Σμαράγδι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Σμαράγδι
Emerald crystal muzo colombia.jpg
Σμαράγδι. Προέλευση: Μούζο, Κολομβία
Γενικά
Κατηγορία Κυκλοπυριτικά
Χημικός τύπος Be3Al2Si6O18
Ορυκτολογικά χαρακτηριστικά
Πυκνότητα 2,76 gr/cm3 (μέσος όρος)
Χρώμα αποχρώσεις του πράσινου
Σύστημα κρυστάλλωσης Εξαγωνικό
Κρύσταλλοι Πρισματικοί ή τραπεζοειδείς, συχνά πυραμιδοειδούς απολήξεως
Υφή Κοκκώδης ή συμπαγής, ενίοτε ακτινική ή στηλοειδής
Διδυμία Σπάνια, {hkil}
Σκληρότητα 7,5 - 8
Σχισμός Ατελής {0001}
Θραύση Κογχοειδής έως ανώμαλη
Λάμψη Υαλώδης, κηρώδης, λιπαρή
Γραμμή κόνεως Λευκή
Πλεοχρωισμός Ναι, γαλαζωπός, κιτρινέρυθρος
Διαφάνεια Αδιαφανής έως διαφανής (πολύτιμες παραλλαγές)

Το σμαράγδι ή σμάραγδος είναι μια διαφανής, βαθυπράσινη παραλλαγή της βηρύλλου, της οποίας το χρώμα αποδίδεται σε προσμίξεις χρωμίου και μερικές φορές βαναδίου. Το πράσινο χρώμα είναι αποτέλεσμα της παρουσιάς μπλε και κίτρινου χρώματος, ενώ η παρουσιά Cr2O3 μειώνει τη συνοχή των ατόμων με αποτέλεσμα να είναι εύθραστο. Είναι ένας από τους ακριβότερους πολύτιμους λίθους, χρησιμοποιούμενος ευρύτατα στην κοσμηματοποιία. Πολλές φορές οι κρύσταλλοί της περιέχουν εγκλείσματα θραυσμάτων άλλων ορυκτών, που δεν μειώνουν την αξία τους, αντίθετα διευκολύνουν την διάκριση του τεχνητού από τον φυσικό πολύτιμο λίθο. Παλαιότερα συγχεόταν με το περίδοτο, κυρίως λόγω του παρόμοιου χρώματος, από το οποίο διακρίνεται χάρη στην υψηλότερη σκληρότητά της.

Το όνομα σμάραγδος το χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Έλληνες (Θεόφραστος) και εννοούσαν τους πολύτιμους πράσινους λίθους. Πιθανή προέλευση της λέξης είναι η σανσκριτική λέξη मरकत samaraka ή η περσική zamarrad. Από την ελληνική λέξη σμάραγδος προήλθε η λατινική Smaragdus (σμάραγδους), που στη Λαϊκή Λατινική γλώσσα έγινε Esmaralda/Esmaraldus (Εσμεράλδα/Εσμεράλδους). Απο αυτή τη λέξη προέρχεται και η αγγλική λέξη για το σμαράγδι Emerald (Έμεραλντ).

Το σμαράγδι είναι γνωστό από την αρχαιότοητα. Τα πρώτα ορυχεία στην Ερυθρά θαλασσα και στην Αίγυπτο λειτουργούσαν από το 3000π.Χ. μέχρι το 1500 π.Χ. Τα ορυχεία αυτά έγιναν γνωστά ως τα ορυχεία της Κλεοπάτρας. Αναφορές για το σμαράγδι υπάρχουν στη Βίβλο, από τον Ηροδότο και το Πλίνιο τον Πρεσβύτερο και στις Ινδουϊστικές Βέδες, όπου θεωρείται ο λίθος της τύχης και της καλής υγείας. Οι μονάρχες διέθεταν αρκετά σμαράγδια, από τα οποία τα περισσότερα σήμερα βρίσκονται σε συλλογές μουσείων.

Σήμερα τα μεγαλύτερα ορυχεία σμαραγδιών βρίσκονται στην Κολομβία, όπου εξορύσονται κάθε χρόνο περισσότερα από τα μίσα σμαράγδια του κόσμου. Η επόμενη σε παραγωγή χώρα είναι η Ζάμπια, με τα ορυχεία στο ποταμό Καφούμπου, κοντά στη πόλη Κίτουε, τα οποία εξορύσουν περίπου το 20% των συνολικών σμαραγδιών κάθε χρόνο. Άλλες χώρες που εξορύσουν σμαράγδια είναι η Ζιμπάμπουε, με σμαραγδία ηλικίας 2,6 δις χρόνων, τα παλιότερα στη Γη, η Βραζιλία, η Ινδία, το Πακιστάν και η Μαδαγασκάρη. Εκτός από τα εξορυσσόμενα σμαράγδια υπάρχουν επίσης και τα σύνθετα.

Πηγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]