Σεελίτης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Σεελίτης
Scheelite sur mica muscovite (Chine).jpg
Σεελίτης. Προέλευση: Κίνα
Γενικά
Κατηγορία Θειικά (βολφραμικά)
Χημικός τύπος CaWO4
Ορυκτολογικά χαρακτηριστικά
Πυκνότητα 6 gr/cm3
Χρώμα Άχρους, λευκός, γκρίζος, καστανός, ανοικτοκίτρινος, πορτοκαλί, ερυθρός, πράσινος, ενίοτε ζωνώδης
Σύστημα κρυστάλλωσης Τετραγωνικό
Κρύσταλλοι Ψευδοοκταεδρικοί {011} ή {112}, ενίοτε παραμορφωμένοι, μέχρι 32 εκ.
Υφή Συμπαγής, κοκκώδης
Διδυμία Συχνή, διείσδυσης και επαφής, με επίπεδο σχηματισμού το {110}
Σκληρότητα 4,5 - 5
Σχισμός Σαφής κατά {101}, ασαφής {001}, διακοπτόμενος {112}
Θραύση Ανώμαλη
Λάμψη Υαλώδης έως αδαμάντινη
Γραμμή κόνεως Λευκή
Πλεοχρωισμός Όχι
Διαφάνεια Διαφανής έως αδιαφανής
Παρατηρήσεις Φθορίζει ισχυρά (με γαλαζόλευκη απόχρωση) σε υπεριώδη ακτινοβολία

Ο σεελίτης (αγγλ. scheelite) είναι ορυκτό βολφραμικό άλας του ασβεστίου. Ονομάστηκε προς τιμή του Σουηδού χημικού Καρλ Βίλχελμ Σέελε (Karl Wilhelm Scheele, 1742–1786), ο οποίος πρώτος ταυτοποίησε, το 1781, την ύπαρξη «βολφραμικού οξέος» (ένυδρο WO3) στο ορυκτό και έκανε την υπόθεση, μαζί με τον Τόρμπερν Μπέργκμαν, ότι με αναγωγή αυτού του οξέος θα μπορούσε να ληφθεί ένα νέο μέταλλο. Παλαιότερα για τον σεελίτη είχε χρησιμοποιηθεί ο όρος wolfram, από τις γερμανικές λέξεις wolf (λύκος) και rahm (κρέμα), αν και η ετυμολογία αυτή είναι αβέβαιη.[1]

Είναι ορυκτό που τυπικά απαντάται σε τακτίτες[2], μεταμορφώσεως επαφής. Ανευρίσκεται επίσης σε υδροθερμικές φλέβες υψηλών θερμοκρασιών, ενώ, λιγότερο συχνά, απαντάται σε γρανιτικούς πηγματίτες και σε υδροθερμικές φλέβες μέσων θερμοκρασιών. Ανευρίσκεται, επίσης, παρενεσπαρμένος σε αλλούβιες αποθέσεις.

Ορυκτά με τα οποία σχετίζεται είναι ο χαλαζίας, οι γρανάτες, ο βεζουβιανίτης, το επίδοτο, το τοπάζιο, ο απατίτης, ο μολυβδαινίτης, ο κασσιτερίτης, ο βολφραμίτης και ο φθορίτης.

Σχηματίζει σειρά με τον παουελίτη (powellite), το μολυβδαινικό ανάλογό του (CaMoO4).

Χρησιμοποιείται ως μετάλλευμα του βολφραμίου, ενώ οι διαφανείς ποικιλίες του χρησιμοποιούνται στην κοσμηματοποιία (όχι ευρέως, λόγω σχετικά μικρής σκληρότητας). Οι μεγάλοι διάφανοι κρύσταλλοί του είναι, επίσης, αντικείμενο συλλογής από συλλέκτες ορυκτών.

Απαντάται σε πολλά σημεία της Γης. Σημαντικές εμφανίσεις (κυρίως σχετικά με μεγάλους διαφανείς κρυστάλλους) είναι στη Σουηδία, στη Σαξωνία (Γερμανία), στην Τσεχία, στο Πιεμόντε της Ιταλίας, στην Chukotka της Σιβηρίας (Ρωσία), το ορυχείο Natas στη Ναμίμπια, το Chungju στη Νότια Κορέα (μεγάλοι διάφανοι κρύσταλλοι), στο Τονκίν του Βόρειου Βιετνάμ, την επαρχία Sichuan στην Κίνα (επίσης μεγάλοι διάφανοι κρύσταλλοι με όμορφους χρωματισμούς), το Morrho Velho (Minas Gerais) στη Βραζιλία, την περιοχή Σονόρα στο Μεξικό, την Καλιφόρνια, την Αλάσκα (πολλές περιοχές) και την Αριζόνα στις ΗΠΑ.

Στην Ελλάδα ανευρίσκεται στα μεταλλεία Λαυρίου (περιοχή Καμάριζας), στα ορυχεία Ολυμπιάδας και Στρατωνίου των μεταλλείων Χαλκιδικής και στην περιοχή Κιμμερίας στην Ξάνθη.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • James Dwight Dana, Manual of Mineralogy and Lithology, Containing the Elements of the Science of Minerals and Rocks, READ BOOKS, 2008 ISBN 1443742244
  • Frederick H. Pough, Roger Tory Peterson, Jeffrey (PHT) Scovil, A Field Guide to Rocks and Minerals, Houghton Mifflin Harcourt, 1988 ISBN 039591096X
  • Walter Schumann, R. Bradshaw, K. A. G. Mills, Handbook of Rocks, Minerals and Gemstones, Houghton Mifflin Harcourt, 1993 ISBN 0395511372

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]