήγει στην παρακείμενη λεωφόρο Ζαν Ζωρές. Καταφέρνουν να διανοίξουν σήραγγα μηκους 39 μέτρων, ύψους 1,30 μ. και πλάτους 60 εκ. πριν ανακαλυφθούν από την S.D. Από τα μέλη της ομάδας διάνοιξης συλλαμβάνονται 14, που ανακρίνονται με βασανιστήρια, χωρίς κανείς τους να μιλήσει. Όλοι τους μετάγονται στα στρατόπεδα εξόντωσης.[6]

Υπολογίζεται ότι κατά την περίοδο διοίκησης του Μπρούνερ μεταφέρθηκαν από το Ντρανσύ προς στρατόπεδα εξόντωσης περίπου 24.000 άτομα, από τα οποία επέζησαν μόνο 1.645.[7] Οι Εβραίοι κρατούμενοι παραπλανήθηκαν και από ένα κόλπο του Μπρούνερ που είχε εφαρμόσει επίσης στην Βιέννη και τη Θεσσαλονίκη. Τους υποχρέωσε να παραδώσουν όσα γαλλικά φράγκα είχαν σε αντάλλαγμα μιας απόδειξης για ανταλλαγή σε ζλότι που θα γινόταν στην Πολωνία, όπου υποτίθεται ότι θα μεταφέρονταν σε γκέτο όπου μόνο οι άνδρες θα δούλευαν και δεν θα υπήρχε κακομεταχείριση. Από το Μάιο του 1944 ο Μπρούνερ αύξησε τις απελάσεις και μεταξύ 20 και 24 Ιουλίου μετέφερε στο Ντρανσί 500 παιδιά ηλικίας από 1 έως 15 ετών. Τριακόσια παιδιά ακόμη και νεογέννητα μεταφέρθηκαν με την τελευταία κανονική αποστολή. Λίγο πριν μπουν οι Σύμμαχοι στο Παρίσι, ο Μπρούνερ εξακολουθούσε να ψάχνει τρόπους για να στείλει Εβραίους στα στρατόπεδα θανάτου. Η τελευταία αποστολή του ήταν 51 Εβραίοι που μεταφέρθηκαν στο Μπούχενβαλντ με φορτηγό που προσκολλήθηκε στο τελευταίο γερμανικό τρένο της υποχώρησης.[8]

Η απελευθέρωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 17 Αυγούστου 1944 στο Ντρανσύ αντήχησε η φωνή "βγάλτε τα κίτρινα αστέρια!". Ο Μπρούνερ και οι SS του έχουν φύγει καθώς οι Συμμαχικές δυνάμεις μπαίνουν στο Παρίσι. Οι SS παίρνουν φεύγοντας περίπου 50 κρατουμένους, κυρίως μέλη της Αντίστασης που είχαν συλληφθεί και μεταχθεί από φυλακές, ως ομήρους. Επιβιβάζονται σε τρένο για να εγκαταλείψουν τη χώρα και μέσα στη γενική αταξία που επικρατεί σχεδόν όλοι καταφέρνουν να διαφύγουν. Λίγο μετά την αποχώρηση των SS από το Ντρανσύ φθάνουν εκεί ο Σουηδός πρόξενος Ραούλ Νόρντλινγκ (Raoul Nordling) και εκπρόσωποι του Ερυθρού Σταυρού. Βρίσκουν εκεί μόνο 1.500 άτομα, τα οποία απελευθερώνουν τις επόμενες δύο ημέρες.[9]

Σήμερα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το σύμπλεγμα παραμένει ακατοίκητο, ενώ στους τοίχους των κτισμάτων διακρίνονται ακόμη φράσεις γραμμένες από τους κρατούμενους. Στην πύλη του συμπλέγματος κατασκευάστηκε, το 1976, μνημείο για όσους πέρασαν από αυτό το στρατόπεδο[10] από το γλύπτη Σλομό Ζέλινγκερ (Shlomo Selinger).

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Camp de Drancy
  2. US Holocaust Museum
  3. Αντιστοιχεί με το βαθμό του λοχαγού
  4. Thomas Fontaine, Encyclopedia of Mass Violence
  5. Κουζινόπουλος, Σπύρος (2005). Υπόθεση Αλόις Μπρούνερ. Θεσσαλονίκη: Ιανός. σελ. 84. ISBN 9607827139. 
  6. Ιστοσελίδα του Στρατοπέδου (Camp de Drancy)
  7. Gale Encyclopedia of Biography, Answers.com
  8. Κουζινόπουλος, σ. 88.
  9. US Holocaust Museum
  10. WW2Museums