Σημείο στίξης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Σημεία στίξης λέμε τα σύμβολα-σημάδια που βάζουμε ανάμεσα στις λέξεις και μας διευκολύνουν στην ανάγνωση. Δείχνουν δηλαδή πώς διαβάζεται ένα κείμενο (επιτονισμός), πού και πόσο γίνεται διακοπή κάθε φορά, τι αίσθημα εκφράζεται και τι ακριβώς θέλει να πει ο γράφων.

Σημεία στίξης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα σημεία στίξης είναι έντεκα:

  • τελεία. Μπαίνει στο τέλος μιας φράσης που έχει ολοκληρωμένο νόημα για να σταματήσει η φωνή μας.
  • άνω τελεία. Χρησιμεύει για να χωρίσει μέσα στη φράση δύο μέρη, από τα οποία το δεύτερο επεξηγεί το πρώτο.
  • κόμμα. Δείχνει πού να κάνουμε μικρή παύση.
  • ερωτηματικό. Μπαίνει στο τέλος μιας ερωτηματικής πρότασης.
  • θαυμαστικό. Μπαίνει μετά από επιφωνήματα ή φράσεις που εκφράζουν χαρά, λύπη, θαυμασμό, φόβο, πόνο κλπ.
  • διπλή τελεία (ή "άνω και κάτω τελεία"). Μπαίνει όταν παρατίθενται τα λόγια κάποιου κατά λέξη, όταν παρατίθενται παροιμίες ή γνωμικά, όταν απαριθμούνται πράγματα ή όταν θέλουμε να εξηγήσουμε κάτι.
  • παρένθεση. Σημειώνεται για να κλειστεί μέσα της μια λέξη ή φράση που εξηγεί το νόημα της πρότασης είτε μπαίνει στο τέλος μιας φράσης έχοντας το όνομα αυτού που το είπε.
  • αποσιωπητικά. Χρησιμοποιούνται όταν θέλουμε να αποσιωπήσουμε κάτι ή να δηλώσουμε ότι η φράση μένει κομμένη, ατέλειωτη.
  • παύλα. Χρησιμοποιείται εντός διαλόγου, ώστε να φανεί ότι αλλάζει πρόσωπο.
  • διπλή παύλα. Χρησιμοποιείται όπως και η παρένθεση, αλλά σ' αυτή την περίπτωση η πληροφορία θεωρείται πιο σημαντική.
  • εισαγωγικά. Χρησιμοποιούνται όταν επιθυμούμε να παραθέσουμε τα λόγια κάποιου τρίτου κατά λέξη, όταν παρατίθενται παροιμίες ή γνωμικά ή όταν αναφέρονται τίτλοι βιβλίων, έργων κλπ.