Στεπογέρακο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Στεπογέρακο
Ενήλικο Στεπογέρακο
Ενήλικο Στεπογέρακο
Κατάσταση διατήρησης
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Ιερακόμορφα (Falconiformes)
Οικογένεια: Ιερακίδες (Falconidae)
Υποοικογένεια: Ιερακίνες (Falconinae)[1]
Γένος: Ιέραξ (Falco)
Είδος: F.cherrug (Στεπογέρακο)
Διώνυμο
Falco cherrug
J.E.Gray, 1834
Υποείδη

Falco cherrug cherrug
Falco cherrug coatsi
Falco cherrug hendersoni
Falco cherrug milvipes

Το Στεπογέρακο είναι είδος γνήσιου[2] γερακιού (γένος Falco), που απαντάται στον ελλαδικό χώρο. Η επιστημονική του ονομασία είναι Falco cherrug , και περιλαμβάνει 4 υποείδη[3]. Στην Ελλάδα απαντάται το υποείδος F. c. cherrug (J.E.Gray, 1834) [3].

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ονομασία του είδους cherrug προέρχεται από την ινδική λέξη charg που αναφέρεται στο θηλυκό Στεπογέρακο[4].

Η ελληνική ονομασία του είδους, αναφέρεται στο συνηθέστερο οικότοπό του, τη στέπα.

Συστηματική ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος Falco cherrug, μαζί με τα είδη F. biarmicus, F. jugger, και F rusticolus, συγκροτούν μία ομάδα συγγενικών γερακιών, που απαρτίζει το υπογένος Ιερογέρακας (Hierofalco Cuvier, 1817).

Σε αυτή την ομάδα, υπάρχουν άφθονα στοιχεία για ανεξέλεγκτη υβριδοποίηση και ατελή ταξινόμηση στη γραμμή καταγωγής (lineage), που συγχέει τις αναλύσεις των δεδομένων αλληλουχίας DNA σε μεγάλη έκταση. Μοριακές μελέτες με μικρό μέγεθος δειγμάτων, δεν αναμένεται να δώσουν αξιόπιστα συμπεράσματα σε όλο το υπογένος Ηierofalco. Ο διαχωρισμός στους κλάδους των hierofalcons φαίνεται να έχουν λάβει χώρα στην Μεσοπαγετωνική Περίοδο, κατά την έναρξη του Ύστερου Πλειστόκαινου, μόλις 130.000-115.000 χρόνια πριν. Το Στεπογέρακο αντιπροσωπεύει μια γραμμή καταγωγής που επεκτάθηκε από τη βορειοανατολική Αφρική στο εσωτερικό της νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Ασίας, μέσω της ανατολικής Μεσογείου[5].

Γεωγραφική κατανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης εξάπλωσης του F.cherrug). Πράσινο=όλο το έτος (επιδημητικό), Κίτρινο=καλοκαιρινός επισκέπτης (αναπαραγωγή), Μπλε=χειμερινός επισκέπτης

Το Στεπογέρακο αναπαράγεται σε μικρές, διάσπαρτες και, αποκομμένες μεταξύ τους, περιοχές, σε μία ζώνη που εκτείνεται από την κεντρική Ευρώπη, μέχρι τα υψίπεδα των Αλτάι στα βάθη της Ασίας. Παρά τη μεγάλη έκταση αυτής της ζώνης, η αναπαραγωγή γίνεται σε μικρούς μόνον θύλακες, όπου το είδος είναι πολύ τοπικά περιορισμένο.

Οι κυριότερες περιοχές αναπαραγωγής βρίσκονται στην Ουγγαρία, Ρουμανία (δέλτα Δούναβη), Κριμαία, Μικρά Ασία και, από εκεί ανατολικότερα προς το Ιράν, το Αφγανιστάν και το νότιο Καζακστάν.

Το Στεπογέρακο μπορεί να μεταναστεύσει ,χωρίς να αναπαραχθεί, μέχρι τη Σιβηρία και τη βόρεια Κίνα. Μάλιστα, οι πληθυσμοί της οροσειράς Αλτάι, επειδή είναι λίγο διαφορετικοί στη μορφολογία, παλαιότερα κατατάσσονταν ως διαφορετικό είδος (F. altaicus)[6].

Ξεχειμωνιάζει, στη νοτιοανατολική Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή, την κεντρική Αφρική, την Ινδία και την Κίνα, ανάλογα με την περιοχή αναπαραγωγής.

Για την Ελλάδα, όντας εξαιρετικά σπάνιο, τα στοιχεία είναι ανεπαρκή. Πιθανόν να αναπαράγονται κάποια ζευγάρια στην περιοχή της Θράκης, αλλά το μόνο που έχει αποδειχθεί είναι ότι κατά τη διάρκεια του χειμώνα περνάει από τη Β. Ελλάδα και, είτε ξεχειμωνιάζει στους εκεί υγροτόπους, είτε συνεχίζει το ταξίδι του βορειοανατολικά[7].

Βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Στεπογέρακο, όπως λέει και η ονομασία του, είναι ένα αρπακτικό των μεγάλων ανοιχτών ημιερημικών εκτάσεων. Συχνάζει στις στέπες της Κ. Ασίας ή σε πεδιάδες με λίγα δέντρα, λόφους και ξερά οροπέδια. Επίσης, κατά τη χειμερινή μετανάστευση, μπορεί να παρατηρηθεί κοντά σε υγροτόπους.

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενήλικο Στεπογέρακο σε αιχμαλωσία (ιερακοθηρία)

Το Στεπογέρακο είναι το μεγαλύτερο από τα γεράκια που απαντώνται στον ελλαδικό χώρο. Το μέγεθός του είναι εκείνο που «τραβάει την προσοχή» στο πεδίο, διότι είναι πολύ σπάνιο και, αλλιώς, θα διέλαθε της παρατήρησης.

Έχει μήκος σώματος (43)-45 έως 55-(59) εκατοστά και ανάπτυγμα πτερύγων (99)-104 έως 125-(129) εκατοστά.

Το βάρος του κυμαίνεται από 750-1000 γραμμάρια για το αρσενικό και 1000-1300 γραμμάρια για το θηλυκό.

Εκτός από το βάρος, τα φύλα είναι όμοια.

Τα ενήλικα Στεπογέρακα έχουν ανοιχτόχρωμο κεφάλι με αμμοκίτρινο κάλυμμα («στέμμα») και παρειές με μικρές καφέ κηλίδες. Η ράχη είναι σκούρα ερυθροκάστανη, ενώ η κάτω επιφάνεια είναι λευκή με πολλές σκούρες κηλίδες. Η ουρά είναι επίσης σκούρα καστανή με υπόλευκες λωρίδες. Το «μουστάκι» στο πρόσωπο είναι στενό και δυσδιάκριτο[7][8].

Το κήρωμα και τα πόδια είναι κίτρινα (γκριζογάλανα στα νεαρά άτομα) [7].

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κυνηγά συχνά με οριζόντια επίθεση, αντί της κάθετης εφόρμησης του Πετρίτη, και τρέφεται κυρίως με τρωκτικά και τα πτηνά. Στην Ευρώπη, σκίουροι εδάφους (Spermophilus sp.) και άγρια περιστέρια είναι τα πιο κοινά θηράματα.

Αποτελεί την πρώτη επιλογή για την ιερακοθηρία, πράγμα που του κοστίζει την ελευθερία του και το κατατάσσει αυτομάτως στα κινδυνεύοντα είδη.

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Στεπογέρακο συνήθως δεν κατασκευάζει δική του φωλιά, αλλά χρησιμοποιεί παλιές φωλιές σε δέντρα, που ανήκαν στο παρελθόν σε άλλα πουλιά όπως κοράκια, πελαργούς, ή γερακίνες. Επίσης φωλιάζει και σε σχισμές βράχων. Δεν χρησιμοποιεί κάποιο ιδιαίτερο υλικό επίστρωσης[9].

Η αναπαραγωγή γίνεται ανάλογα με το υψόμετρο και το γεωγραφικό πλάτος, από τα τέλη Μαρτίου μέχρι τις αρχές Μαΐου.

Πορτραίτο ενήλικου Στεπογέρακου

Η γέννα αποτελείται από (3)-4-(6) αυγά που τα επωάζουν και οι δύο γονείς (το θηλυκό σε μεγαλύτερο ποσοστό), για 28 ημέρες. Μετά την εκκόλαψη, στον εφοδιασμό με τροφή, συμμετέχουν και οι δύο γονείς. Οι νεοσσοί αποκτούν φτέρωμα στις 14-30 ημέρες και πετάνε στις 40-45 ημέρες. Μένουν κοντά στη φωλιά για ακόμη 30-40 ημέρες[9].

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Στεπογέρακο αποτελεί ένα είδος που κινδυνεύει σε παγκόσμιο επίπεδο. Το BirdLife International χαρακτηρίζει αυτό το πουλί ως κινδυνεύον, λόγω της ταχείας μείωσης του πληθυσμού, ιδιαίτερα στις κεντρικές ασιατικές περιοχές αναπαραγωγής. Από την εποχή της κατάρρευσης της Σοβιετικής Ένωσης, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ήταν ο βασικός προορισμός για χιλιάδες γεράκια που συλλαμβάνονταν και επωλούντο παράνομα για μεγάλα ποσά στη μαύρη αγορά για την ιερακοθηρία. Μόνο στο Καζακστάν εκτιμάται ότι χάνονται μέχρι και 1.000 Στεπογέρακα κάθε χρόνο[10]..

Το είδος αντιμετωπίζει επίσης πίεση από την απώλεια των ενδιαιτημάτων του. Στις Ηνωμένες Πολιτείες και στον Καναδά, υπάρχουν πολλά προγράμματα αναπαραγωγής σε αιχμαλωσία. Η πιο δραματική μείωση επέρχεται στην Ασία, κυρίως στο Καζακστάν και το Ουζμπεκιστάν. Αντιθέτως, ένας προστατευόμενος και σχετικά σταθερός πληθυσμός υπάρχει στην Ουγγαρία, της οποίας αποτελεί το εθνικό πτηνό.

Το Στεπογέρακο είναι γνωστό ότι είναι πολύ ευαίσθητο στη γρίπη των πτηνών, με στοιχεία από άτομα που έχουν βρεθεί μολυσμένα με το εξαιρετικά παθογόνο στέλεχος H5N1 (στη Σαουδική Αραβία) και H7N7 (στην Ιταλία) [11].

Στην Ελλάδα είναι εξαιρετικά σπάνιο και οι κίνδυνοι ελλοχεύουν κυρίως από τη λαθροθηρία.

Άλλες ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον ελληνικό χώρο το Στεπογέρακο έχει καθιερωθεί και με την αρχική του ονομασία Κυνηγογέρακο ή Κυνηγογέρακας, λόγω των ικανοτήτων του στη σύλληψη θηραμάτων.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World, 2001.
  • Collin Harrison, Nests, Eggs and Nestlings Of British and European Birds, Collins, 1988.
  • Christopher Perrins, Birds of Britain and Europe, Collins 1987.
  • Bertel Bruun, Birds of Britain and Europe, Hamlyn 1980.
  • Orta, Jaume (1994): 57. Saker Falcon. In: del Hoyo, Josep; Elliott, Andrew & Sargatal, Jordi (eds.): Handbook of Birds of the World, Volume 2: New World Vultures to Guineafowl: 273-274, plate 28. Lynx Edicions, Barcelona. ISBN 84-87334-15-6
  • Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάνικα, τόμος 16, λήμμα Γεράκι
  • Ιωάννη Όντρια, Πανίδα της Ελλάδας, τόμος Πτηνά.
  • Γ. Χανδρινού-Α. Δημητρόπουλου, Αρπακτικά Πουλιά της Ελλάδας, εκδόσεις Ευσταθιάδη, Αθήνα, 1982.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Howard & Moore, p. 94
  2. Σύμφωνα με τον Β. Κιόρτση, τέως καθηγητή Ζωολογίας του πανεπιστημίου Αθηνών, («Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάνικα», τόμος 16, λήμμα Γεράκι)
  3. 3,0 3,1 Howard and Moore, p. 97
  4. Jobling, James A (1991). A Dictionary of Scientific Bird Names. OUP. ISBN 0 19 854634 3.
  5. Helbig et al. (1994), Wink et al. (1998), Wink et al. (2004), Nittinger et al. (2005
  6. Orta, Jaume (1994): 57. Saker Falcon. In: del Hoyo, Josep; Elliott, Andrew & Sargatal, Jordi (eds.): Handbook of Birds of the World, Volume 2: New World Vultures to Guineafowl: 273-274, plate 28. Lynx Edicions, Barcelona. ISBN 84-87334-15-6
  7. 7,0 7,1 7,2 Χανδρινός & Δημητρόπουλος, σ. 132
  8. Kιόρτσης
  9. 9,0 9,1 Harrison, p. 109
  10. Antelava, Natalia (Sunday, 5 August 2007, 17:05 GMT 18:05 UK). Kazakhs use eagle to save rare falcon. BBC News. http://news.bbc.co.uk/2/hi/asia-pacific/6932299.stm
  11. Lierz, Michael; Hafez M. Hafez, Robert Klopfleisch, Dörte Lüschow, Christine Prusas, Jens P. Teifke, Miriam Rudolf, Christian Grund, Donata Kalthoff, Thomas Mettenleiter, Martin Beer, and Timm Harder (November 2007). "Protection and Virus Shedding of Falcons Vaccinated against Highly Pathogenic Avian Influenza A Virus (H5N1)". Emerging Infectious Diseases (Centers for Disease Control) 13 (11): 1667–74. PMID 18217549. http://www.cdc.gov/EID/content/13/11/1667.htm. Retrieved 12 June 2010
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Saker Falcon της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).