Σκιπ Τζέιμς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Φωτογραφία του Σκιπ Τζέιμς σε νεαρή ηλικία

O Σκιπ Τζέιμς (Nehemiah "Skip" James, 9 Ιουνίου 19023 Οκτωβρίου 1969) ήταν μπλουζ μουσικός, συνθέτης και τραγουδιστής, που ερμήνευε με κιθάρα ή σπανιότερα πιάνο. Εκπρόσωπος των μπλουζ του Δέλτα, θεωρείται πατέρας ενός διακριτού ύφους που αναπτύχθηκε γύρω από τη γενέτειρά του, Μπεντόνια, με σημαντικότερο οπαδό τον Τζακ Όουενς. Για πολλά χρόνια παρέμεινε άσημος, ενώ σήμερα αναγνωρίζεται ως ένας από τους κορυφαίους μπλουζ μουσικούς στην ιστορία του είδους.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννημένος στη Μπεντόνια, στο Δέλτα του Μισισιπή, και με πατέρα Βαπτιστή ιερέα που έπαιζε κιθάρα και όργανο, ο Τζέιμς ανδρώθηκε σε ένα περιβάλλον με έντονη παρουσία του μουσικού και θρησκευτικού στοιχείου. Σε ηλικία οκτώ ετών απέκτησε την πρώτη κιθάρα του. Σε μεγάλο βαθμό αυτοδίδακτος, συμβολή στη μουσική παιδεία του είχε επίσης ο Χένρι Στάκι (Henry Stuckey), σημαντικός μπλουζ μουσικός της γενέτειράς του, με τον οποίο συνεργάστηκε ερμηνεύοντας μαζί σε συναυλίες.

Σημαντικό βήμα στη σταδιοδρομία του υπήρξε η αναγνώριση του ταλέντου του από τον μουσικό παραγωγό Χένρι Σπίαρ (Henry C. Spier), όταν ο Τζέιμς ερμήνευσε μπροστά του, στο μουσικό κατάστημα που διατηρούσε ο Σπίαρ στο Τζάκσον. Ο Τζέιμς ταξίδεψε στο Ουισκόνσιν, όπου ηχογράφησε για την Paramount συνολικά δεκαεπτά συνθέσεις, πολλές από τις οποίες θεωρούνται σήμερα κλασικές, όπως τα Hard Time Killing Floor Blues, Devil Got My Woman, Jesus Is A Mighty Good Leader και 22-20 Blues. Εξαιτίας της οικονομικής ύφεσης του 1929, αποκόμισε ελάχιστα οικονομικά οφέλη, ενώ παράλληλα πολύ λίγα αντίτυπα των δίσκων του πωλήθηκαν, με αποτέλεσμα να μη γνωρίσει την αναγνώριση από το ευρύ κοινό. Απογοητευμένος από την εξέλιξή του, εγκατέλειψε τη μουσική και εργάστηκε κυρίως στην εκκλησία του πατέρα του, στο Ντάλας του Τέξας. Χειροτονήθηκε Βαπτιστής και Μεθοδιστής ιερέας, το 1942 και 1943 αντίστοιχα, ενώ επέστρεψε στο Μισισιπή το 1945 όπου δούλεψε, μεταξύ άλλων, ως εργάτης σε βιομηχανίες ξυλείας και μεταλλείας.

Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960, ο Τζέιμς παρέμενε ουσιαστικά άγνωστος ως μουσικός, ωστόσο την ίδια περίοδο σημειώθηκε μια στροφή του μπλουζ ακροατηρίου σε μουσικούς του παρελθόντος. Μετά από σχεδόν τριακονταετή αποχή του Τζέιμς από τα μουσικά δρώμενα, άρχισε να αποκτά σημαντική αναγνώριση, καθώς και προσφορές, σηματοδοτώντας την επιστροφή του. Στα μέσα της δεκαετίας ηχογράφησε δύο δίσκους (Today, Devil Got My Woman) που σημείωσαν αξιοσημείωτη εμπορική επιτυχία. Ακόμα μεγαλύτερη φήμη εξασφάλισε μετά τη διασκευή τού τραγουδιού του I'm so Glad από το ροκ συγκρότημα Cream. Πέθανε από καρκίνο τον Οκτώβριο του 1969, στη Φιλαδέλφεια, όπου είχε εγκατασταθεί τρία χρόνια νωρίτερα.

Έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σταδιοδρομία του χωρίζεται τυπικά σε δύο βασικές περιόδους που περιλαμβάνουν καταρχήν τα χρόνια από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 και τη δεκαετία του 1930 και ακολούθως την επάνοδό του στα μουσικά δρώμενα στη δεκαετία του 1960. Ως συνθέτης και ερμηνευτής, ο Τζέιμς διακρίνεται για την φαλτσέτο φωνή του και την προτίμησή του σε ελάσσονες κλίμακες, ειδικότερα κουρδίζοντας την κιθάρα στην ανοιχτή νότα Ρε της έκτης χορδής, αλλά και σε άλλα ασυνήθιστα κουρδίσματα. Αν και επηρέασε πολλούς μουσικούς, κανένας δεν κατάφερε να αναπαράγει πιστά το ύφος του, το οποίο ενίοτε διαχωρίζεται από τα μπλουζ του Δέλτα και κατατάσσεται πιο ειδικά από ορισμένους στη λεγόμενη «σχολή της Μπεντόνια», με κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα το περίπλοκο παίξιμο των δαχτύλων του δεξιού χεριού. Ο Τζέιμς επηρέασε μουσικούς όπως ο Ρόμπερτ Τζόνσον, ο Μάντι Γουότερς, ο Έλμορ Τζέιμς και ο Τζον Λι Χούκερ. Το 1992, σε αναγνώριση της αξίας του, συμπεριλήφθηκε στον κατάλογο του Blues Foundation Hall of Fame.

Ενδεικτική δισκογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Complete Skip James 1931 Session, Yazoo 1072
  • Skip James Today!, Vanguard VMD 79219
  • Devil Got my Woman, Vanguard VMD 79273

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • David Dicaire, Blues singers: biographies of 50 legendary artists of the early 20th century, McFarland, 1999
  • Gérard Herzhaft, Paul Harris, Jerry Haussler, Anton J. Mikofsky, Encyclopedia of the blues, University of Arkansas Press, 1997