Στέφανος Γ΄ ο Μέγας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Στέφανος Γ' ο Μέγας
Humorstefan.jpg
Πρίγκιπας της Μολδαβίας
Περίοδος εξουσίας
14572 Ιουλίου 1504
Προκάτοχος Πέτρος Γ' Αρόν
Διάδοχος Μπογκντάν Γ' ο Μονόφθαλμος
Γέννηση 1433
Ονέστι (στη σημερινή Ρουμανία)
Θάνατος 2 Ιουλίου 1504 (71 ετών)
Σουτσεάβα
Πατέρας Μπογκντάν Β' της Μολδαβίας

Ο Στέφανος Γ΄ της Μολδαβίας (Ștefan cel Mare, 1433 - 2 Ιουλίου1504)[1], γνωστός και ως Στέφανος ο Μέγας, ήταν ηγεμόνας της Μολδαβίας από το 1457 έως το 1504. Έμεινε στην ιστορία για τους μακρούς αγώνες του εναντίον των πολυάριθμων εχθρών της χώρας (Ούγγρων, Πολωνών, Οθωμανών, Τατάρων), που επιβουλεύονταν την ανεξαρτησία της. Ιδίως εναντίον των Οθωμανών Τούρκων κατήγαγε αποφασιστικές νίκες, όπως στη μάχη του Βασλούι, οι οποίες ανάσχεσαν την ορμή και εξάπλωση του Ισλάμ στα βόρεια Βαλκάνια, τη στιγμή που κανένας χριστιανικός συνασπισμός δεν φαινόταν ικανός να το πετύχει. Συνολικά έδωσε 36 μάχες εκ των οποίων κέρδισε τις 34.

Ήταν ιδιαίτερα ευσεβής, κάτι που φαίνεται και από τις πάμπολλες μονές και εκκλησίες που ανήγειρε σε όλη την έκταση της χώρας του. Επίσης εξόφλησε τα χρέη του Αγίου Όρους στην Υψηλή Πύλη, εξασφαλίζοντας την επιβίωση της μοναστικής κοινότητας. Ανακηρύχθηκε άγιος από την Ρουμανική Ορθόδοξη Εκκλησία το 1992.


Καταγωγή και Άνοδος στον Θρόνο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολεμικό λάβαρο του Στεφάνου του Μεγάλου: Ο Άγιος Γεώργιος ένθρονος ποδοπατά τον δράκο.

Ο Στέφανος Γ’ της Μολδαβίας ανήκε στον Οίκο των Musat ή Οίκο των Bogdan, ο οποίος είχε ιδρύσει το Πριγκιπάτο της Μολδαβίας περί τα μέσα του 14ου αιώνα. Ένας από τους σημαντικότερους ηγεμόνες-Πρίγκιπες της οικογένειας αυτής ήταν ο Αλέξανδρος ο Καλός (1400-1432), χάριν στον οποίο η χώρα επέκτεινε τα σύνορά της και γνώρισε οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη και ευημερία. Τον θάνατο του Αλεξάνδρου ακολούθησε εσωτερική κρίση και αποσταθεροποίηση. Οι βογιάροι ανταγωνίζονταν για το θρόνο, υποστηρίζοντας συνήθως κάποιο μέλος της βασιλικής οικογένειας. Επίσης οι γείτονες της Μολδαβίας αναμείχθηκαν ενεργά στις δυναστικές διαμάχες, αποσταθεροποιώντας ακόμη περισσότερο την ήδη εύθραυστη ισορροπία. Ως αποτέλεσμα της αστάθειας, ο θρόνος άλλαζε γρήγορα χέρια, πολλές φορές μάλιστα κάποιος από τους διεκδικητές κυβερνούσε δύο ή τρεις φορές πριν απομακρυνθεί οριστικά από την εξουσία.

Ένας από αυτούς τους εφήμερους Πρίγκιπες ήταν και ο πατέρας του Στεφάνου Μπογκντάν Β' (1449-1451), ανηψιός του Αλεξάνδρου του Καλού. Στην Αυλή του Μπογκντάν εκείνη την περίοδο είχε καταφύγει και ο ανιψιός του τελευταίου Πρίγκιπας της Βλαχίας Βλαντ Γ΄ Τσέπες, ο γνωστός κόμης Δράκουλας που είχε μόλις εκθρονιστεί (πιθανώς από τον Ιωάννη Ουνιάδη). Το 1451 κατά τη διάρκεια ενός γάμου κάποιου βογιάρου του, ο Μολδαβός ηγεμόνας συνελήφθη αιφνιδιαστικά από τον Πέτρο Αρόν (Petru Aron), νόθο γιο του Αλεξάνδρου, και λίγο αργότερα αποκεφαλίστηκε. Ο Στέφανος και ο Βλαντ μόλις και μετά βίας κατάφεραν να ξεφύγουν από την παγίδα. Εκμεταλλευόμενοι τη σύγκρουση που ξέσπασε μεταξύ του Πέτρου Αρόν και κάποιου συνονόματου ανηψιού του Αλεξάνδρου του Καλού, κατέφυγαν στην Τρανσυλβανία, ζητώντας προστασία από τον Ιωάννη Ουνυάδη. Μετά την παλινόρθωση του Δράκουλα στον θρόνο της Βλαχίας (1456) ο Στέφανος κατέφυγε στην αυλή του ξαδέρφου του. Με την ενεργό υποστήριξη του τελευταίου κατέλαβε το 1457 τον θρόνο της Μολδαβίας. Ο Petru Aron κατέφυγε στην Πολωνία, όπου ο Στέφανος εισέβαλε δύο χρόνια αργότερα προσπαθώντας να συλλάβει τον ανταγωνιστή του. Τελικά λόγω της αντίστασης που συνάντησε, υποχώρησε ξανά προς τη Μολδαβία, ενώ με συνθήκη μεταξύ των δύο χωρών (1459) ο Στέφανος αναγνώρισε την επικυριαρχία του Πολωνού βασιλέα Κάζιμιρ Δ' και απαγορεύτηκε στον Πέτρο Αρόν η είσοδος στη Μολδαβία. Ο τελευταίος αφού έχασε την υποστήριξη του Καζιμίρ διέφυγε στην Ουγγαρία.

Διακυβέρνηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εδραίωση της εξουσίας - πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η περίοδος ηγεμονίας του Στεφάνου συνέπεσε με τις μεγάλες κατακτήσεις των Οθωμανών Τούρκων. Οι τελευταίοι μόλις είχαν εκπορθήσει την Κωνσταντινούπολη και προωθούνταν ακάθεκτοι στη Βαλκανική. Τα ισχυρότερα χριστιανικά κράτη που είχαν αναλάβει τον αγώνα κατά της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ήταν πλέον η Ουγγαρία και η Πολωνία. Τα μικρότερα Πριγκιπάτα, Βλαχία και Μολδαβία, προσπαθούσαν να ισορροπήσουν ανάμεσα στους ισχυρούς γείτονες με κύριο μέλημα την διατήρηση της ανεξαρτησίας τους. Ο Στέφανος, έχοντας προσεγγίσει την Πολωνία και προσπαθώντας να διατηρήσει φιλικές σχέσεις με τους Τούρκους, στους οποίους άλλωστε ήταν φόρου υποτελής, άρχισε να απομακρύνεται από τον ηγεμόνα της Βλαχίας Βλάντ Δράκουλα που ακολουθούσε φιλο-ουγγρική και, από κάποια στιγμή κι έπειτα, σαφή αντιοθωμανική πολιτική. Μήλον της έριδος μεταξύ των δύο εξαδέλφων αποτέλεσε το παραλιακό οχυρό της Κιλία, σημαντικό λιμάνι της Μαύρης Θάλασσας. Τελικά ο Στέφανος πολιόρκησε το οχυρό το 1462, όταν οι Οθωμανοί εισέβαλαν στην Βλαχία, αλλά δεν μπόρεσε να το καταλάβει, κάτι που κατάφερε τρία χρόνια αργότερα. Η ενέργεια αυτή εξόργισε τον Ούγγρο βασιλέα Ματθία Κορβίνο, σύμμαχο των Βλάχων, ο οποίος εισέβαλε στην Μολδαβία επικεφαλής πολυάριθμου στρατού. Οι δύο στρατοί συναντήθηκαν το 1567 έξω από την πόλη Μπάια (μάχη της Μπάια). Οι Μολδαβοί επικράτησαν κατά κράτος των αντιπάλων τους, οι οποίοι υποχώρησαν όπως-όπως στην Τρανσυλβανία. Τον επόμενο χρόνο ο Στέφανος εισέβαλε στην Τρανσυλβανία όπου συνέλαβε και εκτέλεσε τον Πέτρο Αρόν, που είχε παίξει σημαντικό ρόλο στην απόφαση εισβολής των Ούγγρων.

Το 1462 στο θρόνο της Βλαχίας ανήλθε ο αδερφός του Βλάντ Τσέπες, Ραντού ο Όμορφος έχοντας την υποστήριξη των Οθωμανών. Γρήγορα εξελίχθηκε ουσιαστικά σε εντολοδόχο της Υψηλής Πύλης, πράγμα που ανησύχησε τόσο τον Στέφανο όσο και τους Ούγγρους. Μάλιστα μεταξύ του Κορβίνου και του Μολδαβού βοεβόδα υπεγράφη συνθήκη ειρήνης και αργότερα έγιναν σύμμαχοι εν όψει του τουρκικού κινδύνου. Ο Στέφανος επέδραμε στη Βλαχία το 1470, με την πρόφαση ότι ήθελε να προλάβει ανάλογη ενέργεια από την πλευρά του Ραντού. Κατέλαβε και πυρπόλησε τη σημαντική πόλη Βραϊλα. Εις ανταπόδοσιν, ο τελευταίος εισέβαλε στη Μολδαβία τον επόμενο χρόνο, αλλά υπέστη βαριά ήττα. Η αύξηση της Μολδαβικής ισχύος ανησύχησε και τους Γενουάτες, που είχαν πολλές παράκτιες αποικίες στην περιοχή. Γι’ αυτό προσέγγισαν τους Τατάρους της Κριμαίας και τους έπεισαν να κινηθούν κατά της Μολδαβίας. Έτσι, προς τα τέλη της ίδιας χρονιάς οι βόρειες επαρχίες της χώρας δηώθηκαν. Την επόμενη χρονιά ήταν η σειρά των Μολδαβών να απαντήσουν και εισέβαλαν στις ταταρικές περιοχές συνεπικουρούμενοι από πολωνικές ενισχύσεις.

Οι τουρκικές εισβολές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής επιχείρησε επανειλημμένως να προωθήσει και να εδραιώσει την εξουσία του βορείως του Δούναβη, αλλά συνάντησε τη σθεναρή αντίσταση των ρουμανικών Πριγκιπάτων.

Όλες αυτές οι ενέργειες και πρωτοβουλίες του Στεφάνου προκάλεσαν τους Τούρκους. Οι σχέσεις Μολδαβίας-Οθωμανικής αυτοκρατορίας επιδεινώθηκαν ακόμη περισσότερο όταν το 1473 ο Στέφανος αρνήθηκε να καταβάλει τον ετήσιο φόρο υποτέλειας και συντάχθηκε στον αντιοθωμανικό συνασπισμό της Ουγγαρία και της Βενετίας. Εν όψει, λοιπόν, της τουρκικής εισβολής, που θεωρούνταν πλέον βέβαιη, ο Μολδαβός Πρίγκιπας επεχείρησε να αποσπάσει τη Βλαχία από το οθωμανικό στρατόπεδο. Για τον λόγο αυτό, προσπάθησε επανειλημμένως να ανατρέψει τον Ραντού και να τοποθετήσει έναν άνθρωπο της αρεσκείας του στον θρόνο του γειτονικού Πριγκιπάτου. Φυσικά ο Ραντού, υποστηριζόμενος και από τουρκικά στρατεύματα, δεν ήταν διατεθειμένος να αφήσει τον θρόνο του με αποτέλεσμα η ένταση στην περιοχή να κλιμακωθεί επικίνδυνα. Ιδίως κατά τα έτη 1473 και 1474, η Βλαχία βυθίστηκε στην αναρχία, καθώς οι εισβολές και οι επεμβάσεις των αντιμαχόμενων μερών διαδέχονταν η μία την άλλη χωρίς να επιτευχθεί κάποιο οριστικό αποτέλεσμα. Μάλιστα τον Νοέμβριο του 1473 ο Στέφανος κατέλαβε αμαχητί το Βουκουρέστι, όπου ο Ραντού είχε αφήσει τη σύζυγο και την κόρη του (την οποία αργότερα ο Στέφανος νυμφεύφθηκε), διαφεύγοντας στους Τούρκους. Στην πρόσκαιρη επάνοδο του Ραντού, οι Οθωμανοί επέδραμαν στο έδαφος της Μολδαβίας, αλλά αποκρούστηκαν. Τελικά οι Οθωμανοί επέβαλαν τον Ραντού στον βλαχικό θρόνο και απέστειλαν τελεσίγραφο στον Στέφανο απαιτώντας την παράδοση των φρουρίων Κιλία και Τσετάτεα Άλμπα (Άκκερμαν) και την αναδρομική καταβολή του φόρου υποτελείας. Με την άρνηση του τελευταίου οι Τούρκοι (120.000 σύμφωνα με κάποιες πηγές[2]) υπό τον φημισμένο στρατηγό Σουλεϊμάν Πασά πέρασαν τον Δούναβη και εισήλθαν στην Μολδαβία (τέλη 1474). Αντιμετωπίζοντας την τακτική της «καμένης γης», οι επιτιθέμενοι κατευθύνθηκαν προς την περιοχή του Βασλούι, όπου τους περίμεναν οι αντίπαλοί τους. Στη μάχη που ακολούθησε (μάχη του Βασλούι ή μάχη της Ράκοβα, 10 Ιαν. 1475), ο σχεδόν τριπλάσιος τουρκικός στρατός υπέστη πανωλεθρία. Οι απώλειες υπολογίζονται σε 45.000, ενώ αρκετοί υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι αιχμαλωτίστηκαν (μεταξύ αυτών και τέσσερις πασάδες)[3]. Η απρόσμενη νίκη προκάλεσε μεγάλη εντύπωση στην Ευρώπη και το όνομα του Μολδαβού πρίγκιπα ξεπέρασε τα όρια της μικρής χώρας του. Μάλιστα ο πάπας Σίξτος Δ' τον χαρακτήρισε «Αθλητή του Χριστού» (Athleta Christi).

Ο Στέφανος προσπάθησε να κινητοποιήσει τις δυτικοευρωπαϊκές δυνάμεις απευθυνόμενος στον πάπα και τη Βενετία, ωστόσο ούτε και πάλι έλαβε ουσιαστική βοήθεια. Έτσι την επόμενη χρονιά βρέθηκε πάλι μόνος απέναντι στη νέα τουρκική εισβολή. Αυτή τη φορά όμως ο εξοργισμένος σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής προετοίμασε καλύτερα την εκστρατεία. Τέθηκε προσωπικά επικεφαλής του στρατού του (άνω των 100.000), έλαβε ένα σώμα στρατού από τον υποτελή βοεβόδα της Βλαχίας και προσέγγισε τους Τατάρους της Κριμαίας τούς οποίους έπεισε να εισβάλουν στη Μολδαβία από τον βορρά. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ένα μέρος του μολδαβικού στρατού να εγκαταλείψει τον ηγεμόνα του για να υπερασπιστεί τις περιοχές που ερημώνονταν από τους Τατάρους. Στις 26 Ιουλίου του 1476 ο Στέφανος με περιορισμένες δυνάμεις, όχι περισσότερες από 20.000, αντιμετώπισε τον σουλτανικό στρατό στο δάσος του Ραζμποϊένι (μάχη της Βάλεα Άλμπα). Η πολύωρη και λυσσαλέα μάχη έληξε με ολοκληρωτική νίκη των Οθωμανών και πολύ μεγάλες απώλειες και για τους δύο αντιπάλους. Ο μολδαβικός στρατός διαλύθηκε και ο Στέφανος με ελάχιστους συντρόφους διέφυγε στα βόρεια της χώρας, ίσως και στην Πολωνία,[2] όπου άρχισε να συγκεντρώνει νέο στρατό.

Ο Μωάμεθ προήλασε προς το εσωτερικό της χώρας και πολιόρκησε ανεπιτυχώς διάφορα οχυρά. Σύντομα ήρθε σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση, λόγω έλλειψης εφοδίων και ενός λοιμού που ενέσκηψε στο τουρκικό στράτευμα. Η συνεχής παρενόχληση από πλευράς του Στεφάνου και η συγκέντωση στρατευμάτων στην Τρανσυλβανία υπό τον Ούγγρο Πρίγκιπα της περιοχής, έπεισαν τον σουλτάνο να εγκαταλείψει τη Μολδαβία. Το θρόνο της Βλαχίας κατέλαβε για λίγο ο Βλαντ Τέπες με την υποστήριξη των Ούγγρων και των Μολδαβών. Όμως ο Στέφανος βλέποντας την ισχύ της τουρκικής αυτοκρατορίας δεν συνέχισε τις εχθροπραξίες και συνθηκολόγησε με την υποχρέωση καταβολής 6.000 δουκάτων (1480). Περαιτέρω προσπάθειες για την επίτευξη οριστικής συμφωνίας δεν καρποφόρησαν και οι Οθωμανοί υπό τον νέο σουλτάνο Βαγιαζίτ Β' εκστράτευσαν εκ νέου εναντίον του μολδαβικού Πριγκιπάτου το 1484. Σύντομα έπεσαν τα λιμάνια-φρούρια Κίλια και Τσετάτεα Άλμπα, αλλά ο τουρκικός στρατός ηττήθηκε στη μάχη της λίμνης Catlabuga στις 16 Νοεμβρίου 1485 και τον Μάρτιο του 1486 στον ποταμό Siret. Τον ίδιο χρόνο ο στρατός του Βαγιαζίτ αποσύρθηκε νότια του Δούναβη και ο σουλτάνος ήρθε σε συμφωνία με τον Στέφανο. Αναγνωρίστηκε η κυριαρχία του τελευταίου επί της Μολδαβίας, με κόστος ετήσιο φόρο υποτέλειας. Ο φόρος αυτός, όμως, πληρώνονταν μόνον σε χρήματα ή/και είδος και όχι και σε ανθρώπινο δυναμικό όπως συνέβαινε στις περισσότερες υπό τουρκική κατοχή βαλκανικές χώρες.

Συγκρούσεις με τους Πολωνούς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Στεφάνου του Μεγάλου η πολιτική των Πολωνών απέναντι στη Μολδαβία μεταβλήθηκε ριζικά. Χωρίς να είναι σαφείς οι λόγοι που οδήγησαν τα δύο κράτη σε σύγκρουση, ο Στέφανος επέδραμε κατά της Πολωνίας, τη στιγμή που ο νέος ηγεμόνας της Ιωάννης Αλβέρτος ετοίμαζε εκστρατεία κατά των Τούρκων (1497). Με τη σειρά του ο τελευταίος εισέβαλε στη Μολδαβία και πολιόρκησε χωρίς αποτέλεσμα την πρωτεύουσα της χώρας, Σουτσεάβα. Καθώς η πολιορκία διαρκούσε αρκετά χωρίς κάποια πρόοδο, οι δύο πλευρές ήρθαν σε διαπραγματεύσεις και ο πολωνικός στρατός πήρε το δρόμο της επιστροφής. Οι Μολδαβοί εκμεταλλεύτηκαν μία παραβίαση των συμφωνηθέντων από τους Πολωνούς και τους επιτέθηκαν μέσα στο δάσος του Κοσμίν, πετυχαίνοντας μία ακόμη περιφανή νίκη. Μετά από αυτή την εξέλιξη, υπεγράφη νέα συνθήκη (συνθήκη του Χιρλάου, Ιούλιος 1499) με ευνοϊκότερους για τη Μολδαβία όρους.

Εσωτερική Πολιτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον εσωτερικό τομέα, ο Στέφανος ο Μέγας ανέπτυξε πλούσια δραστηριότητα σε πολλούς τομείς, σε μια προσπάθεια αναδόμησης και ανασυγκρότησης της χώρας. Έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για το εμπόριο και στο πλαίσιο αυτό κατέλαβε το λιμάνι της Κίλια, ώστε η χώρα του να διαθέτει και δεύτερη διέξοδο στη θάλασσα πέραν της Τσετάτεα Άλμπα. Η προώθηση της βιοτεχνίας συνέβαλε στην περαιτέρω οικονομική αναζωογόνηση της χώρας.

Λόγω των πολυετών εμφυλίων πολέμων πριν την άνοδο του Στεφάνου στο θρόνο, ο στρατός είχε αποδιοργανωθεί σε μεγάλο βαθμό με συνέπεια οι βογιάροι να είναι υπέρμετρα ισχυροποιημένοι έναντι της κεντρικής εξουσίας. Επίσης οι ελεύθεροι μικρογαιοκτήμονες βρίσκονταν σε δεινή θέση, καθώς οι περιουσίες τους αλλά και η ελευθερία τους καταπατούνταν συχνά από τους ισχυρούς γαιοκτήμονες. Παρόλο που δεν έλαβε άμεσα μέτρα κατά της αυξανόμενης ισχύος των ευγενών, ο Μολδαβός βοεβόδας προχώρησε σε σημαντικές και καίριες αλλαγές στον στρατιωτικό και αγροτικό τομέα. Χορήγησε γαίες και υιοθέτησε οικονομικές ευκολίες για κατώτερους ευγενείς και ελεύθερους χωρικούς με αντάλλαγμα τις στρατιωτικές υπηρεσίες τους. Οι στρατιώτες αυτοί, των οποίων η ελευθερία εξαρτάτο άμεσα από τη στρατιωτική τους θητεία,[4] ήταν εξοπλισμένοι όπως και οι αντίστοιχοι υποτακτικοί των ισχυρών βογιάρων, αλλά διοικούντο από αξιωματικούς διορισμένους απ’ ευθείας από το στέμμα. Ακόμη δόθηκε ιδιαίτερη φροντίδα στην ενίσχυση και βελτίωση του ρόλου του πυροβολικού. Μία ακόμη σημαντική αλλαγή ήταν η ποσοτική και ποιοτική ενίσχυση του λεγομένου Μικρού Στρατού (Oastea Mică). Ο στρατός αυτός αποτελούσε το πιο αξιόπιστο τμήμα του μολδαβικού στρατού, συγκροτείτο δε αποκλειστικά με έξοδα και φροντίδα του εκάστοτε Πρίγκιπα της Μολδαβίας, στον οποίο ήταν αποκλειστικά πιστός. Ο Στέφανος αύξησε το δυναμικό τού Oastea Mica από 10.000 σε 15.000 άνδρες, εντάσσοντας παράλληλα και ένα σώμα πεζικού στρατιωτών-χωρικών, στρατευμένων με το σύστημα των κτηματικών χορηγιών που περιγράφηκε παραπάνω.

Πλούσια δραστηριότητα ανέπτυξε και στον οικοδομικό τομέα. Έκτισε πάμπολλες μονές και εκκλησίες σε όλη χώρα πολλές εκ των οποίων σώζονται ακόμη. Μάλιστα εκείνη την εποχή άρχισε να διαμορφώνεται το ιδιαίτερο ύφος της ρουμανικής εκκλησιαστικής τέχνης (αρχιτεκτονικής, αγιογραφίας).[5] Συνολικά ανήγειρε 34 μονές, μία μετά από κάθε νίκη, μεταξύ αυτών τη φημισμένη μονή της Πούτνα (1566-1570, ένεκεν της κατάληψης της Κιλία) και το καθολικό της μονής του Νεάμτς (ένεκεν της νίκης επί του Ιωάννη Αλβέρτου).

Άγαλμα του Στεφάνου του Μεγάλου στην πρωτεύουσα της Μολδαβίας Κισινάου.

Θάνατος και Υστεροφημία του Στεφάνου του Μεγάλου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Στέφανος πέθανε στις 2 Ιουλίου του 1504 στην Σουτσεάβα και ετάφη στο μοναστήρι της Πούτνα, κατά την επιθυμία του. Πριν το θάνατό του συμβούλεψε το γιο και διάδοχό του, Μπογκντάν Γ' το Μονόφθαλμο, να ακολουθήσει ήπια πολιτική έναντι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, μέχρι να φανούν σημάδια παρακμής.[6] Ωστόσο, σύντομα μετά τον θάνατό του η Μολδαβία έχασε την ανεξαρτησία της, καταφέρνοντας πάντως να διατηρήσει ένα καθεστώς αρκετά διευρυμένης αυτονομίας.

Ιδιαίτερα ευλαβής και πιστός, δίκαιος και ελεήμων[7] αγαπήθηκε από το λαό του και αποκαλείτο «άγιος» ενόσω ζούσε ακόμη. Επίσης, με τις εντυπωσιακές νίκες του εναντίον των Τούρκων, η φήμη του απλώθηκε στη δυτική Ευρώπη και μετά το θάνατό του η μορφή του έγινε σύμβολο του αντιοθωμανικού αγώνα. Ακόμη μαζί με τον Βλάντ Γ’ Δράκουλα της Βλαχίας, θεωρείται εθνικός ήρωας των Ρουμάνων, ενώ στη Μολδαβία η μνήμη του Στεφάνου του Μεγάλου τιμάται με ποικίλους τρόπους (ανδριάντας και ονοματοδοσία κεντρικού δρόμου της πρωτεύουσας Κισινάου προς τιμήν του, αποτύπωση της μορφής του στα χαρτονομίσματα κ.λπ.).

Σημειώσεις – Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Αλλού και ως Στέφανος Δ', βλ. Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Τόμος ΚΒ’ και Peter F. Sugar "Η νοτιοανατολική Ευρώπη κάτω από την οθωμανική κυριαρχία (1354-1804), Τόμος Β', εκδόσεις Σμίλη
  2. 2,0 2,1 Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος ΚΒ’, σελ. 371
  3. Περιοδικό Ιστορικές Σελίδες τχ 9, σελ. 49
  4. Peter F. Sugar "Η νοτιοανατολική Ευρώπη κάτω από την οθωμανική κυριαρχία (1354-1804), Τόμος Β', σελ. 10-11, εκδόσεις Σμίλη 1994
  5. H τέχνη της νωπογραφίας: οι ρουμανικές αγιογραφημένες εκκλησίες (στα αγγλικά)
  6. Περιοδικό Ιστορικές Σελίδες τχ 9, σελ. 51
  7. Ο Στέφανος ο Μέγας στα μάτια συγχρόνων του, περιοδικό Welcome (αγγλικά)

Βασικές Πηγές και Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Κωνσταντίνου Πολίτη "«Αθλητής του Χριστού», Ο Στέφανος ο Μεγάλος διατηρεί χριστιανικά τα βόρεια Βαλκάνια", περιοδικό Ιστορικές Σελίδες, τχ 9, Νοέμβριος 2006
  • Νίκου Γιαννόπουλου "Δράκουλας, ο «καταραμένος» Πρίγκηπας", εκδόσεις Περισκόπιο 2006
  • Λήμμα "Στέφανος Δ' ο Μέγας" στην ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ, εκδόσεων Φοίνιξ Ε.Π.Ε. 1957, ΤΌΜΟΣ ΚΒ' σελ. 371
  • Peter F. Sugar "Η νοτιοανατολική Ευρώπη κάτω από την οθωμανική κυριαρχία (1354-1804)", Τόμος Β', εκδόσεις Σμίλη 1994

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Stephen the Great της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).